Οι Θέσεις του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το εργατικό κίνημα

Στο παρόν κείμενο αναδημοσιεύουμε τις θέσεις του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (KΔ) για το εργατικό κίνημα. Η διεξαγωγή του 2ου συνεδρίου τον Ιούλη του 1920 σηματοδοτεί την αρχή της σταθερής λειτουργίας της ΚΔ, των επιτροπών της και την — υπό διαμόρφωση — στρατηγική και τακτική ενοποίηση των κομμάτων που τη συναποτελούν με την επικύρωση των όρων εισδοχής στη Διεθνή για κάθε κόμμα που επιδίωκε να γίνει μέλος της. Συμπληρώνοντας 100 έτη από την Οκτωβριανή Επανάσταση καθήκον του κομμουνιστικού κινήματος είναι η κριτική αποτίμηση της ιστορικής του κίνησης και η νέα διατύπωση αυτής της κίνησης στις σύγχρονες συνθήκες. Αυτή είναι και η αξία της εξέτασης κάθε ιστορικού ντοκουμέντου, της μεθοδολογίας που αναπτύσσεται και αντανακλάται σ’ αυτό καθώς και του πλαισίου στο οποίο αυτή εξελίχθηκε.

  1. Τα συνδικάτα δημιουργήθηκαν από την εργατική τάξη, την περίοδο της ειρηνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, ως οργανώσεις των εργατών, μέσα από τις οποίες πάλευαν να αυξήσουν την αξία της εργασίας τους στην αγορά εργασίας και να βελτιώσουν τις συνθήκες δουλειάς τους. Οι επαναστάτες μαρξιστές προσπάθησαν μέσω της επιρροής που ασκούσαν να ενώσουν τα συνδικάτα με το πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου —τη Σοσιαλδημοκρατία— στην κοινή πάλη για τον σοσιαλισμό. Για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους η διεθνής Σοσιαλδημοκρατία έδειξε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πως δεν αποτελεί όργανο της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου για την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά μια οργάνωση που απομάκρυνε το προλεταριάτο από την επανάσταση προς όφελος των συμφερόντων της αστικής τάξης, στη διάρκεια του πολέμου, αποδείχτηκε ότι τα συνδικάτα στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούσαν μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης, καθώς τη βοήθησαν να εκμεταλλευτεί την εργατική τάξη στο μέγιστο βαθμό προς όφελος των κερδών της. Τα συνδικάτα στελεχωνόταν κυρίως από ειδικευμένους εργάτες που ήταν καλύτερα αμειβόμενοι και των οποίων η πολιτική στάση ήταν περιορισμένη λόγω της συντεχνιακής τους αντίληψης και του γραφειοκρατικού μηχανισμού που τους απομόνωνε από τις μάζες. Αυτά τα συνδικάτα καθώς ήταν διεφθαρμένα από τους οπορτουνιστές αρχηγούς τους, πρόδωσαν όχι μόνο την υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης αλλά ακόμα και την υπόθεση του αγώνα για την βελτίωση των όρων της ζωής των εργατών που ήταν οργανωμένοι σε αυτά. Ξεκίνησαν την πορεία τους από τη σκοπιά του συνδικαλιστικού αγώνα ενάντια στους εργοδότες και τον εγκατέλειψαν τον αγώνα χάριν ενός προγράμματος συμφιλιωτικής συμφωνίας με τους καπιταλιστές, με οποιοδήποτε κόστος. Αυτή την πολιτική ακολούθησαν εκτός από τις φιλελεύθερες ενώσεις της Αγγλίας και της Αμερικής και εκτός από τα λεγόμενα ελεύθερα «σοσιαλιστικά» συνδικάτα της Γερμανίας και της Αυστρίας, ακόμα και οι συνδικαλιστικές ενώσεις της Γαλλίας.
