Η Ιστορικότητα των Καταπιεσμένων: η περίπτωση των Ρομά

Μεταφράζουμε το πρώτο μέρος του άρθρου του Philippe Alcoy από το Left Voice με θέμα την πολιτική ιστορία των Ρομά στην Ευρώπη. Η ρατσιστική πρακτική και ρητορική της άρχουσας τάξης προϋποθέτει και διαιωνίζει την αφαίρεση της ιστορικότητας των καταπιεσμένων, δηλαδή επιχειρεί μία απογύμνωση της υπόστασής τους από την ιστορική της διάσταση με αποτέλεσμα τη σίγαση τους και την παρουσίαση της σύγχρονης θέσης τους ως (μετά)φυσικό και αμετάβλητο βιο-κοινωνικό φαινόμενο.

Το ζητούμενο για οποιαδήποτε απόπειρα επαναστατικής πολιτικής δεν είναι απλώς να γίνει η φωνή των καταπιεσμένων, συχνά μέσω διαμεσολαβήσεων και εκπροσωπήσεων. Αλλά να μπορέσει η καθεμία και ο καθένας να εκφράσει το βιογραφικό, δηλαδή τον ιστορικό του λόγο μέσω της δικής του ελεύθερης νοηματοδότησης και βίωσης της ζωής μέσω της ενότητας της πάλης όλων των καταπιεσμένων ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος του καθώς και την ανάδειξη των ιστορικών εκείνων συνθηκών που αποτελούν τη βάση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Το δύσβατο ταξίδι των Ρομά

Η μεταναστευτική κρίση έχει δείξει ξεκάθαρα τη δομική φύση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ευρώπη. Οι Ρομά είναι ένας από τους πιο καταπιεσμένους πληθυσμούς στην ήπειρο· στη Γαλλία, υπάρχει μια ραγδαία άνοδος του αντι-Ρομά ρατσισμού, όχι μόνο από δεξιές ομάδες, αλλά και από το κράτος και τους θεσμούς του.

Οι New York Times αναφέρουν πως η Γαλλία έχει γίνει μια από τις πιο εχθρικές ευρωπαϊκές χώρες για τους Ρομά. Το 2013, υπήρξαν 19,000 απελάσεις Ρομά· 13,500 το 2014, και κατά μέσο όρο 150 ανά βδομάδα το 2015. Κοιτάξτε, ο Χίτλερ ίσως να μη σκότωσε αρκετούς [Ρομά]. Αυτά είπε ο Gilles Bourdouleix, μέλος της Ένωσης Δημοκρατών και Ανεξάρτητων και δήμαρχος της πόλης του Cholet, το καλοκαίρι του 2013 σε μια ομάδα Ρομά που εκδιώχθηκαν από την περιοχή που ζούσαν. Αυτή είναι ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα μιας βαθιά αντιδραστικής τάσης – του αντι-Ρομά ρατσισμού – που αυξάνεται στη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτές οι δηλώσεις και ρατσιστικές πρακτικές ενάντια στους Ρομά δεν είναι κάτι καινούργιο – έχουν μια μακρά ιστορία. Ωστόσο, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οι Ρομά έγιναν ξανά ο αποδιοπομπαίος τράγος. Με την εμβάθυνση της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ο αντι-Ρομά λόγος προωθείται από ένα μεγάλο τμήμα πολιτικών κομμάτων σε ένα εύρος από την ακροδεξιά ως και τμήματα του ρεφορμισμού. Διάφοροι πολιτικοί ηγέτες αναζητούν με κυνικό τρόπο να διοχετεύσουν την αγανάκτηση και τη δυσαρέσκεια ενάντια στους Ρομά και άλλα εκμεταλλευόμενα και καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας.

