Συνέντευξη: Ο G. M. Tamás για το αντι-μεταναστευτικό δημοψήφισμα στην Ουγγαρία

Μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε τη συνέντευξη του G. M. Tamás στο LeftEast σχετικά με το αντι-προσφυγικό/αντι-μεταναστευτικό δημοψήφισμα μία μέρα πριν τη διεξαγωγή του στις 2 Οκτώβρη. Το δημοψήφισμα τελικά κρίθηκε ως άκυρο καθώς η συμμετοχή κυμάνθηκε στο 44%, ενώ η απαιτούμενη ελάχιστη ήταν 50%. Ωστόσο, το 98% όσων προσήλθαν στις κάλπες στήριξαν το «Όχι» (ουσιαστικά, στην είσοδο προσφύγων στην Ουγγαρία) του ακροδεξιού κυβερνώντος κόμματος Fidesz, το οποίο στηρίχθηκε και από το νεοναζιστικό Jobbik.

Παράλληλα, οι αναλύσεις που μεταθέτουν την ουσία της ταξικής πάλης εκτός του έθνους-κράτους στο επίπεδο των ενδο-κρατικών ανταγωνισμών και αποτιμούν αταξικά (ως σχέσεις «υποτέλειας»/»αποικίας») τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των αρχουσών τάξεων εντός ΕΕ καταλήγουν σε εθνο-ρεφορμιστικές (ή αλλιώς: σοσιαλ-σοβινιστικές) θέσεις. Τέτοια ήταν και η στάση του «μαρξιστικού-λενινιστικού» Εργατικού Κόμματος Ουγγαρίας που ψήφισε κι αυτό «Όχι» στο δημοψήφισμα με την επιχειρηματολογία πως η εγκατάσταση προσφύγων στην Ουγγαρία αποτελεί «κομμάτι της επιθετικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κατά της Ουγγαρίας.

Η συνέντευξη του G. M. Tamás αναδεικνύει επίσης την πορεία της στάσης των σοσιαλδημοκρατών και των φιλελεύθερων προς ανοιχτά αντιδραστικές θέσεις όταν αυτές εξυπηρετούν τα συμφέροντα του εθνικού κεφαλαίου, καθώς και τη «φυσικότητα» της συνύπαρξης της αστικής/κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα ημι-κρατικά τάγματα εφόδου στην εποχή της δομικής κρίσης του ύστερου καπιταλισμού.

Αν πρέπει να αντλήσουμε κάποιο βασικό συμπέρασμα από την περίπτωση της Ουγγαρίας για εμάς είναι το εξής: Ταξική πολιτική σημαίνει διεθνιστική πολιτική. Με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και τη διαφορετική γλώσσα,, εθνότητα, θρησκεία τους – ενάντια στους βιομήχανους και τραπεζίτες που μιλούν τη δική μας γλώσσα και έχουν τα δικά μας έθιμα. Ή όπως το έθεσε ο κομμουνιστής Καρλ Λίμπκνεχτ: Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα.


Σημείωση από τους συντάκτες του ιστότοπου LeftEast: Στην πορεία προς το αντι-μεταναστευτικό δημοψήφισμα στην Ουγγαρία (σήμερα 2 Οκτωβρίου 2016), η Mary Taylor και η Agnes Gagyi απο τη συντακτική ομάδα του LeftEast πήραν συνέντευξη απο τον Ούγγρο Μαρξιστή φιλόσοφο και γνωστό διανοητή G. M. Tamás για τις τρέχουσες εξελίξεις στην Ουγγαρία και τη σύνδεσή τους με πιο ευρείες παγκόσμιες-ιστορικές διαδικασίες.