  2. Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου, η πλήρης διάλυση της παγκόσμιας οικονομίας, η τρελή ακρίβεια, η ραγδαία αύξηση των τιμών, η απεριόριστη χρήση της δουλειάς των γυναικών και των νέων, η επιδείνωση των συνθηκών στέγασης, όλα αυτά ωθούν τις πλατιές μάζες του προλεταριάτου στην πάλη κατά του καπιταλισμού. Η πάλη αυτή παίρνει, όλο και περισσότερο, την έκταση και το χαρακτήρα μιας επαναστατικής πάλης που αντικειμενικά καταστρέφει της βάσεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η αύξηση των μισθών, η οποία κερδήθηκε με τον οικονομικό αγώνα του ενός ή του άλλου κομματιού της εργατικής τάξης, εξαλείφεται την επόμενη στιγμή από την άνοδο των τιμών. Είναι αναπόφευκτο ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, καθώς η αστική τάξη των νικητριών χωρών καταστρέφει με την εκμεταλλευτική της πολιτική, την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη και είναι ανίκανη να οργανώσει την παγκόσμια οικονομία. Αντιθέτως, τη διαλύει αδιάκοπα. Οι πλατιές εργατικές μάζες που προη­γουμένως έμεναν έξω από τα συνδικάτα, συρρέουν τώρα μέσα στις γραμμές τους καθώς βλέπουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα νικήσουν στον οικονομικό τους αγώνα. Σε όλες αυτές τις καπιταλιστικές χώρες παρατηρείται μια γιγάντια αύξηση των μελών των συνδικάτων. Τα συνδικάτα οργανώνουν, τώρα πια, τις πλατιές μάζες και όχι μονάχα το πιο προχωρημένο τμήμα του προλεταριάτου. Οι μάζες μπαίνουν στα συνδικάτα και προσπαθούν να τα κάνουν όπλα στην πάλη τους. Η όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών, αναγκάζει τα συνδικάτα να οργανώσουν τις απεργίες που σήμερα σαν ένα μεγάλο κύμα κατακλύζουν όλον τον καπιταλιστικό κόσμο και διακόπτουν διαρκώς τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής. Καθώς οι τιμές αυξάνονται και μαζί μεγαλώνει η δική τους εξάντληση, οι εργατικές μάζες ανεβάζουν τις απαιτήσεις τους, ανατρέποντας έτσι τη βάση των καπιταλιστικών υπολογισμών — στοιχειώδη προϋπόθεση κάθε οργανωμένης οικονομίας. Τα συνδικάτα που στην διάρκεια του πολέμου επηρέαζαν τις εργατικές μάζες σύμφωνα με τα συμφέροντα της αστικής τάξης έχουν γίνει τώρα όργανα για την καταστροφή του καπιταλισμού.
  3. Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία και οι παλιές μορφές οργάνωσης των συνδικάτων εναντιώνονται με κάθε τρόπο σε μια τέτοια αλλαγή στη φύση των συνδικάτων . Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία προσπαθεί σε πολλούς χώρους να διατηρήσει τα συνδικάτα σαν οργανώσεις της εργατικής αριστοκρατίας: υπερασπίζεται τους κανόνες που απαγορεύουν στους χαμηλόμισθους εργάτες την ένταξη στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η παλιά συνδικαλιστική αριστοκρατία εξακολουθεί να προσπαθεί να κλείνει τις απεργίες που κάθε μέρα και περισσότερο μετατρέπονται σε επαναστατικές συγκρούσεις ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Επιζητεί να αντικαταστήσει τη μέθοδο της απεργίας με την πολιτική της συνεργασίας και των μακροπρόθεσμων συμφωνιών, παρόλο που αυτές έχουν χάσει πια κάθε νόημα μπροστά στις συνεχείς και απίστευτες αυξήσεις των τιμών. Προσπαθεί να υποχρεώσει τους εργάτες να δεχτούν την πολιτική των «Κοινών Βιομηχανικών Συμβουλίων» και, με την βοήθεια του καπιταλιστικού κράτους, να βρει νομικά μέσα ώστε να εμποδίσει την απεργιακή δράση. Στις πιο κρίσιμες στιγμές του αγώνα, η γραφειοκρατία σπέρνει τη διχόνοια μέσα στις αγωνιζόμενες εργατικές μάζες, εμποδίζοντας την ένωση των διαφόρων τμημάτων των εργατών σε έναν κοινό ταξικό κίνημα. Σε αυτή την προσπάθεια, υποβοηθείται από τα συντεχνιακά συνδικάτα που χωρίζουν τους εργάτες ενός βιομηχανικού κλάδου σε απομονωμένες ομάδες ανάλογα με την ειδικότητά τους, παρ’ όλο που η