Αυτοί οι ηγέτες και τα ΜΜΕ προωθούν αφηγήσεις που είναι πολύ παλιές αλλά ακόμη ευρέως διαδεδομένες, συμπεριλαμβανομένης της ιδέας πως οι Ρομά δε θέλουν να εργαστούν και δε θέλουν να ενταχθούν στην κοινωνία· πως είναι κερδοσκόποι που ζουν μέσω απατών και κλοπών που ξεκινούν σε μια νεαρή ηλικία· πως ζουν από τις εισφορές των φορολογούμενων μέσω κρατικών επιδομάτων· και πως είναι οι “επικίνδυνοι φτωχοί” που δεν έχουν τίποτα να χάσουν και επομένως αποτελούν κίνδυνο για ολόκληρη την κοινωνία. Και ενώ αυτοί οι χαρακτηρισμοί ίσως να μοιάζουν υπερβολικοί και κωμικοί, χρησιμεύουν ως η βάση μιας αφήγησης η οποία πρώτον, κανονικοποιεί τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζουν οι Ρομά και δεύτερον, ποινικοποιεί τη φτώχεια. Για να αντικρούσουμε αυτά τα στερεότυπα, είναι αναγκαίο να εξετάσουμε την εξέλιξη των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στις οποίες βρίσκονται οι Ρομά στην Ευρώπη. Αυτές οι συνθήκες εξηγούν την ακραία φτώχεια των Ρομά, ειδικά μετά την πτώση των σταλινικών καθεστώτων στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Δουλεία και Δουλοπαροικία

Αν και είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό, εκτιμάται πως οι Ρομά είναι μεταξύ 12 και 15 εκατομμυρίων. Οι περισσότεροι ζουν στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, αν και βρίσκουμε πληθυσμούς Ρομά και σε δυτικοευρωπαϊκές χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, και η Γαλλία. Η Ρουμανία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό Ρομά (μεταξύ 800,000 και 1 εκατομμύριου, σχεδόν το 10% του συνολικού πληθυσμού). Αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Βουλγαρίας (8%) και της Ουγγαρίας (5% επί του συνόλου και η μεγαλύτερη εθνική μειονότητα). Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές οι Ρομά κατάγονται από την Ινδική υποήπειρο. Για άγνωστους λόγους άρχισαν να μεταναστεύουν προς τη δύση σε διαδοχικά κύματα από το 10ο ως τον 17ο αιώνα. Πιστεύεται πως στις αρχές του 14ου αιώνα, έφτασαν στην Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων και εξαπλώθηκαν στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη. Στον 15ο αιώνα, ταξίδευσαν ως και τη Βρετανία, τις σκανδιναβικές χώρες και τη Ρωσία. Αυτή η γεωγραφική διασπορά εξηγεί εν μέρει την πολιτιστική πολυμορφία ανάμεσα στους Ρομά. Η ίδια περίοδος σημαδεύτηκε από την υποδούλωση των Ρομά, ειδικά στις περιοχές της Μολδαβίας και της Βλαχίας (σύγχρονη νότια Ρουμανία). Η εκμετάλλευση των Ρομά δούλων σ’ αυτές τις χώρες έγινε κεντρικό στοιχείο της οικονομίας της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Ο ρουμάνος συγγραφέας Gabriel Toc γράφει πως η αξία των Ρομά δούλων “αυξανόταν όταν ‘εισάγονταν’ από γειτονικές περιοχές. Αυτό ίσως εξηγεί τον μεγάλο αριθμό Ρομά στη σημερινή Ρουμανία. Όπως έχει δείξει η Isabel Fonseca, από τη στιγμή που εισήχθηκαν μαζικά, η προκατάληψη εναντίον τους επισφραγίστηκε. ‘Ο όρος Τσιγγάνος δεν ήταν πια το όνομα μιας ευρείας εθνότητας ή φυλής… Για πρώτη φορά χρησιμοποιούνταν συλλογικά για μια κοινωνική τάξη: στην κάστα των δούλων. Αυτή η έρευνα επίσης δείχνει πως ο όρος ‘Τσιγγάνοι’ ίσως ομαδοποίησε μαζί και άλλους λαούς που είχαν υποδουλωθεί.” Αυτή η κατάσταση ώθησε οικογένειες Ρομά να καταφύγουν σε λιγότερο εχθρικές περιοχές. Πολλές ομάδες πήγαν στην Τρανσυλβανία, ενώ άλλες ταξίδευσαν ακόμη δυτικότερα. Στην Τρανσυλβανία, ενώ οι Ρομά κατείχαν τις πιο περιθωριοποιημένες θέσεις στην κοινωνία, δεν ήταν επίσημα δούλοι. Ωστόσο, δεν κατείχαν δική τους γη και ήταν ολοκληρωτικά εξαρτημένοι από τους ντόπιους αριστοκράτες που τους προσλάμβαναν προσωρινά και τους μεταχειρίζονταν ως δούλους. Τον υπόλοιπο καιρό, έπρεπε να βρίσκονται σε κίνηση για να εργαστούν ως μετανάστες εργάτες γης, να εμπορευτούν αγαθά που έφτιαχναν οι ίδιοι και να παρέχουν μερικές ειδικευμένες υπηρεσίες. Αυτά ήταν τα μέσα που τους επέτρεπαν να επιβιώσουν.

