Αταξικά μέτωπα ενός αταξικού αντιφασισμού ή αλλιώς: το χρονικό της αποτυχίας του λαϊκομετωπισμού στην Αυστρία

Ο Περσέας χρειαζόταν έναν σκούφο που τον έκανε αόρατο, για να καταδιώξει τα τέρατα. Εμείς τραβάμε τον σκούφο βαθιά πάνω από τα μάτια και τα αυτιά μας, για να μπορούμε να αρνούμαστε την ύπαρξη των τεράτων”, έγραφε ο Karl Marx στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου για να περιγράψει την αναγκαία ερευνητική διαδικασία για την αποδόμηση των μεταφυσικών αντιλήψεων που αφορούν τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η ιστορία όμως δεν κινείται γραμμικά αλλά με ασυνέχειες, πισωγυρίσματα αλλά και άλματα προς τα εμπρός. Κι η αρχή του 2017 σημαδεύτηκε με πογκρόμ κατά μεταναστών στην Πολωνία, μία χώρα που το ποσοστό τους δεν υπερβαίνει το 1% και θα δεχτεί να εγκατασταθούν σε αυτή μόλις 100 Σύριοι πρόσφυγες από το 2016 ως το 2020.[1] Πανευρωπαϊκά, η άνοδος των ακροδεξιών και νεοφασιστικών μορφωμάτων σε όλες τους τις εκδοχές – και κυρίως των αντιδραστικών πρακτικών – διατυπώθηκε σε πολλά στιγμιότυπα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2016: από τις εντεινόμενες αντιπροσφυγικές πολιτικές των εκάστοτε κυβερνήσεων και τα «από τα κάτω» ρατσιστικά κινήματα ως  την παρ’ ολίγον εκλογή προέδρου από το εθνικιστικό FPÖ («Κόμμα της Ελευθερίας») στην Αυστρία.

Στον αντίποδα, το ευρωπαϊκό αντιφασιστικό κίνημα συνολικά παρέμεινε στάσιμο με τη δράση του να κινείται μεταξύ μιας ηττοπαθούς μοιρολατρίας για την επικείμενη επέλαση της ακροδεξιάς και ενός αδιέξοδου κινηματισμού που στερείται το βασικό χαρακτηριστικό κάθε νικηφόρου κινήματος: τη δική του ταξική πολιτική ενάντια στην πολιτική της αστικής τάξης. Ωστόσο, η πάλη την τάξεων απεχθάνεται το κενό: ελλείψει δικού σου στρατηγικού σχεδίου, είσαι καταδικασμένος να ακολουθήσεις το σχέδιο τμημάτων του αντίπαλου στρατοπέδου, άμεσα και έμμεσα.

Η αναγκαιότητα και ο στόχος όμως παραμένει: να τσακίσουμε το φασισμό. Κι αυτό μας θέτει επιτακτικά την πρόκληση να δούμε την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι και στην ανατομία της να βρούμε τη δική μας στρατηγική για τη δική μας κίνηση.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της Αυστρίας, ας ερευνήσουμε τις συνθήκες και τους δρώντες εντός τους σε όλη τους την έκταση στην προσπάθειά μας να αντλήσουμε συμπεράσματα για το άνοιγμα επαναστατικών δυνατοτήτων.

«Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον..»

Στις 4 Δεκέμβρη διεξήχθησαν στην Αυστρία  επαναληπτικές εκλογές για την προεδρία. Οι προηγούμενες εκλογές είχαν γίνει το Μάη αλλά το συνταγματικό δικαστήριο ακύρωσε το αποτέλεσμα και οδήγησε στη διαδικασία του Δεκέμβρη. Το αξίωμα του προέδρου στο αυστριακό κράτος περιλαμβάνει τη δυνατότητα διάλυσης του κοινοβουλίου, οδηγώντας κατά πάσα πιθανότητα τη χώρα σε εκλογές εκ νέου.