διαδικασία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης τους ενώνει. Η γραφειοκρατία έχει επιβιώσει χάρη στη δύναμη της παραδοσιακής επιρροής της παλιάς εργατικής αριστοκρατίας, η οποία πλέον ελαττώνεται συνεχώς μέσω της διαδικασίας της αποδυνάμωσης των προνομίων διάφορων τμημάτων του προλεταριάτου λόγω της γενικής κατάρρευσης του καπιταλισμού, της εξίσωσης του [βιοτικού] επίπεδου της εργατικής τάξης και της αύξησης της φτώχειας και της επισφάλειας της εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία διασπά τον μεγάλο χείμαρρο του εργατικού κινήματος σε αδύναμα ρυάκια, υποκαθιστώντας τους γενικούς επαναστατικούς σκοπούς του κινήματος με επιμέρους, ρεφορμιστικά αιτήματα και συνολικά, εμποδίζει τον μετασχηματισμός της προλεταριακής πάλης σε επαναστατική πάλη για την καταστροφή του καπιταλισμού.
  4. Τα πλήθη εργαζομένων τα οποία συρρέουν στα συνδικάτα και ο αντικειμενικά επαναστατικός χαρακτήρας του οικονομικού αγώνα αυτών των μαζών παρά το ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, σημαίνει πως οι κομμουνιστές οφείλουν να μπουν στα συνδικάτα ώστε να τα μετατρέψουν σε αποτελεσματικά όργανα στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και υπέρ του κομμουνισμού. Όπου δεν υπάρχουν συνδικάτα, αυτοί πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να τα δημιουργήσουν. Κάθε εκούσια αποχή από το συνδικαλιστικό κίνημα και κάθε τεχνητή απόπειρα δημιουργίας ξεχωριστών συνδικάτων αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για το κομουνιστικό κίνημα, εκτός κι αν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω εξαιρετικά βίαιων ενεργειών εκ μέρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (όπως η διάλυση των επαναστατικών τοπικών παραρτημάτων των συνδικάτων από τις οπορτουνιστικές διοικήσεις) ή λόγω της υιοθέτησης από αυτήν μιας στενής πολιτικής αποκλεισμού, που εμποδίζει τις πλατιές μάζες των λιγότερο ειδικευμένων εργατών να μπουν μέσα στις οργανώσεις. Τέτοιου είδους πράξεις απειλούν να απομονώσουν τους πιο προχωρημένους πολιτικά και πιο συνειδητοποιημένους ταξικά εργάτες από τις μάζες που συμμερίζονται τις κομμουνιστικές ιδέες. Απειλούν να αφήσουν τις μάζες στους οπορτουνιστές αρχηγούς τους, παίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το παιχνίδι της αστικής τάξης. Η αναποφασιστικότητα της εργατικής τάξης, η σύγχυση της όσον αφορά στη θεωρία, η ευκολία με την οποία επηρεάζεται από τα επιχειρήματα των οπορτουνιστών αρχηγών δεν μπορούν να υπερνικηθούν παρά μόνο στην πορεία της πάλης που αναπτύσσεται. Τα πλατύτερα στρώματα του προλεταριάτου πρέπει να κατανοήσουν μέσα από την εμπειρία τους —μέσα από τις δικές τους νίκες και τις δικές τους ήττες— ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο να αποκτήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής κάτω από το καπιταλιστικό σύστημα. Οι προχωρημένοι κομμουνιστές της εργατικής τάξης πρέπει να μάθουν όχι μόνο να εισάγουν τις κομουνιστικές ιδέες στους εργάτες που συμμετέχουν σε οικονομικούς αγώνες, αλλά και να καθιερώνονται σαν οι πιο ικανοί αρχηγοί του οικονομικού αγώνα στα συνδικάτα. Μόνο έτσι θα μπορέσουν τα συνδικάτα να απαλλαγούν από τους οπορτουνιστές ηγέτες τους. Μόνο έτσι οι κο­μμουνιστές μπορούν να μπουν επικεφαλείς του συνδικαλιστικού κινήματος και να το κάνουν ένα όργανο του επαναστατικού αγώνα για τον κομουνισμό. Μόνο έτσι μπορούν να αποτρέψουν τον κατακερματισμό των παλιών συνδικάτων και να εγκαθιδρύσουν, στη θέση τους, βιομηχανικά σωματεία. Μόνο έτσι μπορούν να εξαλείψουν την παλιά γραφειοκρατία που είναι αποκομμένη από τις μάζες, και να την αντικαταστήσουν μ’ έναν μηχανισμό εργοστασιακών αντιπροσώπων και να αφήσουν στο κέντρο μόνο τις εντελώς απαραίτητες λειτουργίες.