Ο “νομαδισμός” των Ρομά πρώτα προέκυψε από συνθήκες διαφυγής από τη δουλεία και δεύτερον, έγινε το μέσο επιβίωσης για έναν ακτήμονα και αποκλεισμένο λαό. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τους Ρομά ως ένα λαό σε επιβεβλημένο νομαδισμό. Μεταξύ επισφαλούς προλεταριοποίησης και επιβεβλημένης αφομοίωσης Οι Ρομά ήταν μια περιθωριοποιημένη ομάδα που σε κάθε στιγμή βίωνε διακρίσεις εναντίον της και βρισκόταν υπό διωγμό. Πολλοί οδηγήθηκαν στη σκλαβιά ή τη δουλοπαροικία.

Ωστόσο, σε κάποιες περιοχές και σε συγκεκριμένες εποχές, οι Ρομά κατάφεραν να αποκτήσουν μια σχετική κοινωνική αναγνώριση. Τέτοια ήταν η περίπτωση αυτών που έζησαν στην Ουγγαρία μεταξύ του 15ου και του 17ου αιώνα. Όπως δηλώνει το υπουργείο εξωτερικών της Ουγγαρίας, “Κατά τη διάρκεια των πολέμων κατά των Τούρκων κατακτητών, οι Τσιγγάνοι έπαιξαν έναν αξιοσημείωτο ρόλο στην ουγγρική κοινωνία. Η συνεχόμενη στρατιωτική προετοιμασία και η έλλειψη τεχνιτών παρείχε ευκαιρίες εργασίας. Προσφέροντας χαμηλότερες τιμές από τους τεχνίτες στις συντεχνίες τους εξασφάλισε δουλειές στις οχυρώσεις και την οικοδομή, τη μεταλλουργία, την παραγωγή και συντήρηση όπλων, το εμπόριο αλόγων, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, την ξυλουργία και τη σιδηρουργία. Αυτό τους επέτρεψε να βιοποριστούν και να συμμετέχουν σε σημαντικές δραστηριότητες για τη χώρα. Σε μερικές ομάδες Τσιγγάνων δόθηκαν μάλιστα προνόμια, υπό τη βασιλεία του Sigismund (1387-1437) και αυτή του Matthias (1458-1490) (…) Παρ’ όλα αυτά, στα τέλη του 17ου αιώνα όταν οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν από την Ουγγαρία, οι περισσότερες δραστηριότητες που πραγματοποιούνταν από το πληθυσμό των Τσιγγάνων κατέστησαν αχρείαστες από τους αγρότες, κτηνοτρόφους, τεχνίτες και εμπόρους που είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στην Ουγγαρία”

Αυτή η ενσωμάτωση στην οικονομική δομή της χώρας συνοδεύτηκε από μια πολιτική που εξώθησε τους Ρομά να αφομοιωθούν στην ουγγρική κοινωνία. Ο όρος “Τσιγγάνος” απαγορεύτηκε και αντικαταστάθηκε με τον όρο “νέος Ούγγρος”. Τους απαγορεύτηκε να χρησιμοποιούν τη γλώσσα των Τσιγγάνων. Οι γάμοι μεταξύ Ρομά ήταν πολύ περιορισμένοι και απομάκρυναν τα παιδιά των Ρομά από τους γονείς τους για να τα μεγαλώσουν σε ουγγρικές οικογένειες.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η άφιξη νέων ομάδων Ρομά από γειτονικές χώρες όχι μόνο τροφοδότησε τις προκαταλήψεις της ουγγρικής πλειοψηφίας, αλλά κι αυτές των Ούγγρων Ρομά που είχαν “αφομοιωθεί”. Υπήρχε ένας υψηλός βαθμός διαφοροποίησης εντός του Ρομά πληθυσμού, ακόμη κι αν εξετάσουμε αποκλειστικά την Ουγγαρία. Σύμφωνα με τον Troc, “οι διαιρέσεις στους Τσιγγάνους της Ουγγαρίας αναπτύχθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Η μεγαλύτερη ομάδα, η οποία είχε φτάσει πρωτύτερα και είχε τη γλώσσα και πολιτισμό της, αποκαλούνται ‘Romungro’ ή αλλιώς Ούγγροι Τσιγγάνοι. Οι ίδιοι αποτελούν τη μειοψηφία του πληθυσμού των Τσιγγάνων σήμερα. Η μεγάλη πλειοψηφία της δεύτερης ομάδας έφτασε από τις περιοχές της Ρουμανίας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Μιλούν τη τσιγγάνικη γλώσσα και αποκαλούνται ‘Βλάχοι Τσιγγάνοι’ λόγω της καταγωγής τους. Υπάρχει επίσης, μια τρίτη, μικρότερη ομάδα, οι ‘Beas’ [ξυλοκόποι, ΣτΜ] Τσιγγάνοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στη νοτιοδυτική Ουγγαρία και μιλούν αρχαϊκές ρουμανικές διαλέκτους.” Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Ρομά άρχισαν να αποτελούν τμήμα της εργατικής τάξης σε κάποιες χώρες.