Οι 2 υποψήφιοι ήταν ο Alexander van der Bellen από το φιλελεύθερο Κόμμα των Πρασίνων (με στήριξη από το σοσιαλδημοκρατικό (SPÖ) και το συντηρητικό (ÖVP) κόμμα) και ο Norbert Hofer από το εθνικιστικό FPÖ. Στις 22 Μάη ο υποψήφιος των πρασίνων είχε εκλεγεί με 50.7% έναντι 49.3% των ψήφων που πήρε ο Hofer, ενώ στις 4 Δεκέμβρη ο van der Bellen αύξησε τη νίκη του κοντά στο 53.8% με το FPÖ να μένει στο 46.2%. Η ιδιαιτερότητα των αυστριακών εκλογών συμπυκνώθηκε σε δύο στοιχεία:

  • Από το 1955 ως σήμερα οι εκλογικές διαδικασίες κυριαρχούνται από τους σοσιαλδημοκράτες και τους συντηρητικούς, οι οποίοι συχνά σχηματίζουν κυβερνήσεις συνεργασίας. Το Μάη του 2016 οι υποψήφιοι τους αποκλείστηκαν με αθροιστικό ποσοστό κάτω από 25%, ενώ το 2010 ο σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος (με ανεπίσημη στήριξη από το ÖVP) είχε λάβει σχεδόν το 80% των ψήφων.
  • Για πρώτη φορά το FPÖ πλησίασε σε τέτοιο βαθμό τη νίκη σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Συγκριτικά, με τις προεδρικές του 2010 (0.5 εκ. ψήφους) και τις βουλευτικές του 2013 (~1 εκ. ψήφους) διπλασίασε τους ψηφοφόρους του σε πάνω από 2 εκ., παίρνοντας μάλιστα την πρωτιά στον πρώτο γύρο όπου αποκλείστηκαν το SPÖ και το ÖVP. Στον ακυρωμένο δεύτερο γύρο του Μάη, έχασε την προεδρία για περίπου 30,000 ψήφους.

Η άνοδος του FPÖ είναι ως τώρα η βασική έκφραση της κρίσης του πολιτικού συστήματος της χώρας ως συνέπεια της κρίσης του καπιταλισμού και της αδυναμίας διαχείρισης της από την αυστριακή αστική τάξη.

Από το 1998 ως σήμερα, το μέσο εργατικό εισόδημα έχει μειωθεί κατά 14%.[2] Η ανεργία αν και κυμαίνεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι στην υψηλότερη τιμή της από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και διατηρείται τεχνητά σε χαμηλό επίπεδο μέσω διευρυμένων προγραμμάτων μετα-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε όλη αυτή την περίοδο, η συγκυβέρνηση SPÖ-ÖVP έχει προωθήσει με κάθε μέσο τις πολιτικές της λιτότητας, των ιδιωτικοποιήσεων και της ελαστικοποίησης των σχέσεων εργασίας. Το 59% της νεολαίας απάντησε σε πρόσφατη δημοσκόπηση πώς θεωρεί την εργασιακή προοπτική της πολύ χειρότερη από αυτή της προηγούμενης γενιάς.

Παρ’ όλα αυτά, καμία οικονομική κρίση – έστω και δομική – δεν μπορεί αποκλειστικά αυτή καθ’ αυτή να οδηγήσει στην άνοδο ενός εθνικιστικού ή ναζιστικού μορφώματος. Μια τέτοια εναλλακτική είναι προϊόν πρώτα και κύρια των πολιτικών επιλογών της άρχουσας τάξης, της ανεπαρκούς απάντησης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και των διαδικασιών μέσω των οποίων υποκειμενοποιείται η εργατική τάξη στις δοσμένες συνθήκες.

Η πορεία του FPÖ δείχνει πως πρόκειται για ένα εθνικιστικό, ρατσιστικό κόμμα με μικροαστική βάση και δομικά νεοναζιστικές προεκτάσεις. Δημιουργήθηκε το 1956 με πρώτο πρόεδρο τον Anton Reinthaller, πρώην αξιωματικό των SS. Εξ’ αρχής το κόμμα αποτελούσε μια σύζευξη μεταξύ ναζισμού και εθνο-φιλελευθερισμού, συνδυάζοντας βαθιά αντιδραστικές πολιτικές, οικονομικό προστατευτισμό ως προς το εξωτερικό και φιλελεύθερα μίγματα διαχείρισης στο εσωτερικό. Η ίδια του η γέννηση επιβεβαιώνει πόσο απατηλή είναι η «προοδευτικότητα» των φιλελεύθερων σε σύγκριση με την πιο μαύρη αντίδραση. Ο πρόεδρος του FPÖ, Heinz-Christian Strache μετά το πέρας των εκλογών δήλωσε πως «Αυτή είναι μόνο η αρχή. Η αρχή μιας νέας εποχής στη δημοκρατία μας, προς μια πιο άμεση δημοκρατία και δεσμευτικά δημοψηφίσματα». Πριν λίγα χρόνια, στην καμπάνια του για τη δημαρχεία της Βιέννης περιλαμβανόταν το σύνθημα “Να δυναμώσει το βιεννέζικο αίμα μας”.