  5. Θέτοντας ως κύριο κριτήριο τους στόχους και την ουσία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι κομμουνιστές δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν τη διάσπαση τους, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με την εγκατάλειψη της επαναστατικής δράσης, μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθεια τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά και όταν ακόμα μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν μέσω του αδιάκοπου αγώνα τους ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και τις τακτικές τους να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα. Σε περίπτωση που η διάσπαση είναι αναγκαία, οι κομμουνιστές πρέπει συνεχώς και προσεκτικά να εξετάζουν τις τακτικές τους για να διασφαλίσουν ότι η διάσπαση δεν θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες.
  6. Όπου έχει ήδη υπάρξει διάσπαση μεταξύ των οπορτουνιστών και του επαναστατικού συνδικαλιστικού κινήματος και όπου, όπως στην Αμερική, τα συνδικάτα που έχουν επαναστατικό αν και όχι κομμουνιστικό προσανατολισμό υπάρχουν πλάι στα οπορτουνιστικά, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίξουν τέτοια επαναστατικά συνδικάτα και να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις συνδικαλιστικές προλήψεις τους και να δεχτούν την πλατφόρμα του κομμουνισμού — τη μόνη αξιόπιστη πλατφόρμα στην καθημερινή οικονομική πάλη. Όπου δημιουργούνται οργανώσεις, είτε μέσα είτε έξω από τα πλαίσια των συνδικάτων (όπως οι επιτροπές εργοστασιακών συνδικαλιστών ή οι εργοστασιακές επιτροπές), που αγωνίζονται ενάντια στις αντεπαναστατικές τάσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και υποστηρίζουν την αυθόρμητη, άμεση δράση του προλεταριάτου, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει, αναμφισβήτητα, να παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη. Ωστόσο δεν πρέπει να εγκαταλείψουν τα συνδικάτα που βρίσκονται σε κατάσταση έντονων ζυμώσεων και στο δρόμο της ταξικής πάλης. Αντίθετα, ενθαρρύνοντας την εξέλιξη των συνδικάτων που βρίσκονται στο δρόμο του επαναστατικού αγώνα, οι κομμουνιστές μπορούν να ενώσουν τους – πολιτικά και συνδικαλιστικά οργανωμένους – εργάτες, στην πάλη τους για την καταστροφή του καπιταλισμού.