Το άνοιγμα νέων βιομηχανιών, η κατασκευή νέων υποδομών (οδοί, σιδηρόδρομοι) και η επέκταση της γεωργίας επέτρεψαν σ’ ένα κομμάτι των Ρομά να ενσωματωθούν στην οικονομική διαδικασία. Ωστόσο, αυτή η “ενσωμάτωση” δεν έγινε στα χαμηλότερα επίπεδα της οικονομίας. Αναλύοντας το παράδειγμα ενός χωριού στην Τρανσυλβανία, ο Gabriel Troc γράφει, “ Ο όρος “ευκαιρίες” πρέπει να κατανοηθεί εδώ μόνο ως “ευκαιρίες για επιβίωση” (…) Οι Ρομά θεωρούνταν φθηνή εργατική δύναμη που δεν είχαν το δικαίωμα σε σταθερή μισθοδοσία, όπως ένας μη-Ρομά εργάτης. Αντίστοιχα, πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας σημαντικός αριθμός Ρομά “προσλαμβάνονταν” από Ούγγρους με ανταμοιβή τροφή ή ρουχισμό (…) Μερικοί απ’ αυτούς, ιδιαίτερα γυναίκες, “προσλαμβάνονταν” για οικιακή εργασία από Ούγγρικες οικογένειες. Επειδή οι Τσιγγάνοι δεν κατείχαν γη, περιορίζονταν σε οποιαδήποτε εργασία τους προσφερόταν από την πλειοψηφία του πληθυσμού (…) Όταν βρίσκονταν σε γεωργικές ή οικιακές εργασίες η μεγάλη πλειοψηφία των Ρομά είχαν εκ των πραγμάτων ρόλο δουλοπάροικου.”

Μια “ξεχασμένη” γενοκτονία;

Στη δεκαετία του 1930, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση και η άνοδος του φασισμού είχε τρομερές συνέπειες για τους Ρομά. Η προκατάληψη εναντίον τους μεγάλωσε και οι ρατσιστικές πρακτικές από ακροδεξιές συμμορίες και το κράτος αυξήθηκε. Οι Ρομά ήταν οι πρώτοι που έχασαν τις δουλειές τους. Συχνά τους έδιωχναν από τη γη ή τα σπίτια τους για να τα πάρουν οικογένειες από την εθνική πλειοψηφία. Επιπλέον, οι Ρομά γίνονταν αντιληπτοί με αυξητικούς ρυθμούς ως βάρος για το κράτος. Ο Gabriel Troc γράφει, “Στη Ρουμανία η ταξινόμηση στόχευε στο να διαχωρίσει τους ‘χρήσιμους’ Ρομά ( μια μικρή ομάδα μεταλλουργών στην επαρχία, τεχνιτών στις πόλεις και μερικούς μουσικούς) από τους ‘ζητιάνους’, ‘περιπλανώμενους Ρομά, οι οποίοι μέσω των υψηλών ρυθμών αναπαραγωγής τους, θα άλλαζαν την ‘καθαρή’ σύνθεση του Ρουμάνικου πληθυσμού. Η απόρροια αυτής της κατηγοριοποίησης ήταν η μαζική απέλαση πληθυσμών Ρομά στην Τρανσίστρια (ανατολική Βεσσαραβία, τμήμα της Μολδαβίας στη σύγχρονη εποχή) κατά τη διάρκεια του πολέμου.” Πράγματι, το 1942, στη Ρουμανία το φιλοναζιστικό καθεστώς του Ion Antonescu έστειλε 25,000 Ρομά (12% του συνόλου των 210,000 που ζούσαν στη χώρα) σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, απ’ όπου 11,000 ποτέ δεν επέτρεψαν. Εκτιμάται πως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου πέθαναν μεταξύ 230,000 και 500,000 Ρομά. Προέρχονταν όχι μόνο από την ανατολική Ευρώπη αλλά και από δυτικές χώρες (πάνω από 30,000 Ρομά βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γαλλία).