Οι δυο εικόνες δεν είναι αντιπαραθετικές μεταξύ τους, αντιθέτως, αλληλοσυμπληρώνονται.

Σε όλα τα χρόνια ύπαρξής του οι σοσιαλδημοκράτες σε επίπεδο λόγου το κατηγορούν για ξενοφοβία και εθνικιστικό λαϊκισμό. Παρά τις κατηγορίες, θα γίνουν οι πρώτοι που θα το καλέσουν να συγκυβερνήσει μαζί τους το 1983. Το δρόμο τους θα ακολουθήσει το ÖVP το 1999. Σήμερα, το SPÖ εμπλουτίζει την «προοδευτική» κριτική του στο FPÖ συγκυβερνώντας μαζί του σε τοπικό επίπεδο στο κρατίδιο τουBurgenland.

Η βάση της κυβερνητικής συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών-εθνικιστών στο συνοριακό κρατίδιο εδράζεται στην – παρά τις επιμέρους διαφορές τους – κοινή ρατσιστική/αντιπροσφυγική πολιτική.  Σε κεντρικό επίπεδο, το SPÖ έχει προωθήσει τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων και το κλείσιμο τους για τους πρόσφυγες, την ισλαμοφοβία, την στοχοποίηση των μεταναστών ως κύρια αιτία για την αύξηση της ανεργίας στη χώρα.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όλα τα αστικά κόμματα της Αυστρίας. Το ÖVP ζητά τη μείωση των προσφύγων με δικαίωμα αίτησης ασύλου κατά 50% «για να σταματήσουν οι σεξουαλικές επιθέσεις», ενώ ο νέος πρόεδρος  – και πρώην ηγέτης των Πρασίνων – Alexander van der Bellen στην προεκλογική του εκστρατεία στήριξε την πολιτική των κλειστών συνόρων και προσπάθησε να μεταθέσει την αντιπαράθεση με το FPÖ από το προσφυγικό στην «αντιευρωπαϊκή» στάση των εθνικιστών κατηγορώντας τον Hofer πως θέλει να βγάλει τη χώρα από την ΕΕ.

Σε προεκλογική δημοσκόπηση, στην ερώτηση «ποια στοιχεία αξιολογείτε ως τα πιο σημαντικά στην επιλογή σας;» οι ψηφοφόροι του van der Bellen απάντησαν ότι: 1)  «μπορεί να εκπροσωπήσει καλύτερα τη χώρα στο εξωτερικό» 2) «έχει φιλοευρωπαϊκή στάση» 3) «κατανοεί καλύτερα τι πρέπει να κάνει ένας πρόεδρος». Αντίστοιχα, όσοι ψήφισαν τον Hofer απάντησαν πως: 1) «κατανοεί καλύτερα τα προβλήματά μου» 2) «είναι ικανός» 3) «είναι ενάντια στο πολιτικό σύστημα».[3]  Παράλληλα, το 42% δήλωσαν πως ψήφισαν τον van der Bellen διότι δεν ήθελαν να εκλεγεί ο Hofer.

Εδώ εκδηλώνεται η βασική αντιπαράθεση μεταξύ FPÖ και των υπόλοιπων αστικών κομμάτων. Οι εθνικιστές δηλώνουν πως είναι κατά του «καθεστώτος της ΕΕ, στην πάλη για την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας», ενώ SPÖ, ÖVP και Πράσινοι τοποθετούνται υπέρ των πολιτικών της ΕΕ. Ουσιαστικά, οι δυο πλευρές εκφράζουν διαφορετικές στρατηγικές για την ανάκαμψη του αυστριακού κεφαλαίου και επιχειρούν να προσδέσουν τα πληττόμενα στρώματα σ’ αυτές με την προβολή τους ως τις μόνες ικανές να δώσουν λύση στα προβλήματα της εργατικής τάξης.