Για τις εργοστασιακές επιτροπές

Στην εποχή της παρακμής του καπιταλισμού, ο οικονομικός αγώνας του προλεταριάτου μεταβάλλεται σε πολιτικό αγώνα πολύ γρηγορότερα απ’ ότι στην εποχή της ειρηνικής ανάπτυξης. Κάθε οικονομική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας θέτει άμεσα τους εργάτες αντιμέτωπους με το ζήτημα της επανάστασης. Γι’ αυτό, σε όλες τις φάσεις του οικονομικού αγώνα, οι κομμουνιστές πρέπει να ξεκαθαρίζουν στους εργάτες ότι ο αγώνας αυτός μπορεί να είναι νικηφόρος μόνο αν η εργατική τάξη νικήσει την καπιταλιστική τάξη σε ανοιχτό αγώνα και αρχίσει, αφού εγκαθιδρύσει τη δικτατορία της, την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού. Κατά συνέπεια, οι κομμουνιστές πρέπει να πασχίζουν να δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα μεταξύ των συνδικάτων και του κομμουνιστικού κόμματος και να θέσουν τα συνδικάτα υπό την πρακτική ηγεσία του κόμματος, ως την πρωτοπορία της εργατικής επανάστασης. Γι’ αυτό τον σκοπό, οι κομμουνιστές οφείλουν να δημιουργούν κομμουνιστικές ομάδες σε κάθε συνδικάτο και εργοστασιακή επιτροπή και να τις χρησιμοποιούν για να επηρεάσουν και να καθοδηγήσουν το εργατικό κίνημα.

  1. Ο οικονομικός αγώνας του προλεταριάτου για την αύξηση των μισθών και για την γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών, γίνεται όλο και λιγότερο αποτελεσματικός. Η οικονομική κρίση, που καταλαμβάνει τη μια χώρα μετά την άλλη και γίνεται όλο και πιο έντονη, κάνει φανερό, ακόμα και στους μη συνειδητοποιημένους εργάτες, πώς δεν φτάνει μονάχα να αγωνίζονται για την αύξηση του μισθού και την ελάττωση των ωρών δουλειάς, ότι η τάξη των καπιταλιστών δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει την οικονομία και να εγγυηθεί στους εργάτες έστω και εκείνο το επίπεδο ζωής που τους παραχωρούσε πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο. Απ’ αυτήν την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των εργατικών μαζών πηγάζει η προσπάθειά τους να δημιουργήσουν οργανώσεις που θα μπορούσαν να ξεκινήσει τον αγώνα για τη βελτίωση της κατάστασης με την άσκηση εργατικού ελέγχου στην παραγωγή μέσω των εργοστασιακών επιτροπών . Όλο και μεγαλύτερος αριθμός εργατών σε διάφορες χώρες υποστηρίζει αυτή την αυξανόμενη απαίτηση για εργοστασιακές επιτροπές. Η υιοθέτηση αυτού του αιτήματος ξεκινά από διάφορους παράγοντες (την πάλη ενάντια στην αντεπαναστατική γραφειοκρατία, τις απογοητεύσεις από τις συνδικαλιστικές ήττες, την προσπάθεια για την δημιουργία οργανώσεων που να περιλαμβάνουν όλους τους εργάτες [ανεξαρτήτως ειδίκευσης]) αλλά στο τέλος οδηγεί πάντα στην πάλη για τον έλεγχο της βιομηχανίας — το ιδιαίτερο ιστορικό καθήκον των εργοστασιακών επιτροπών. Γι’ αυτό, είναι λανθασμένη η προσπάθεια οργάνωσης εργοστασιακών επιτροπών μόνο με εργάτες που ήδη αποδέχονται την αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αντίθετα, το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να οργανώνει όλους τους εργάτες γύρω από τα ζητήματα που εγείρει η οικονομική κρίση και να τους ελκύει στην πάλη για τη δικτατορία του προλεταριάτου πλαταίνοντας και αναπτύσσοντας τον αγώνα για τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή, αγώνα που όλοι τον καταλαβαίνουν.