Η σιγή για τη γενοκτονία των Ρομά (Η Γερμανία – η πρώην δυτική Γερμανία – δεν αναγνώριζε επίσημα το ιστορικό αυτό γεγονός ως το 1979) δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να αναγνωρίσουμε τη συνέχιση των διακρίσεων και του ρατσισμού κατά των Ρομά στην Ευρώπη σήμερα. Ο ρατσισμός αυτός εκφράζεται μέσω των πολιτικών που ασκούν διάφορες χώρες. Στο Ξεχασμένο Ολοκαύτωμα (L’Holocauste Oublié, 1979), ο Christian Bernadac γράφει πως “η προκατάλειψη, συντηρούμενη από τη διαρκή, υποβοηθούμενη από το κράτος καταπίεση, οδήγησε στο εξής ανησυχητικό παράδοξο: το να είσαι ενάντια στους Ρομά σημαίνει να είσαι υπέρ του νόμου. Ο χώρος ανάπτυξης της ‘Τελικής Λύσης’ ήταν ολοκάθαρα προετοιμασμένος όταν ο εθνικοσοσιαλισμός κατέλαβε την εξουσία το 1933. Όλες οι δυνατότητες άσκησης βίας – με εξαίρεση τους θαλάμους αερίων – είχαν προβλεφθεί, περιγραφεί και εφαρμοστεί από άλλες κυβερνήσεις: μαζικές απελάσεις (Γαλλία, 1802), αρπαγή παιδιών Ρομά από τους γονείς τους (Γερμανία, 1830), διωγμοί δια των όπλων (Βρετανία, 1912), η απαγόρευση της γλώσσας και της ένδυσης των Ρομά (αρκετές περιοχές σε Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία), η απαγόρευση των γάμων μεταξύ Ρομά και η απαγόρευση του νομαδισμού· η δουλοπαροικία (Ρουμανία), η ακύρωση γάμων μεταξύ Ρομά και μη-Ρομά (Ουγγαρία), η δήμευση της ιδιοκτησίας, η απαγόρευση κατοχής κάρου για άλογα, η απαγόρευση άσκησης συγκεκριμένων επαγγελμάτων, η απαγόρευση αγοράς σπιτιού (Πορτογαλία). (…) Καμπάνιες πυροσφραγίσματος (branding) (Ουγγαρία, 1909) ή στείρωση (Νορβηγία, 1930)”

Για να ολοκληρώσει την εικόνα ενός ευρέως διαδεδομένου αντι-Ρομά ρατσισμού, ο Bernadac αναφέρει τις μαρτυρίες Εβραίων επιζώντων του Ολοκαυτώματος για τους Ρομά: “Καθηγητής Hagenmuller: ‘Οι Τσιγγάνοι φαίνονταν σε εμάς σαν να έχουν δυο βασικά χαρακτηριστικά: το πάθος για κλοπή και τη μουσική τους’ Καθηγητής Charles Richet: ‘Όσον αφορά του Ρομά, η ολοκληρωτική εξαφάνισή τους θα επηρέαζε στο στρατόπεδο μόνο έναν μικρό αριθμό αφιερωμένων φιλάνθρωπων…”

Αν βρίσκουμε τέτοιες αναφορές σε μαρτυρίες που στόχο είχαν να καταδικάσουν τη βαρβαρότητα των Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν είναι παράξενο που αυτές οι γενοκτονικές πρακτικές κατά των Ρομά συνεχίζουν να επισκιάζονται και να μη γίνονται κατανοητές.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+