LeftEast: Στις 2 Οκτωβρίου στην Ουγγαρία θα διεξαχθεί δημοψήφισμα για τις ποσοστώσεις μεταναστών στην Ευρώπη. Τι εξυπηρετεί αυτό το δημοψήφισμα όσον αφορά το ουγγρικό έθνος-κράτος; Πως βλέπετε τη σχέση του δημοψηφίσματος με διαδικασίες [που συντελούνται] σε διεθνή κλίμακα;

G.M. Tamás: Το δημοψήφισμα στις 2 Οκτωβρίου είναι σημαντικό, αρχικά εξαιτίας της καμπάνιας που προηγήθηκε αυτού: ένα τέτοιο γιγαντιαίο κύμα ρατσιστικής κυβερνητικής προπαγάνδας έχει να εμφανιστεί στην Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι παντού: από τις γιγάντιες διαφημιστικές πινακίδες μέχρι τα καινούργια συγγράμματα του δημοτικού, από το ίντερνετ μέχρι τις εκατοντάδες χιλιάδες προσωπικές κλήσεις που αναγκάστηκαν να κάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι για να κινητοποιήσουν [τον κόσμο] υπέρ του “όχι”. Το αποτέλεσμα, όσον αφορά τις απόψεις που υπάρχουν, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, τα “όχι” κατά πάσα πιθανότητα θα είναι πάνω από 80%• ωστόσο, για να υπάρξει το απαιτούμε ελάχιστο όριο συμμετοχής, πέρα από την πλύση εγκεφάλου, αναμένεται εκλογική νοθεία μεγάλης κλίμακας, καθώς τα κόμματα της “αντιπολίτευσης” απέτυχαν να αξιοποιήσουν το δικαίωμα τους να στείλουν παρατηρητές στις εκλογικές επιτροπές, οι οποίες θα προβούν στην καταμέτρηση των ψήφων. Εκφοβισμοί, απειλές, συκοφαντία, θεωρίες συνωμοσίας, ρατσιστικά στερεότυπα, απροκάλυπτα ψέματα διαδίδονται από το μηχανισμό της κυβερνητικής προπαγάνδας σε μία κλίμακα που δεν έχει ξαναειδωθεί. Ακόμα και η επίσημη ακροδεξιά (Jobbik) έχει αναστατωθεί. Όλο αυτό [το κλίμα] έχει επιπτώσεις: άκουσα στο τρένο έναν εργαζόμενο από κάποιο χωριό να μιλάει σε ηλικιωμένες κυρίες για την εβραϊκή συνωμοσία που καθοδηγείται από τον ηλικιωμένο δισεκατομμυριούχο και φιλάνθρωπο Τζωρτζ Σόρος, ο οποίος υποτίθεται πως θα φέρει Άραβες στη Ευρώπη για να εκδικηθούν τη Χριστιανοσύνη, προσφέροντάς τους 20.000 δολάρια ανά άτομο για να επιτεθούν στην Ουγγαρία και άλλες χώρες των λευκών. Οπότε, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στο πολιτικό κλίμα – προς την κατεύθυνση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού – και η αποδοχή δικτατορικών και αυταρχικών μέτρων και πρακτικών από τον εξαντλημένο, φοβισμένο και συγχυσμένο πληθυσμό.