  2. Το κομμουνιστικό κόμμα θα μπορέσει να εκπληρώσει αυτό το καθήκον αν στην πορεία του αγώνα στις εργοστασιακές επιτροπές, πείσει τις μάζες και κάνει κτήμα της συνείδησης τους ότι είναι αδύνατη οποιαδήποτε συστηματική αποκατάσταση της οικονομίας στη βάση του καπιταλισμού, κάτι που θα σήμαινε τη νέα υποδούλωση των μαζών στο αστικό κράτος για τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Η οργάνωση της οικονομίας με βάση τα συμφέροντα των εργατικών μαζών είναι δυνατή μόνον όταν το κράτος βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης και όταν το δυνατό χέρι της εργατικής δικτατορίας προχωρά προς την κατάργηση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
  3. Ο άμεσος στόχος της πάλης των εργοστασιακών επιτροπών εναντίον του καπιταλισμού είναι να επιβάλλει τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή. Οι εργάτες κάθε εργοστασίου και κάθε βιομηχανικού κλάδου, ανεξάρτητα από το επάγγελμα τους, υποφέρουν από το “σαμποτάρισμα” της παραγωγής που διαπράττουν οι καπιταλιστές, οι οποίοι, συχνά, θεωρούν επικερδές να σταματήσουν την παραγωγή είτε για να εξαναγκάσουν τους λιμοκτονούντες εργάτες να συμμορφωθούν με τις σκληρότερες συνθήκες δουλειάς, ή για να γλιτώσουν από την υποχρέωση να κάνουν νέες επενδύσεις κεφαλαίων σε περιόδους γενικού πληθωρισμού. Η αμυντική πάλη ενάντια σ’ αυτό το σαμποτάζ της παραγωγής από τους καπιταλιστές, ενώνει τους εργάτες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, και γι’ αυτό οι εργοστασιακές επιτροπές, εκλεγμένες από όλους τους εργάτες της εν λόγω επιχείρησης, είναι οι πιο πλατιές μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου. Η παράλυση της καπιταλιστικής οικονομίας, παρόλα αυτά, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της συνειδητής θέλησης των καπιταλιστών αλλά σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, είναι προϊόν της αμείλικτης παρακμής του καπιταλισμού. Γι’ αυτό, στον αγώνα ενάντια στις συνέπειες αυτής της παρακμής, οι εργοστασιακές επιτροπές πρέπει να προχωρήσουν πέρα από την ιδέα του ελέγχου στο επίπεδο της κάθε μιας επιχείρησης χωριστά — οι εργοστασιακές επιτροπές των μεμονωμένων εργοστασίων σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη να επιβάλλουν τον εργατικό έλεγχο σε ολόκληρους κλάδους ή και στο σύνολο της βιομηχανίας. Και, επειδή η αστική τάξη και οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις θα απαντήσουν με τα πιο δραστικά μέτρα ενάντια σε κάθε προσπάθεια των εργατών να ελέγξουν τις προμήθειες των πρώτων υλών στα εργοστάσια και τις οικονομικές δραστηριότητες των εργοστασιαρχών, η πάλη για τον εργατικό έλεγχο οδηγεί στην πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο.
  4. Η προπαγάνδα υπέρ των εργοστασιακών επιτροπών πρέπει να γίνεται με τρόπο που, στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, ακόμα και εκείνων που δεν αποτελούν ευθέως τμήμα του βιομηχανικού προλεταριάτου, να σχηματίζεται η πεποίθηση ότι υπεύθυνη για την κρίση είναι η αστική τάξη και ότι το προλεταριάτο, προωθώντας το αίτημα του εργατικού ελέγχου στην βιομηχανία, α­γωνίζεται για την οργάνωση της παραγωγής και για την εξάλειψη της κερδοσκοπίας, του αποδιοργάνωσης στη βιομηχανία και του πληθωρισμού. Καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων είναι: να αγωνίζονται για τον έλεγχο στην παραγωγή στη βάση των πιο άμεσων ζητημάτων όπως η έλλειψη καύσιμων και η κρίση στις μεταφορές, να συνδέουν τα διάφορα τμήματα του προλεταριάτου και να παίρνουν με το μέρος τους τις μεγάλες ομάδες της μικροαστικής τάξης που υφίστανται με πρωτοφανή τρόπο την οικονομική κρίση και που προλεταριοποιείται όλο και περισσότερο.