H υποκριτική κριτική των σοσιαλδημοκρατών ενάντια στο ρατσισμό του FPÖ όχι μόνο δεν το απονομιμοποιεί, αντιθέτως, η πολιτική που ακολουθούν τον κανονικοποιεί και τον ενισχύει. Και καθώς η διαμάχη προχωρά στην ουσία της οικονομικής πολιτικής η φιλοΕΕ στάση τους δημιουργεί συνθήκες όπου το FPÖ μπορεί και παρουσιάζει την πολιτική του ως «αντικαθεστωτική» ή όπως δήλωσε ο εθνικιστής βουλευτής Herbert Kickl: «στις εκλογές παλέψαμε μόνοι εναντίον όλων».[4]

Παρουσιάζοντας συνοπτικά το ψευδό-δίλημμα που τέθηκε στους ψηφοφόρους, μάλλον θα λέγαμε πως μετάξύ van der Bellen και Hofer είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε:

  • μια αόριστη αντιΕΕ τοποθέτηση συνδεδεμένη με την αντίδραση και έναν ρατσισμό που επαναφέρει μέχρι και το ναζιστικό συμβολισμό για να αποπροσανατολίσει από τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής δυσχέρειας των Αυστρών εργατών.
  • μια ξεκάθαρη φιλοΕΕ τοποθέτηση που προτείνει ένα μίγμα φιλελεύθερης τεχνοκρατικής λιτότητας και σκληρής καταπίεσης-εκμετάλλευσης προς τους μετανάστες-πρόσφυγες.
«…δε θα πεθάνει μόνος»

Κι αν η πραγματικότητα δείχνει μια Αυστρία όπου τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων τα χτίζει η σοσιαλδημοκρατία και τα επεκτείνει ο “ντροπαλός” φασισμός, οι αφηγήσεις των «προοδευτικών» ΜΜΕ καλλιεργούν μια τελείως διαφορετική εικόνα μετά τη νίκη του van der Bellen. Οι φιλελεύθερες εφημερίδες είδαν «αναχαίτιση της νέο-εθνικιστικής απειλής για την Ευρώπη, ενώ η Julia Ebner γράφοντας για την Guardian παρουσίασε τις εκλογές ως «μια μάχη μεταξύ απληστίας και αλληλεγγύης, μίσους και συμπαράστασης, και πιθανώς, μεταξύ πολέμου και ειρήνης».

Αφενός, το ταξικό μίσος των αστών προς τους εργάτες δεν σταμάτησε με την ήττα του FPÖ απλώς φόρεσε το κανονικόμορφο προσωπείο του με τον
σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Christian Kern να δηλώνει λίγες εβδομάδες αργότερα πως «η ανατολική Ευρώπη εξάγει την ανεργία της στη χώρα μας» αλλά η κυβέρνησή του «θα κάνει την Αυστρία ξανά σπουδαία», δανειζόμενος το σλόγκαν της καμπάνιας του Donald Trump στις ΗΠΑ. [5]

Αφετέρου, αναδεικνύεται όχι μόνο πως οι “ρίζες του φασισμού το σύστημα αγκαλιάζουν” αλλά αναλύσεις όπως της Ebner δείχνουν και μια δομική ανικανότητα αντιμετώπισης του καθώς τα αυτό-καθησυχαστικά δημοκρατικά παραμύθια δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό: παραμύθια.

Τι γίνεται όμως με τις μόνες – δηλαδή αυτές που θέτουν ως σκοπό συγκρότησής τους την ανατροπή του καπιταλισμού – οργανωμένες δυνάμεις  που μπορούν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αντιφασιστική πάλη;

Το ΚΚ Αυστρίας (KPÖ) σε κεντρικό επίπεδο ακολουθεί μια γραμμή ανάλογη με αυτή του γερμανικού Die Linke και ζητά μια «πιο ανθρώπινη πολιτική ένταξης για τους πρόσφυγες» στα πλαίσια της ΕΕ, η οποία κατά το ίδιο έχει «έλλειμμα δημοκρατίας και πρέπει να μετασχηματιστεί» ενάντια στη «νεοφιλελεύθερη επίθεση». Στα παραρτήματά του στα ομόσπονδα κρατίδια έχουν εμφανιστεί έντονες διαφωνίες σχετικά με τη στάση του για το προσφυγικό. Οργανώσεις όπως αυτές της Στυρίας στηρίζουν μια σκληρότερη τοποθέτηση όπου το βάρος πέφτει στο «να μην υπάρξουν οικονομικές απώλειες λόγω του προσφυγικού για όσους αυστριακούς δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν» με έμφαση στην «άμεση γλωσσική-πολιτισμική ενσωμάτωση των προσφύγων».