Η επιτήδεια προπαγάνδα της κυβέρνησης δεν επιτυγχάνει τίποτα άλλο. Απλώς, την ευθύνη για τη γενικότερη δυσαρέσκεια σχετικά με τα καταστροφικά αποτελέσματα της “μετάβασης” ή “αλλαγής καθεστώτος” μετά το 1989, τις καταστροφικές συνέπειες της αποβιομηχάνισης, την καλπάζουσα ανισότητα και την κατάρρευση των δομών κοινωνικής πρόνοιας, την μετατοπίζει στους “ξένους”, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μείγμα της αρχής της αγοράς, της κοινωνικής και πολιτισμικής παρακμής, της διαφθοράς, της φτώχειας και της αβεβαιότητας μαζί με τη ρητορική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του συνταγματισμού, των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, του πλουραλισμού και της ανεκτικότητας, τις κενές “Ευρωπαϊκές” κοινοτοπίες και τις ψευδο-κοσμοπολίτικες τάσεις της υπό εξαφάνισης φιλελεύθερης ελίτ (“ψευδο” γιατί οι φιλελεύθεροι της Βουδαπέστης επιδεικνύουν συμπτώματα εθνικιστικής εχθρότητας προς ορθόδοξα έθνη όπως οι Ρώσοι, οι Έλληνες, οι Ρουμάνους και οι Σέρβοι), όλα μαζί συνδυασμένα διαμορφώνουν έναν έξοχο στόχο για τις εθνικιστικές και αυταρχικές φωνές. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις στα κρατικά ιδρύματα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης, τεχνών, έρευνας, κλπ.) έχουν καταστήσει τους διανοούμενους ιδιαίτερα ευάλωτους και αποθαρρυμένους ώστε να αντισταθούν και να διαμαρτυρηθούν. Μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας των πολιτιών, και μεταξύ άλλων, συνδικαλιστικές οργανώσεις και εκκλησίες, έχουν εγκαταλείψει την κριτική τους στάση, και όλο και περισσότερες φυσιογνωμίες της αντιπολίτευσης έχουν την συνήθεια να ανακοινώνουν την υποστήριξη τους στο καθεστώς του Orbán, ίσως με λίγες επίσημες επιφυλάξεις. To πιο δημοφιλές κόμμα της αντιπολίτευσης, το οποίο ανήκει στην άκρα δεξιά, τώρα ξεπεράστηκε στην ξενοφοβία, την ομοφοβία, τον σεξισμό και τον ρατσισμό από την θεωρητικά “μετριοπαθή” κυβέρνηση, χάνοντας έτσι την επιρροή του. Ωστόσο, ο πιθανός θρίαμβος του Orbán στο δημοψήφισμα (το γράφω αυτό μία μέρα πριν την ψηφοφορία), κατά πάσα πιθανότητα θα σημάνει την κορύφωση της δεξιάς ιδεολογικής ηγεμονίας – η οποία φυσικά μπορεί να σημαίνει ότι θα υπάρξει ενδυνάμωση των αστυνομικών πρακτικών και την περαιτέρω υπονόμευση της νομιμότητας, της υπευθυνότητας και της διαφάνειας, στην απουσία πραγματικής αντιπολίτευσης και ελευθερίας στα ΜΜΕ, για να μην αναφερθώ στην ανεξέλεγκτη διαφθορά που πάει χέρι με χέρι με την αντικατάσταση μιας επαγγελματικής και πολιτικά ουδέτερης δημόσιας διοίκησης με ανίκανα και άπληστα ολιγαρχικά κομμάτια, τα οποία έχουν ήδη τον έλεγχο της τοπικής διοίκησης. Ταυτόχρονα, το ουγγρικό κράτος φροντίζει να έχει καλές σχέσεις με τις πολυεθνικές εταιρίες, διατηρεί το έλλειμμα και τους φόρους σε χαμηλά επίπεδα, έχει εισάγει τον ενιαίο φόρο, έχει πρακτικά καταργήσει κάθε είδους πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας (με εξαίρεση κάποιους προσεκτικά επιλεγμένους κλάδους της μεσαίας τάξης), άρα αποτελεί ένα υπόδειγμα μαθητή του δυτικού νεοφιλελευθερισμού – ενάντια του οποίου οι ηγέτες του συνηθίζουν να βρωντοφωνάζουν στους κρατικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Για όσο διάστημα αυτό το καθεστώς δεν αποτελεί πρόκληση στο οικονομικό και στρατιωτικό σύστημα που επηρεάζεται από τις Δυτικές δυνάμεις (και όντως δεν το κάνει), θα είναι ιδιαίτερα ασφαλές. Ούτως ή άλλως, η αντι-ισλαμική εκστρατεία μίσους του – απούσης οποιασδήποτε μουσουλμανικής μειονότητας και με μηδενική μετανάστευση – δεν είναι τόσο διαφορετική από όσα ακούμε από ακόμη πιο σημαντικές δυτικές πολιτικές δυνάμεις και πολιτικούς αρχηγούς, αν και ηχεί με πολύ πιο ακραίο τόνο. Είναι σπάνιο για τους δυτικούς πολιτικούς να συμφωνήσουν δημόσια με την Oriana Fallaci και τον Thilo Sarrazin – οι οποίοι απέκτησαν δημοσιότητα εδώ από τον κρατικό τύπο και τα αντίστοιχα ΜΜΕ – αλλά πολλοί συμφωνούν μαζί τους πίσω από κλειστές πόρτες. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ότι η δημοτικότητα του εθνικιστικού καθεστώτος έχει κορυφωθεί και τώρα αυτό που θα δούμε θα αποτελεί μια αργή και άσχημη διάλυση. Αφού πρόκειται να είναι συνακόλουθη μιας παρόμοιας διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και πολλών άλλων πραγμάτων), η επικείμενη τοπική ήττα του Orbán (όχι με εκλογικούς όρους, αλλά με όρους ηγεμονίας) μπορεί να μην γίνει καθόλου αντιληπτή.

