Η ουσία της πράξης της διαδήλωσης

Μεταφράζουμε το άρθρο του John Berger με αρχικό τίτλο The Nature of Mass Demonstrations όπως δημοσιεύτηκε το Φθινόπωρο του 1968. Σε αλληλεπίδραση με τα γεγονότα του Μάη του ’68 και όσα αυτός γέννησε, στόχος του συγγραφέα είναι να περιγράψει και να προσεγγίσει την ουσία της διαδήλωσης ως μια πράξη που υποκειμενοποιεί τους συμμετέχοντες με κέντρο την ενοποίησή τους ως τάξη, τη σχέση τους με το άρχουσα τάξη και τον αστικό ή μη, ιστό στον οποίο εντοπίζεται. Ταυτόχρονα, εισάγει και ένα διαχωρισμό μεταξύ της διαδήλωσης ως δημιουργίας σκοπών και δυνατοτήτων και της διαδήλωσης ως θέαμα. Η πρώτη για τον Berger νοείται ως μια διαδικασία όπου το υποκείμενο ανακαλύπτει τη δύναμή του, επανεπινοεί τον χώρο και το χρόνο (την ίδια την έννοια της Ιστορίας) και αποκαλύπτει την ουσία της ταξικής κυριαρχίας μέσω της επιβολής σ’αυτήν του διλήμματος της άσκησης του μονοπωλίου της καταστολής ή της τακτικής ήττας από τους διαδηλωτές. Η δεύτερη είναι μια θεσμική και οριοθετημένη μορφή της διαδήλωσης, η οποία δεν διασπά τη ρουτίνα της αστικής κανονικότητας παρά μόνο ενσωματώνεται στο εξωτερικά της όρια.

Η αξία του άρθρου στο σήμερα εν τέλει κρίνεται από την προσφορά του στην εξέταση της έννοιας της διαδήλωσης, τις μορφές που παίρνει και τα εργαλεία που χρησιμοποιεί σε σχέση με τις σύγχρονες συνθήκες και τους παράγοντες που απαιτούνται για να είναι η διαδήλωση διαδικασία υποκειμενοποίησης και όχι ενσωματωμένο θέαμα αποσυμπίεσης. 

Ο John Berger ήταν κομμουνιστής, λογοτέχνης και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε το 1927 και πέθανε στις 2 Γενάρη του 2017.

 

Στο κέντρο του Μιλάνου, πριν 70 χρόνια (στις 6 Μαϊου του 1898) οργανώθηκε μια μαζική διαδήλωση εργατών, αντρών και γυναικών. Τα γεγονότα που οδήγησαν εκεί απαιτούν πολύ πιο εκτεταμένη ανάλυση απ’ όση μπορεί να γίνει σ’ αυτό το άρθρο. Ο στρατός υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μπεκάρις επιτέθηκε στη διαδήλωση και τη διέλυσε. Το μεσημέρι, το ιππικό όρμησε προς το πλήθος: οι άοπλοι εργάτες προσπάθησαν να φτιάξουν οδοφράγματα: επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και για τρεις ημέρες ο στρατός πολεμούσε ενάντια σε άοπλους.

Τα επίσημα στοιχεία για τις απώλειες δείχνουν πως 100 εργάτες σκοτώθηκαν και άλλοι 450 τραυματίστηκαν. Ένας αστυνομικός σκοτώθηκε ακούσια από έναν στρατιώτη. Δεν υπήρχαν απώλειες για το στρατό. (Δύο χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας Ουμπέρτο δολοφονήθηκε επειδή μετά τη σφαγή συνεχάρη δημόσια τον στρατηγό Μπεκάρις, τον “χασάπη του Μιλάνου”).

Λόγω μιας ιστορίας που γράφω, προσπαθώ να κατανοήσω συγκεκριμένες πλευρές της διαδήλωσης στην Κόρσο Βενέτσια στις 6 Μαϊου. Στη διαδικασία αυτή, έφτασα σε μερικά συμπεράσματα για τις διαδηλώσεις, τα οποία ίσως να έχουν ευρύτερη ισχύ.

Οι μαζικές διαδηλώσεις πρέπει να εξεταστούν διακριτά από τα ξεσπάσματα ταραχών ή τις επαναστατικές εξεγέρσεις, αν και, κάτω από ορισμένες (πλέον σπάνιες) συνθήκες, μπορούν να εξελιχθούν σε αναταραχές ή εξεγέρσεις. Οι στόχοι των ταραχών είναι συνήθως άμεσοι (η αμεσότητα συνδέεται με την απελπισία την οποία εκφράζουν): την απαλλοτρίωση φαγητού, την απελευθέρωση κρατουμένων, την καταστροφή ιδιοκτησίας. Οι στόχοι των επαναστατικών εξεγέρσεων είναι μακροπρόθεσμοι και συνολικοί: κορυφώνονται στην κατάκτηση της εξουσίας που κατέχει το Κράτος. Οι στόχοι μιας διαδήλωσης όμως είναι συμβολικοί: η διαδήλωση επιδεικνύει μια δύναμη που σπάνια χρησιμοποιείται.

Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων συγκεντρώνονται σε ένα γνωστό και ήδη ανακοινωμένο δημόσιο μέρος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι κατά βάση άοπλοι (στις 6 Μαϊου του 1898 παντελώς άοπλοι). Εκθέτουν τους εαυτούς τους ως στόχους των κατασταλτικών δυνάμεων που υπηρετούν την Κρατική εξουσία εναντίον των πολιτικών της οποίας διαδηλώνουν.

Θεωρητικά, οι διαδηλώσεις έχουν στόχο να δείξουν τη δύναμη της λαϊκής βούλησης και πεποίθησης: θεωρητικά, κάνουν επίκληση στη δημοκρατική συνείδηση του Κράτους. Αλλά αυτή η επίκληση προϋποθέτει μια συνείδηση που κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει.

Αν η εξουσία του Κράτους μπορεί να επηρεαστεί με δημοκρατικά μέσα, τότε η διαδήλωση μάλλον δεν είναι αναγκαία∙ αν αυτό δεν μπορεί να γίνει, τότε μάλλον δεν μπορεί να επιδράσει σε αυτήν μια κενή παράσταση μιας δύναμης που δεν αποτελεί πραγματική απειλή. (Μια διαδήλωση που καλείται για να υποστηρίξει μια ήδη καθιερωμένη εναλλακτική κρατική εξουσία – όπως όταν ο Γκαριμπάλντι μπήκε στη Νάπολι το 1860 – είναι μια ειδική περίπτωση και μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα.)

Διαδηλώσεις γίνονταν πριν καν η αρχή της δημοκρατίας γίνει κατ’ όνομα δεκτή. Οι μαζικές διαδηλώσεις των πρώτων Χαρτιστών ήταν κομμάτι της πάλης για να παραχωρηθεί μια τέτοια παραδοχή. Οι μάζες που συγκεντρώθηκαν για να παρουσιάσουν τα αιτήματά τους στον τσάρο στην Αγ. Πετρούπολη το 1905 έκαναν επίκληση – και εξέθεταν τους εαυτούς τους ως στόχους – στην αδίστακτη εξουσία μιας απόλυτης μοναρχίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση – όπως και σε εκατοντάδες άλλες παρόμοιες περιπτώσεις σε όλη την Ευρώπη – οι μάζες γαζώθηκαν από τις σφαίρες.

Φαίνεται πως η πραγματική λειτουργία των διαδηλώσεων δεν είναι να πείσουν την υπάρχουσα κρατική εξουσία σε κάποιο σημαντικό βαθμό. Ένας τέτοιος στόχος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βολική εκλογίκευση.

Η αλήθεια είναι πως οι μαζικές διαδηλώσεις είναι πρόβες για την επανάσταση: όχι πρόβες στρατηγικής ή τακτικής, αλλά πρόβες της επαναστατικής συνείδησης. Η απόσταση μεταξύ της πρόβας και της πραγματικής παράστασης μπορεί να είναι πολύ μεγάλη: η ποιότητα – η ένταση της συνείδησης που εκπαιδεύεται – ίσως να διαφέρει αρκετά ανά περίπτωση: αλλά κάθε διαδήλωση που δεν έχει το στοιχείο της πρόβας, μπορεί να περιγραφεί καλύτερα ως επίσημα αναγνωρισμένο δημόσιο θέαμα.

Μια διαδήλωση, όσο αυθορμητισμό κι αν περιέχει, είναι ένα τεχνητό γεγονός και αυθαίρετα αποκόβει τον εαυτό του από την καθημερινή ζωή. Η αξία του είναι το αποτέλεσμα της τεχνητής του φύσης, και εκεί βρίσκονται οι προφητικές, εκπαιδευτικές του δυνατότητες.

Μια μαζική διαδήλωση διακρίνεται από άλλες μαζικές διαδικασίες διότι συναθροίζεται δημόσια για να δημιουργήσει το σκοπό της, αντί να σχηματίζεται ως αντίδραση σε κάποιο γεγονός: σε αυτό, διαφέρει από οποιαδήποτε συνέλευση εργατών στο χώρο δουλειάς τους – ακόμη και όταν αφορά κάποια απεργιακή κινητοποίηση – και οποιοδήποτε κοινό θεατών. Είναι μια συνάθροιση που αμφισβητεί τη δοσμένη πραγματικότητα και μόνο με την ύπαρξή της.