  5. Οι εργοστασιακές επιτροπές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα συνδικάτα. Μόνο στην πορεία της πάλης μπορούν να διευρυνθούν και έξω από το μεμονωμένο εργοστάσιο ή τομέα ώστε να ενώσουν τους εργάτες στη βάση ολόκληρου του βιομηχανικού τομέα και να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό ικανό να ηγηθεί ολόκληρου του αγώνα. Από τώρα κιόλας τα συνδικάτα είναι όργανα συγκεντρωτικά και μαχητικά. Δεν περιλαμβάνουν, ωστόσο, τόσο πλατιές μάζες εργαζομένων όσο οι εργοστασιακές επιτροπές που είναι πλατιές οργανώσεις προσιτές σ’ όλο το εργατικό δυναμικό μιας επιχείρησης. Αυτές οι διαφορετικές λειτουργίες που επιτελούν οι εργοστασιακές επιτροπές και τα συνδικάτα είναι προϊόν της ιστορικής εξέλιξης της κοινωνικής επανάστασης. Τα συνδικάτα οργανώνουν σε εθνικό επίπεδο τις εργατικές μάζες για την πάλη γύρω από αιτήματα για αύξηση μισθών και ελάττωση των ωρών δουλειάς. Οι εργοστασιακές επιτροπές οργανώνουν τον αγώνα για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης και την επιβολή του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή. Σε αυτόν παίρνουν μέρος όλοι οι εργάτες της επιχείρησης, αλλά η πάλη τους δεν παίρνει εθνικό χαρακτήρα, παρά μόνο σταδιακά. Οι κομμουνιστές οφείλουν να στηρίζουν την μετατροπή των εργοστασιακών επιτροπών σε πυρήνες εργοστασιακών συνδικάτων, μόνο στο βαθμό που τα συνδικάτα υπερνικούν τις αντεπαναστατικές τάσεις της γραφειοκρατίας τους και γίνονται συνειδητά όργανα της επανάστασης.
  6. Οι κομμουνιστές πρέπει να ενθαρρύνουν τόσο τα συνδικάτα όσο και τις εργοστασιακές επιτροπές να εξαπολύουν έναν αποφασιστικό αγώνα και να τους προσφέρουν τη γνώση και την κατανόηση των καλύτερων μεθόδων πάλης δηλαδή των κομμουνιστικών μεθόδων. Πρακτικά, αυτό συνεπάγεται ότι οι κομμουνιστές οφείλουν να υπάγουν τις εργοστασιακές επιτροπές και τα συνδικάτα στο κομμουνιστικό κόμμα, σαν βάση για τη δημιουργία ενός μαζικού προλεταριακού κινήματος και ενός ισχυρού, συγκεντρωτικού κόμματος του προλεταριάτου, που επηρεάζει όλες τις οργανώσεις της προλεταριακής πάλης και τις οδηγεί στο δρόμο της νίκης της εργατικής τάξης και, διαμέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου, στον κομμουνισμό. Οι κομμουνιστές, κάνοντας τα συνδικάτα και τις εργοστασιακές επιτροπές ισχυρά όπλα της επανάστασης, προετοιμάζουν αυτές τις οργανώσεις των μαζών για το μεγάλο καθήκον με το οποίο θα έρθουν αντιμέτωπες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου — το καθήκον να αποτελέσουν το κύριο στήριγμα της νέας οργάνωσης της οικονομικής ζωής σε σοσιαλιστική βάση. Τα συνδικάτα οργανωμένα σαν ενώσεις παραγωγής, με τη βοήθεια των εργοστασιακών επιτροπών και των εργοστασιακών πυρήνων, θα πληροφορούν τις εργαζόμενες μάζες για τις τρέχουσες παραγωγικές ανάγκες, θα προτείνουν τους πιο έμπειρους εργάτες για τις ηγετικές θέσεις στη διοίκηση της παραγωγής, θα ελέγχουν τη δουλειά των ειδικευμένων τεχνικών και, μαζί με τους αντιπροσώπους της εργατικής εξουσίας, θα καταρτίζουν και θα εκτελούν το σχέδιο της σοσιαλιστικής οικονομικής οικοδόμησης.
