“H κρίση συνίσταται ακριβώς στο ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται πολλά διαφορετικά νοσηρά συμπτώματα” γράφει ο ιταλός κομμουνιστής Αντόνιο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής.

Το κεφάλαιο λιμνάζει και στο αναπόφευκτο βραχυκύκλωμα των αντιφάσεών του, απογυμνώνεται η θνησιγένεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της κοινωνίας και των επιθυμιών που αυτός παρήγαγε. Ο παραλογισμός της κανονικότητας του εντείνεται και διατρέχει όλες εκείνες τις έννοιες και κώδικες που στόχο είχαν να δεσμεύσουν και να καθηλώσουν το υποκείμενο στο έδαφος του καπιταλισμού.

Το κοινωνικό συμβόλαιο του καιρού της ανάπτυξης και του κράτους πρόνοιάς του έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα και μαζί του καταρρέουν οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες των οποίων λανθάνουσα και ουσιώδης λειτουργία ήταν η εγγύηση συναίνεσης και νομιμοφροσύνης στους εργατικούς χώρους. Η διάλυση της παροδικότητας της ανάπτυξης έφερε με την κρίση την προσπάθεια μονιμοποίησης των επισφαλών σχέσεων εργασίας, της χρόνιας ανεργίας και κατέδειξε την απατηλότητα της κοινωνικής ανέλιξης.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία αναδεικνύεται όλο και πιο έντονα ως η μορφή εκείνη της ταξικής κυριαρχίας που η ανάγκη της αναπαραγωγής του κεφαλαίου επιτρέπει την μετάλλαξη σε φαινομενικά αντίθετες της, πιο απολυταρχικές μορφές άσκησης της εξουσίας. Αντίστοιχα, οι αξίες των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών πήραν την πραγματική και αποκρυσταλλωμένη μορφή τους ως ελευθερία διακίνησης εμπορευμάτων και κεφαλαίου. Η κρίση έσπασε κάθε μεταφυσικό κέλυφος μέσα στο οποίο βρισκόταν η ωμότητα του ταξικού χαρακτήρα της δημοκρατίας. Και είναι ακριβώς αυτή η ωμότητα που κάνει κάθε πολιτικό εγχείρημα που “παλεύει για άμεση/ριζοσπαστική δημοκρατία” να μοιάζει σαν κακοπαιγμενη  φαρσοκωμωδία.

Στην εποχή των συνόρων που διατρέχουν όλα τα μήκη και πλάτη, τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι εν τέλει τα δικαιώματα που μόνο ο πολίτης του έθνους-κράτους μπορεί να κατέχει και η ανθρώπινη υπόσταση ορίζεται μόνο ως διαμεσολαβημένη από το καπιταλιστικό κράτος. Οι πρόσφυγες και μετανάστες στην ορμητική τους κίνηση αμφισβητούν έμπρακτα το έθνος-κράτος και τη διαμεσολάβηση του γι’αυτό και βρίσκουν απέναντί τους το σύστημα είτε με το αντιδραστικό είτε με το σοσιαλδημοκρατικό και νεοφιλελεύθερο προσωπείο του.

Το έθνος όμως έφτασε στο αντικειμενικό λυκόφως του. Γεννήθηκε και πήρε τη σύγχρονη μορφή του στις αστικές επαναστάσεις και στην ακμή του κεφαλαίου και στην εποχή της παρακμής του έβγαλε τον ιδεαλιστικό μανδύα του. Έτσι, ξεμπροστιάστηκε στην υλική του πραγματικότητα, αυτής ως εργαλείο της αστικής τάξης για την προώθηση των συμφερόντων της και της περίκλεισης των υποτελών σε μια γραμμή παραγωγής , η οποία οδηγεί στην ταξική συνεργασία που ακούει στο όνομα εθνική ενότητα είτε παίρνει τη μορφή της εφαρμογής των μνημονικών πολιτικών για τη σωτηρία της εθνικής οικονομίας (και της παραγωγικής της ανασυγκρότησης) είτε αυτή της αποστολής των μαζών στο σφαγείο του πολέμου. Κι αν οι ιερές αγελάδες του καπιταλισμού ενταφιάζονται η μια μετά την άλλη, η αγία ελληνική οικογένεια βαλτωσε κι αυτή και έγινε μια αποθήκη ανεκπλήρωτων επιθυμιών.