Οι κρατικές αρχές συνήθως ψεύδονται για τον αριθμό των διαδηλωτών. Το ψέμα ωστόσο έχει μικρή σημασία. (Θα ήταν σημαντικό αν οι διαδηλώσεις πραγματικά ήταν μια επίκληση στη δημοκρατική συνείδηση του Κράτους). Η σημασία των αριθμών βρίσκεται στην άμεση εμπειρία αυτών που παίρνουν μέρος στη διαδήλωση ή την παρακολουθούν με ευνοϊκή στάση προς αυτήν. Γι’ αυτούς οι αριθμοί σταματούν να είναι αριθμοί και γίνονται η απόδειξη των αισθήσεών τους, τα συμπεράσματα της δημιουργικότητάς τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η διαδήλωση, τόσο ισχυρότερη και αμεσότερη (ορατή, ηχηρή, χειροπιαστή) μεταφορά γίνεται για τη συνολική συλλογική δύναμή τους.

Λέω μεταφορά διότι η δύναμη που γίνεται αντιληπτή με αυτό τον τρόπο υπερβαίνει τη δυνητική ισχύ αυτών που είναι εκεί, και σίγουρα υπερβαίνει την πραγματική τους δύναμη όπως αυτή είναι παραταγμένη στη διαδήλωση. Όσοι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται εκεί, τόσο πιο δυναμικά αναπαριστούν ο ένας για τον άλλο και για τους εαυτούς όσους λείπουν. Με αυτό τον τρόπο, μια μαζική διαδήλωση ταυτόχρονα επεκτείνεται και γίνεται το σώμα μιας αφαίρεσης. Αυτοί που παίρνουν μέρος σ’ αυτήν αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα πως ανήκουν σε μια τάξη. Η θέση τους σε εκείνη την τάξη παύει να συνεπάγεται μια κοινή μοίρα, και πλέον σημαίνει μια κοινή δυνατότητα.  Αρχίζουν να αναγνωρίζουν πως ο ρόλος της τάξης τους δε χρειάζεται πια να είναι περιορισμένος: όπως η διαδήλωση, μπορεί κι αυτός να θέσει το δικό του σκοπό.

Η επαναστατική συνείδηση προετοιμάζεται και με έναν άλλο τρόπο μέσω της επιλογής της τοποθεσίας και την επίδρασή της. Οι διαδηλώσεις έχουν κατά βαση αστικό χαρακτήρα και συνήθως σχεδιάζονται ώστε να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται σε κάποιο συμβολικό κέντρο, γεωγραφικό ή εθνικό. Οι “στόχοι” τους είναι σπάνια στρατηγικοί – σιδηροδρομικοί ή ραδιοφωνικοί σταθμοί, στρατόπεδα, αεροδρόμια. Μια μαζική διαδήλωση μπορεί να ερμηνευτεί ως η συμβολική κατάληψη μιας πόλης ή της πρωτεύουσας. Όπως και πριν, ο συμβολισμός ή η μεταφορά είναι προς όφελος αυτών που διαδηλώνουν.

Παρ’ όλα αυτά, η διαδήλωση, ένα αφύσικο γεγονός που δημιουργήθηκε από τους διαδηλωτές λαμβάνει χώρα κοντά στο κέντρο της πόλης, το οποίο προορίζεται για διαφορετικές λειτουργίες. Οι διαδηλωτές διακόπτουν την κανονική ζωή των δρόμων από τους οποίους περνούν και των ανοιχτών χώρων τους οποίους γεμίζουν. Αποκόπτουν αυτές τις περιοχές και καθώς δεν έχουν ακόμη τη δύναμη να τις καταλάβουν μόνιμα, τους μεταμορφώνουν σε μια προσωρινή σκηνή όπου διαδραματίζεται η δύναμη που ακόμη δεν κατέχουν.

Η οπτική των διαδηλωτών για την πόλη που περιτριγυρίζει τη σκηνή τους επίσης αλλάζει. Μέσω της διαδήλωσης, εκδηλώνουν μια μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία – μια υψηλότερη δημιουργικότητα, αν και το προϊόν είναι μόνο συμβολικό – από αυτή που έχουν ατομικά ή συλλογικά όταν ακολουθούν τις κανονικές ζωές τους. Στις κανονικές ασχολίες τους απλώς μεταρρυθμίζουν τις συνθήκες ∙ μέσω της διαδήλωσης αντιστέκονται συμβολικά στην ίδια την ύπαρξη αυτών των συνθηκών.

Αυτή η δημιουργικότητα μπορεί να έχει την προέλευσή της στην απελπισία, και το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί να είναι υψηλό, αλλά προσωρινά αλλάζει το πώς βλέπουν τον κόσμο. Συνειδητοποιούν έμπρακτα πως είναι οι ίδιοι ή αυτοί τους οποίους εκπροσωπούν, οι άνθρωποι που έχτισαν την πόλη και τη συντηρούν. Την βλέπουν με διαφορετική ματιά. Την βλέπουν ως το προϊόν τους, το οποίο προϊόν επιβεβαιώνει τις δυνατότητές τους αντί να τις περιορίζει.