Στις εκλογές το κόμμα κάλεσε «όποιον θέλει να σταματήσει την ακροδεξιά να ψηφίσει τον van der Bellen».[6] Σε συνέντευξη μετά τις εκλογές ο πρώην γ.γ. του KPÖ, Walter Baier ανέπτυξε περαιτέρω τη στρατηγική και τακτική που ακολουθήθηκε:

H νίκη του van der Bellen έχει μεγάλη συμβολική αξία επειδή δείχνει πως μπορούμε να τους νικήσουμε. [..] Και θέλω να πω, πως είμαι αριστερός. Έχω μια πολύ επικριτική στάση απέναντι στην ατζέντα του van der Bellen, ο οποίος είναι φιλελεύθερος με την καλή έννοια αλλά την ίδια στιγμή και με μια πολύ κακή έννοια καθώς στηρίζει τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της ΕΕ. Ωστόσο, το ότι καταφέραμε να ενώσουμε, όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις ακόμα και τους δημοκράτες εντός των συντηρητικών, τους σοσιαλδημοκράτες, τους πράσινους, τους κομμουνιστές, τους ανεξάρτητους αριστερούς [..] Αυτό είναι κάτι. Και πρέπει να σου πω, πως δεν είμαι απλά χαρούμενος γι’ αυτό, είμαι περήφανος [..] διότι αυτό χρειαζόμαστε απεγνωσμένα πλέον στην Ευρώπη.[7]

Κατά το KPÖ η μεγάλη μάχη είναι μεταξύ ακροδεξιάς και δημοκρατίας. Για να δοθεί πετυχημένα χρειάζεται ένα ευρύ πολιτικό μέτωπο όλων των δημοκρατικών δυνάμεων: από τους συντηρητικούς δημοκράτες εντός του ÖVP ως τους κομμουνιστές. Οι δυνάμεις οι οποίες το συναποτελούν μπορεί να έχουν εφαρμόσει τις σκληρότερες πολιτικές ενάντια στις κατακτήσεις στης εργατικής τάξης αλλά μπροστά στην ακροδεξιά και το ρατσισμό της, αλλά αυτά τα στοιχεία πρέπει να εξεταστούν ως δευτερεύοντα για να επικρατήσει η “δημοκρατία”.

Δηλαδή: στο όνομα μιας φαντασιακής δημοκρατίας, η εργατική τάξη να πάψει να παλεύει ανεξάρτητα για τις δικές της ανάγκες, να γίνει κομμάτι ενός σύγχρονου διαταξικού (άρα: αστικού) λαϊκού μετώπου και να παλεύει για την εκλογή αστών υποψηφίων.

Το δεύτερο στοιχείο μέγιστου πολιτικού κομπογιαννιτισμού του ΚΚ Αυστρίας είναι ο ψευδής διαχωρισμός μεταξύ δημοκρατικών και ακροδεξιών δυνάμεων. To SPÖ συγκυβερνά τοπικά με τους ακροδεξιούς και όλοι μαζί εφαρμόζουν την ίδια ρατσιστική πολιτική με κατά βάση φραστικές διαφορές.

Το Traiskirchen είναι ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων στην Ευρώπη. Το 2015 ο αριθμός των προσφύγων υπεραυξήθηκε σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης που οδήγησαν τη Διεθνή Αμνηστία να ετοιμάσει ειδικά αναφορά για το στρατόπεδο. [8] Υπεύθυνοι για τη ναζιστικής έμπνευσης μεταχείριση στο Traiskirchen είναι οι «δεξιοί δημοκράτες» και οι σοσιαλδημοκράτες που συγκυβερνούν στο κρατίδιο της Κάτω Αυστρίας. Κατά τ’ άλλα είναι χαρούμενος και περήφανος που συγκρότησε εκλογικό μέτωπο κατά του FPÖ ο πρώην γ.γ. του ΚΚ Αυστρίας ονομάζοντας το μάλιστα «εναίο μέτωπο» στην προσπάθεια του να καπηλευτεί την κομμουνιστική μετωπική τακτική και να την εκφυλίσει σε «κοινή δράση» για τη συλλογή ψήφων για τον van der Bellen.