LeftEast: Σχετικά με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου για τις εκλογές του 2018 στην Ουγγαρία, εσείς και οι άλλοι σχολιαστές έχετε επισημάνει τη σημασία: 1) της έλλειψης μεγάλου αντιπολιτευτικού τύπου 2) της προσαρμογής των κομμάτων της αντιπολίτευσης και πολιτικών στο καθεστώς του Orbán. Μπορείτε να σχολιάσετε τις λεπτομέρειες αυτών των καταστάσεων και τη σημασία τους;

G.M.Tamás: Πράγματι, τα ΜΜΕ της αντιπολίτευσης είναι ιδιαίτερα αδύναμα, ειδικά σε σχέση με την τηλεόραση και το ραδιόφωνο που ακόμα και τώρα είναι τα κυρίαρχα [μέσα ενημέρωσης] (οι ιδιωτικοί σταθμοί έχασαν όλα τα διαφημιστικά έσοδα τους καθώς οι επιχειρήσεις δεν τολμούν να συνδεθούν με την “ξενόψυχη”, “αντιπατριωτική” Αριστερά – η οποία είναι στην πραγματικότητα κεντροδεξιά – και αργότερα αγοράστηκαν από δεξιούς ολιγάρχες που είτε βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση είτε έγιναν ολιγάρχες μέσω της κυβέρνησης). Ο έντυπος τύπος και το διαδίκτυο είναι λίγο πιο ελεύθερα αλλά παρόμοιες τακτικές έχουν αρχίσει να μειώνουν τον αριθμό τους. Παρομοίως, κάποια από τα κόμματα της αντιπολίτευσης είτε έχουν εκφοβιστεί είτε έχουν μερικώς αγοραστεί, σε πρώην Σοσιαλιστές και Πράσινους πολιτικούς έχουν δοθεί υψηλόμισθες διπλωματικές θέσεις, άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στα κόμματα της αντιπολίτευσης συνάπτουν βολικές συμφωνίες με ύποπτες ημικρατικές υπηρεσίες και κρατικά επιχειρηματικά εγχειρήματα και επενδύσεις. Ο αντιπολιτευτικός λόγος – με την εξαίρεση ενός μικρού αριθμού σχεδόν αόρατων μικρο-κομμάτων – είναι ακόμη πιο ήπιος και “πατριωτικός” ή και σε παντελή ακινησία. Οι ηγεσίες των ΜΚΟ και των κοινωνικών κινημάτων ασχολούνται με ανακοινώσεις για να δηλώσουν πως δεν ανήκουν στην Αριστερά και ότι το μόνο που θέλουν είναι τεχνικές και επαγγελματικές βελτιώσεις σε μερικούς τομείς, και πάει λέγοντας. Ο φόβος παίζει επίσης ρόλο καθώς οι εκκαθαρίσεις στον πολιτιστικό και ακαδημαϊκό χώρο, οι σκανδαλώδεις διορισμοί ακροδεξιών εξτρεμιστών και ανίδεων σε ηγετικές θέσεις καθώς και οι μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων (ιδιαίτερα στην επαρχία), απειλούν την εργασιακή ασφάλεια της μεσαίας τάξης. H υποστήριξη από το εξωτερικό για διάφορους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών, ιδιαίτερα