Μεταξύ τρωτού και αήττητου

Τέλος, η επαναστατική συνείδηση προετοιμάζεται και με έναν άλλο τρόπο. Οι διαδηλωτές εκθέτουν τους εαυτούς τους ως στόχους στις αποκαλούμενες δυνάμεις του νόμου και της τάξης. Κι όμως, όσο μεγαλύτερος στόχος γίνονται, τόσο δυνατότεροι νιώθουν. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε από την κοινότοπη αρχή που δηλώνει πως «η δύναμη βρίσκεται στους αριθμούς», ούτε από χυδαίες θεωρίες σχετικές με τη ψυχολογία των μαζών. Η αντίφαση μεταξύ της πραγματικής τρωτότητάς τους και της αίσθησης πως είναι αήττητοι αντιστοιχεί στο δίλημμα που επιβάλλουν στην κρατική εξουσία.

Οι αρχές πρέπει είτε να παραδώσουν τον έλεγχο στο πλήθος και να το αφήσουν να κάνει ό, τι θέλει: σε αυτή την περίπτωση το συμβολικό ξαφνικά γίνεται πραγματικό, και ακόμη κι αν λόγω έλλειψης οργάνωσης και προετοιμασίας το πλήθος δεν καταφέρει να εδραιώσει τη νίκη του, το γεγονός δείχνει την αδυναμία των αρχών. Διαφορετικά, οι αρχές πρέπει να περιορίσουν και να διαλύσουν το πλήθος με την άσκηση βίας: στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας των αρχών φανερώνεται δημόσια. Το επιβεβλημένο δίλημμα στην εξουσία είναι μεταξύ της επίδειξης αδυναμίας και της επίδειξης αυταρχικότητας. (Η επίσημα εγκεκριμένη και ελεγχόμενη διαδήλωση δεν επιβάλλει  το ίδιο δίλημμα: ο συμβολισμός της είναι λογοκριμένος: αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο την αποκαλώ δημόσιο θέαμα.) Σχεδόν πάντοτε, οι αρχές επιλέγουν να ασκήσουν βία. Η έκταση της βίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά σχεδόν ποτέ από τη δυνατότητα των διαδηλωτών ως φυσική απειλή. Η απειλή είναι ουσιαστικά συμβολική. Αλλά μέσω της επίθεσης στη διαδήλωση, η εξουσία εγγυάται πως το συμβολικό γεγονός γίνεται ιστορικό: ένα γεγονός το οποίο θα θυμόμαστε, θα μαθαίνουμε από αυτό, θα εκδικηθούμε για αυτό.

Είναι στη φύση μιας διαδήλωσης να προκαλεί την άσκηση βίας πάνω της. Η ίδια η πρόκληση μπορεί επίσης να είναι βίαια. Αλλά στο τέλος δέχεται περισσότερη βία από όση προκαλεί. Αυτή είναι μια τακτική και ιστορική αλήθεια. Ο ιστορικός ρόλος των διαδηλώσεων είναι να δείξουν την αδικία, τη στυγνότητα, τον ανορθολογισμό της υπάρχουσας κρατικής εξουσίας. Οι διαδηλώσεις είναι κινητοποιήσεις της αθωότητας.

Αλλά η αθωότητα είναι δυο ειδών, τα οποία είδη μπορούν να εξεταστούν ως ένα σε συμβολικό επίπεδο μόνο. Για τους σκοπούς της πολιτικής ανάλυσης και την οργάνωση της επαναστατικής δράσης, πρέπει να διαχωριστούν. Υπάρχει η αθωότητα που πρέπει να την υπερασπιστούμε και αθωότητα που πρέπει επιτέλους να χαθεί: μια αθωότητα που πηγάζει από το δίκαιο, και μια αθωότητα που είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης εμπειρίας.

Οι διαδηλώσεις εκφράζουν πολιτικούς στόχους πριν τη δημιουργία των απαραίτητων πολιτικών μέσων για την πραγμάτωσή τους. Οι διαδηλώσεις προβλέπουν την πραγμάτωση των στόχων τους και μπορούν να συνεισφέρουν σ’ αυτή, αλλά δεν μπορούν να τους πετύχουν οι ίδιες.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουν οι επαναστάτες σε κάθε δοσμένη ιστορική κατάσταση είναι αν περαιτέρω συμβολικές πρόβες είναι αναγκαίες. Το επόμενο επίπεδο είναι η εκπαίδευση στην τακτική και τη στρατηγική για την ίδια την παράσταση.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+