Την λαϊκομετωπική περηφάνια τού KPÖ συμμερίζεται και η Neue Linkswende (NL, αδελφή οργάνωση του ΣΕΚ). Το ηγετικό στέλεχος της David Albrich, σε συνέντευξη στη Socialist Worker, ανέπτυξε τους στόχους της παρέμβασης της οργάνωσης κατά τη διάρκεια των εκλογών:

H αντιρατσιστική καμπάνια έκανε τη μεγάλη διαφορά. Όπως μας εξήγησε ο David, “εξετάσαμε [τα στοιχεία] για 20 μικρές πόλεις και κοινότητες όπου υπήρχε δυνατή αντιρατσιστική παρουσία. Σε όλη την επικράτεια ο van der Bellen ανέβηκε κατά 1.3% σε σχέση με το Μάη, αλλά σε αυτές τις 20 πόλεις είχε ανέβει κατά 3.2%[9]

Σε άλλη συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών συνεχίζοντας κι αυτός την επίκληση στο ενιαίο μέτωπο με πολλούς αστερίσκους:

ΕφΣυν: Υπάρχει κάποια ρεαλιστική πιθανότητα για ένα ενιαίο μέτωπο των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων στη χώρα;

Στη βάση της κατανόησης του FPO ως ενός φασιστικού κόμματος, αυτό είναι πολύ δύσκολο. [..] Κατορθώσαμε να φέρουμε κοντά 150 οργανώσεις, ΜΚΟ και κόμματα, προκειμένου να φτιάξουμε την «Πλατφόρμα για μια ανθρώπινη πολιτική ασύλου». Αυτή αποτελείται από το Πράσινο Κόμμα, νεολαιίστικες οργανώσεις της Σοσιαλδημοκρατίας, την αφγανική κοινότητα και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης στους πρόσφυγες σε πολλές διαφορετικές πόλεις και χωριά.[10]

Αρά: αντιφασιστικό κίνημα σε κοινή πλατφόρμα – μίνιμουμ στρατηγικού περιεχομένου – με αστικά κόμματα και με στόχο τη χαρτογράφηση ψηφοφόρων για φιλελεύθερους θιασώτες των πολιτικών της ΕΕ.

«Τσάκισέ τον»

Ξεκινώντας από μια θέση, η οποία – παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου– εκχυδαϊζει την αντιφασιστική πάλη και την μετατρέπει σε ουρά των “αντιπάλων” των εθνικιστών, το ΚPÖ και η NL κατέληξαν να πανηγυρίζουν για αντιφασιστική νίκη μετά τις εκλογές – στην Ελλάδα η ίδια θέση εκφράστηκε από το μετωπικό σχήμα της ΚΕΕΡΦΑ.[11]

Επειδή όμως αντιφασιστική νίκη έξω από την πάλη των τάξεων δεν έχει υπάρξει ποτέ και πουθενά, λίγες μέρες μετά τη «νίκη» άρχισαν συζητήσεις μεταξύ σοσιαλδημοκρατών και εθνικιστών για συνασπισμό στις βουλευτικές εκλογές του 2018 (όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το FPÖ να προηγείται).

Έτσι έληξαν άδοξα (για άλλη μια φορά) οι αυταπάτες που διοχετεύουν την κίνηση των μαζών σ’ αυτούς που ενισχύουν τη φασιστική απειλή , συγκυβερνούν μαζί της και συνεπώς δεν μπορούν να του ανακόψουν το δρόμο. Από το 2010 ως σήμερα το FPÖ δεν αύξησε την πολιτική και εκλογική επιρροή του κατά 1.5 εκ. ψήφους επειδή η αυστριακή αριστερά δεν ήταν αρκετά «μετωπική» με το SPÖ και τους Πράσινους, επειδή δεν έκανε αρκετά κοινά καλέσματα σε πορείες (που κατάληξη είχαν το «ας ψηφίσουμε το μικρότερο κακό»), επειδή ήταν «σεχταριστική» απέναντί στα κόμματα αυτά. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα.

Όταν η σοσιαλδημοκρατία εφάρμοζε τα πιο χυδαία μέτρα κατά των προσφύγων, η αυστριακή αριστερά έκανε αντιρατσιστικές καμπάνιες γενικού τύπου αποφεύγοντας να στραφεί συγκεκριμένα κατά της συγκυβέρνησης, φοβούμενη πως θα καρπωθεί την πτώση της η ακροδεξιά.