Η ολότητα της αντίφασης μεταξύ της αξίας χρήσης και της αξίας ανταλλαγής, μεταξύ της τάξης που παράγει τη ζωή και της τάξης που παρασιτεί σε βάρος αυτής της ζωής, δεν μπορεί να επιλυθεί εντός του υπάρχοντος συστήματος με τα εργαλεία, τις συνταγές και τις έννοιες του. Η αληθινή άρνηση του καπιταλισμού δεν μπορεί να γεννηθεί χωρίς την επαναστατική κατάφαση του νέου το οποίο το υποκείμενο θα το αναδημιουργεί συνεχώς στην πραγματική του κίνηση. Στην κίνηση που καταργεί το υπάρχον.

Κάθε γέννηση είναι μια ασυνέχεια, μια ρήξη με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτού που προϋπήρχε. Αυτό που κωδικά ονομάστηκε “ρεφορμισμός” αναζητά συνεχώς το νέο ως ένα άλλο και διαφορετικό παλιό. Το αναζητά στην κατάκτηση των μηχανισμών του κράτους του κεφαλαίου και στην τιθάσευση αυτού μέσω μια άλλης αναπαραγωγής του. Το αναζητά σ’ ένα συμβόλαιο με αυτούς που έχουν το μονοπώλιο της βίας μέσω της αυταπάτης ότι η εξουσία δεν είναι υλική και οικονομική συνθήκη, αλλά πολιτική επιβολή που επιτυγχάνεται μέσω των θεσμών του υπάρχοντος. Το αναζητά με τη δημιουργία σχέσεων εκπροσώπησης με τις μάζες χωρίς ούτε να μπορεί ούτε να θέλει να αντιληφθεί πως το ζήτημα είναι η διάλυση των σχέσεων αυτών και στον αυτοπροσδιορισμό του υποκειμένου μέσω της ίδιας του δράσης και όχι μέσω του ετεροκαθορισμού του από την αστική τάξη.

Η κατάληξη κάθε επανεμφάνισης του με όλη την πληθώρα των ονομάτων του –Σύριζα, ΛΑΕ, Podemos – είναι πιο εκφυλισμένη από την προηγούμενη γιατί τα αληθινά του όρια δεν είναι άλλα από αυτά των ορίων των παραχωρήσεων του καπιταλισμού. Και εν μέσω της δομικής του κρίσης, η πολιτική του ρεφορμισμού δεν έχει κανένα περιθώριο διαφοροποίησης, πέρα από αυτό της φραστικής εξαπάτησης, με τα κυρίαρχα αστικά κόμματα.

Ως εκ τούτου, η απόσπαση των μαζών από την ρεφορμιστική πολιτική είναι κατά κύριο λόγο σύγκρουση με την πολιτική του. Σύγκρουση με την αντίληψη ότι η σοσιαλδημοκρατία (παλιάς και νέας κοπής) κινείται με πιο καθυστερημένους ή διστακτικούς ρυθμούς από την επαναστατική πολιτική. Η ουσία δεν βρίσκεται σε μια ποσοτική και τακτική διαφορά αιτημάτων την οποία με μετωπικά τεχνάσματα θα μετατοπίσουμε, αλλά στην αντιπαράθεση ταξικά εχθρικών στρατηγικών. Και η επικράτηση της μιας, συνεπάγεται την εξάλειψη της άλλης σε πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο.

Η συγκρότηση της επαναστατικής στρατηγικής απαιτεί από εμάς τη διατύπωση και οργάνωση, θεωρητικά και πρακτικά, των δομών και εργαλείων που θα γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της σημερινής συνείδησης της εργατικής τάξης και αυτής στην οποία η εργατική τάξη θα είναι Τάξη για τον εαυτό της και η χειραφέτηση της θα είναι η χειραφέτηση του Ανθρώπου. Το όνομα της επιθυμίας για χειραφέτηση είναι Κομμουνισμός.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+