αυτών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, βρίσκεται υπό συνεχή επίθεση από τα κρατικά και τα δεξιά ΜΜΕ και από αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων και υπουργών. “Οι ΜΚΟ του Σόρος” αποτελούν κύριο στόχο. Όλα αυτά θυμίζουν τα καθεστώτα του Putin και του Erdogan, χωρίς τις συλλήψεις και τις δολοφονίες. Οι διανοούμενοι έχουν υποταχθεί. Περισσότεροι άνθρωποι διαδήλωσαν ανοιχτά στην Ουγγαρία το 1977 και το 1979 ενάντια στη σύλληψη του Václav Havel (και αυτό σε ένα σύστημα που αποκαλείται από όλους, ακόμα και από το ίδιο, δικτατορικό) παρά ενάντια στους διωγμούς των προσφύγων στα σύνορά μας το 2015-16. Παρόλο που η τωρινή περίπτωση αποτελεί παραβίαση των διεθνών συμφωνιών και συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως και τότε, με τη μόνη διαφορά πως τώρα τα θύματα ειναι πολυάριθμα. Ακόμα και παγκοσμίου φήμης αριστεροί φιλελεύθεροι όπως ο συγγραφέας György Konrád ανακοίνωσαν την στήριξη τους για το φράχτη συρματοπλέγματος του κ. Orbán στα ουγγρικά σύνορα. Όμως ο φόβος και οι δωροδοκίες δεν αρκούν. Και ο κ. Konrád δεν είναι ούτε δειλός, ούτε διεφθαρμένος. Είναι ένα γενναίο και ειλικρινές άτομο. Αλλά όπως αυτός, όλο και περισσότεροι άνθρωποι, παλαιότερα στην αντιπολίτευση, είναι πεπεισμένοι ότι το καθεστώς έχει δίκιο. Κομμάτι αυτού είναι, φυσικά, ο κομφορμισμός: μερικοί άνθρωποι προτιμούν να έχουν την ίδια άποψη με αυτό που αντιλαμβάνονται ως την κοινότητά τους. Η πίεση της κοινής γνώμης είναι τεράστια. Ένα άλλο κομμάτι είναι ο γνήσιος φόβος του αγνώστου, ο οποίος προσωποποιείται από τους Μουσουλμάνους μετανάστες, την τρομοκρατική απειλή, και από τον παλιό Ευρωπαϊκό φόβο ότι η Ανατολή θα ενισχυθεί από την ταύτιση της [έννοιας] της ελευθερίας με τη Δύση το 1989. Ο δυτικότροπος ύστερος φιλελευθερισμός δεν ήταν αρκετά οικουμενικός και αυθεντικός για να καταφέρει να προσφέρει διανοητικά και ηθικά όπλα ενάντια στο νέο κύμα του ρατσισμού και του εθνικισμού. Και η παραδοσιακή Αριστερά είναι πολύ αδύναμη. Επίσης, πρέπει να ειπωθεί πως οι προσωπικότητες της μικρής ανεξάρτητης Αριστεράς ήταν πολύ φτωχές στην επίδειξη πολιτικού θάρρους. Υπάρχει μια γενική μετατόπιση προς τα δεξιά, ανεξάρτητη από τον κ. Orbán και τη συμμορία του, η οποία θα συνεχιστεί πολιτικά και μετά από αυτούς.