Όταν η σοσιαλδημοκρατία στο όνομα της ΕΕ καταργούσε τις κοινωνικές παροχές για τα φτωχότερα στρώματα και τους μετανάστες εργάτες, η αυστριακή αριστερά καλούσε για «αντιφασιστική ενότητα απέναντι στη δεξιά» και η επαναστατική έξοδος από την ΕΕ από πολιτικό εργαλείο παρέμβασης μετατρεπόταν σε θεωρητικό κειμήλιο για τα μαρξιστικά μονοήμερα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το αντιΕΕ πρόταγμα ως τώρα δεν έχει μπορέσει να πάρει διεθνιστική κατεύθυνση, αλλά ενσωματώνεται από αντιδραστικές δυνάμεις.

Έτσι ανέβηκε το FPÖ και δε θα τσακιστεί με 2ετείς εκλογικές ανάπαυλες. Όπως εξηγεί ο αντιφασίστας Jan Rybak:

Κατά τη διάρκεια της εκλογικής καμπάνιας μεγάλα τμήματα της αριστεράς επανέλαβαν την παλιά άστοχη συνταγή τους όπου προσπαθούσαν να σταματήσουν τον Hofer “αποδεικνύοντας” πως στην πραγματικότητα είναι ακροδεξιός εξτρεμιστής ή ναζί και επομένως κανένας έντιμος πολίτης δε θα μπορούσε να τον ψηφίσει. Αυτή η ηθικιστική στρατηγική αποτυγχάνει συνεχώς εδώ και 25 χρόνια.Αυτοί στην αριστερά που έχουν υιοθετήσει αυτή τη στρατηγική, έχουν πρακτικά καταλήξει στη χίμαιρα μιας λαϊκομετωπικής συμμαχίας δίπλα σε μερικές από τις πιο αντιδραστικές, νεοφιλελεύθερες, καπιταλιστικές δυνάμεις της χώρας, και επομένως έχουν έχει αυτό-απονομιμοποιηθεί σε μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης.[12]

Αυτό που άφησε ελεύθερο το πεδίο για τους εθνικιστές είναι η στρατηγική αποτυχία της αριστεράς να κινηθεί ανεξάρτητα από την αστική τάξη, ανεξάρτητα από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, ανεξάρτητα από τους ταξικούς εχθρούς των εργατών.

Η ταξική ανεξαρτησία και ενότητα της εργατικής τάξης στη βάση των δικών της δομών οργάνωσης και πάλης είναι απαραίτητα στοιχεία για να σταλθούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας οι νοσταλγοί των SS. Η συγκρότηση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής πολιτικής  όμως απαιτεί και τη ρήξη με τις παλιές χρεοκοπημένες συνταγές. Κι τότε, όπως ο Marx, θα καταφέρουμε να αρνηθούμε την ύπαρξη των τεράτων.

Σημειώσεις

[1] https://www.theguardian.com/world/2015/jul/02/poles-dont-want-immigrants-they-dont-understand-them-dont-like-them

[2] http://oesterreich.orf.at/stories/2685757/

[3] http://derstandard.at/2000048756404/Warum-Van-der-Bellen-gewaehlt-wurde?ref=rec

[4] http://www.vienna.at/die-reaktionen-auf-die-wiederholung-der-bundespraesidentenwahl/5044260

[5] http://www.independent.co.uk/news/world/europe/austrian-chancellor-christian-kern-compare-us-president-donald-trump-pledge-make-austria-strong-a7524181.html

[6] http://www.kpoe.at/innenpolitik/bundespolitik/2016/wer-den-nationalismus-zurueckdraengen-will-muss-van-der-bellen-waehlen

[7] http://therealnews.com/t2/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=74&jumival=17852

[8] https://www.amnesty.at/de/view/files/download/showDownload/?tool=12&feld=download&sprach_connect=332

[9] https://socialistworker.co.uk/art/43790/Anti+fascist+movement+stops+Nazi+election+win+for+Norbert+Hofer+in+Austria

[10] http://www.efsyn.gr/arthro/o-fasismos-nikithike-panta-stoys-dromoys

[11] http://www.antiracismfascism.org/index.php/21/item/1959-oi-fasistes-tou-xofer-exasan-ti-maxi-stin-afstria-ora-na-kerdisoume-to-polemo

[12] http://www.criticatac.ro/lefteast/austrian-presidential-elections-from-tragedy-to-farce-and-back-again/

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+