Για το ρόλο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Ακόμα και σε καιρό ειρήνης τα συνδικάτα προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν μία διεθνή ένωση, σαν απάντηση στην πρακτική των καπιταλιστών, στη διάρκεια των απεργιών, να φέρνουν εργατικό δυναμικό από άλλες χώρες σαν απεργοσπάστες. Ωστόσο, πριν από τον πόλεμο, η Διεθνής των Συνδικάτων είχε μόνο δευτερεύουσα σημασία, θεωρούσε ότι ο ρόλος της ήταν να φροντίζει για την οικονομική βοήθεια και να διεξάγει κοινωνικές στατιστικές και όχι να οργανώνει κοινούς αγώνες, διότι τα συνδικάτα βρίσκονταν υπό την ηγεσία οπορτουνιστών που προσπαθούσαν να αποφύγουν οποιαδήποτε επαναστατική αντιπαράθεση σε διεθνή κλίμακα.

Στη διάρκεια του πολέμου, οι οπορτουνιστές ηγέτες των συνδικάτων υπηρέτησαν, ο καθένας στη χώρα του, τις δικές τους αστικές τάξεις, και τώρα επιχειρούν να ανασυγκροτήσουν την Διεθνή των Συνδικάτων για να τη χρησιμοποιήσουν σαν όπλο της διεθνούς αστικής τάξης στην άμεση πάλη της ενάντια στο προλεταριάτο. Με την καθοδήγηση του Λεγκιέν, του Ζουό και του Γκόμπερς, ιδρύουν μια Γραμματεία Εργασίας που συνδέεται με την Κοινωνία των Εθνών, αυτό το όργανο του διεθνούς συστήματος καπιταλιστικής ληστείας. Επιχειρούν να στραγγαλίσουν, σε όλες τις χώρες, το απεργιακό κίνημα με νόμους που υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να υποτάσσονται στη διαιτησία των αντιπροσώπων του καπιταλιστικού κράτους.

Παντού επιδιώκουν  – μέσω συμφωνιών με τους καπιταλιστές – την παραχώρηση δικαιωμάτων στους ειδικευμένους εργάτες με στόχο να διασπάσουν την αυξανόμενη ενότητα της εργατικής τάξης. Έτσι, η Διεθνής του Άμστερνταμ αποτελεί υποκατάστατο της 2ης Διεθνούς των Βρυξελλών που χρεοκόπησε.

Σε όλες τις χώρες, οι κομμουνιστές εργάτες που ανήκουν σε συνδικάτα πρέπει να πασχίσουν να δημιουργήσουν ένα διεθνές μαχητικό μέτωπο συνδικάτων. Τώρα το ζήτημα δεν είναι η οικονομική βοήθεια στη διάρκεια των απεργιών αλλά τα συνδικάτα και οι οργανώσεις των πλατύτερων μαζών να επεμβαίνουν και να βοηθούν κάθε εργατική τάξη που απειλείται και να εμποδίζουν την αστική τάξη της χώρας τους να παρέχει βοήθεια στην αστική τάξη της χώρας που βρίσκεται σε σύγκρουση με την εργατική της τάξη. Ο οικονομικός αγώνας του προλεταριάτου, σε όλες τις χώρες, γίνεται όλο και περισσότερο επαναστατικός. Συνεπώς, τα συνδικάτα οφείλουν να χρησιμοποιούν συνειδητά όλη τους την δύναμη για να στηρίζουν κάθε επαναστατικό αγώνα στη χώρα τους και στις άλλες χώρες. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να δουλεύουν για τη μεγαλύτερη δυνατή συγκεντροποίηση της πάλης, σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο — προσχωρώντας στην Κομμουνιστική Διεθνή και δημιουργώντας έναν ενιαίο στρατό του οποίου τα διάφορα τμήματα θα στηρίζουν το ένα το άλλο στην κοινή τους πάλη.

Σημείωση: Οι διαθέσιμες μεταφράσεις στα ελληνικά τροποποιήθηκαν στη βάση της αγγλικής μετάφρασης.