LeftEast: Έχετε δημιουργήσει τον όρο “μετα-φασισμός” για να αναφερθείτε σε έναν εκφυλισμό της ιδέας της οικουμενικής ιδιότητας του πολίτη στην παρούσα κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μπορείτε να μας εξηγήσετε πώς αυτός ο όρος έχει ισχύ για την Ουγγαρία, και ποιες είναι οι ευρύτερες επιπτώσεις του όσον αφορά τη σύγχρονη Ευρώπη και την πολιτική παγκόσμια;

G. M. Tamás: Αναφέρεται και στην Ουγγαρία, όπου – όπως και σε άλλα μέρη – η υπηκοότητα αποτελεί ξεκάθαρα προνόμιο, και όχι αναφαίρετο δικαίωμα. Έγραψα εκείνο το δοκίμιο το 2000, και δυστυχώς αποδείχθηκε σωστή από την προσφυγική και μεταναστευτική κρίση με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Η υπηκοότητα – ακόμα και στην ανεπαρκή μορφή της άδειας παραμονής και μιας ελάχιστης πιθανότητας για επιβίωση σε μία συγκεκριμένη περιοχή του κατοικημένου κοινωνικού χώρου – δε δίνεται σε πληθυσμούς για τους οποίους αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα σωτηρίας. Οι διακρίσεις με βάση τη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία και το φύλο είναι παντού σε χειρότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2000. Όταν ο Jeremy Corbyn ακόμη δηλώνει την πίστη του σε μια τόσο κοινότοπη αρχή όπως αυτή της ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων μέσα στην Ευρώπη, ακόμη και μετά την αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ, δέχεται κριτική από την Guardian λες και είναι κάποιος αφελής πρωτάρης που ακόμη δεν έχει καταλάβει την πραγματικότητα. Η ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών κρατών, μεταξύ κρατών και ανιθαγενών πληθυσμών και μεταξύ κοινωνικά αποδεκτών και περιθωριακών ομάδων εντός των εθνών-κρατών είναι μια κλασσική αιτία πολέμου. Αυτός δεν είναι ο “Ευρωπαϊκός εμφύλιος” του παρελθόντος (επομένως, μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού, ή , αν θέλετε, μεταξύ του κομμουνισμού και του “Ευρωπαϊκού πολιτισμού”, κατά τον Goebbels), αλλά η τελική αποσύνθεση του σύγχρονου διεθνούς κρατικού συστήματος όπου δεν υπάρχει κάποιος ενοποιητικός κοινός εχθρός για τον “φιλελεύθερο καπιταλισμό”, όπως από το 1945 μέχρι το 1989. Η πραγματική υπηκοότητα (που σημαίνει πλήρη δικαιώματα, “ενδυνάμωση” του πολίτη) γίνεται διαθέσιμη προς πώληση όχι από το κράτος αλλά από καπιταλιστικές εταιρίες. Η υπηκοότητα-ως-προνόμιο μάλλον θα καταλήξει σαν κανενός είδους υπηκοότητα για κανέναν. Η πολιτική ιθαγένεια γίνεται ασαφής, αόριστη και απροσπέλαστη. Ανόητες ταμπέλες όπως αυτή του “λαϊκισμού” και άλλες παρόμοιες δεν μπορούν να εκφράσουν την πραγματικότητα, ενώ ο παράλληλος κατακερματισμός του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των πολιτών, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, θα καταλήξει σε αντιδραστικά μονοπάτια, με πολλές αναβιώσεις αρχαϊκών μορφών. Η σχεδόν οικουμενική επίθεση στις ελευθερίες και στην αξιοπρέπεια των γυναικών, το μίσος για τη γυναικεία σεξουαλικότητα από την Ινδία μέχρι τον Ισλαμικό κόσμο και την Πολωνία είναι ένα παράδειγμα αυτού. Όταν ακούς να αποκαλούν τον Πάπα κομμουνιστή (και φυσικά, στην υπηρεσία των Εβραίων) μπορείς να καταλάβεις την έκταση του χάους. Και όλο αυτό μπορεί και θα συνυπάρξει ειρηνικά με τον νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό, όπως διαπιστώνει η έννοια του μετα-φασισμού.

LeftEast: Όσον αφορά τη δεξιά κυβέρνηση της Ουγγαρίας και τη διαχείρισή της στο προσφυγικό, οι σχολιαστές τείνουν να αναφέρονται εναλλάξ στην “ουγγρική κυβέρνηση” και στους “Ούγγρους”. Πως βλέπετε την σχέση μεταξύ των “Ούγγρων” και του καθεστώτος στο υπάρχον πλαίσιο;

G.M.Tamás: Κανένα έθνος δεν μπορεί να ταυτιστεί με ένα [συγκεκριμένο] σύστημα διακυβέρνησης. Οι κυβερνήσεις είναι θεσμοί οι οποίοι καθορίζονται από συγκεκριμένες ιδέες και ιστορικά ταυτίζονται με αυτές. Η πλειοψηφία των Γερμανών έλυσαν τα ζητήματα του παρελθόντος τους με το Ναζισμό και προχώρησαν, και η Γερμανία σήμερα είναι η χώρα-πρότυπο του αυθεντικού φιλελευθερισμού, αν και σε αμυντική στάση. Η πλειοψηφία των Ούγγρων σήμερα πράγματι υποστηρίζουν το ημι-δικτατορικό, απολυταρχικό, σοβινιστικό, εθνικιστικό και σεξιστικό καθεστώς του κ. Orbán, το οποίο βασίζεται σε μία ξεκάθαρη ταξική πολιτική που ευνοεί τα μεσαία στρώματα, αν και η πλειοψηφία μετά βίας επιβιώνει στο περιθώριο. Ο κ. Orbán θα παραμείνει κ. Orbán, αλλά οι Ούγγροι θα αλλάξουν. Ο μετα-φασισμός δεν είναι το τέλος του κόσμου, αφού καμία κυβέρνηση και καμία κυβερνητική ιδεολογία δεν είναι αιώνια, το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι το πόσο καιρό θα αντέξει.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+