Ιδιωτικοποιήσεις στη ΔΕΗ: μια αναγκαία αποτίμηση

Την Τετάρτη 25 Απρίλη υπερψηφίστηκε στη Βουλή νομοσχέδιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το οποίο θέτει προς πώληση λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ στη Μελίτη και τη Μεγαλόπολη. Στη Βουλή εκτυλίχτηκε το συνηθισμένο αστικό θέατρο όπου ο ΣΥΡΙΖΑ που το 2014 κατηγορούσε τη ΝΔ για «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου» – λόγω του σχεδίου Σαμαρά για δημιουργία «μικρής ΔΕΗ» μέσω της πώλησης του 30% – βρέθηκε στη θέση του κατηγορούμενου από τον Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος δήλωσε πως κυβέρνηση προχωράει στην πώληση «υπό την πίεση των δανειστών και μίας απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την απελευθέρωση της ενέργειας.» υιοθετώντας την ρητορική του παλιού ΣΥΡΙΖΑ.

Το 2014, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούσε τη ΝΔ για σχέδιο δημιουργίας «μικρής ΔΕΗ», και σήμερα η ΝΔ κατηγορεί το ΣΥΡΙΖΑ για σχέδιο δημιουργίας «μισής ΔΕΗ». Φυσικά, και οι δυο συμφωνούν πως η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να απελευθερωθεί, δηλαδή να αλλάξει η δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ, η οποία ελέγχει πάνω από το 80% της αγοράς παρά τις ιδιωτικοποιήσεις και την αγορά ενέργειας υπό του κόστους παραγωγής από τους ιδιωτικούς παρόχους (για να έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα από τη ΔΕΗ στην μετέπειτα πώληση της). Αν έδειξε κάτι το «κλίμα στην αγορά» είναι πως οι καταναλωτές στην Ελλάδα δεν εμπιστεύονται τη διαχείριση της ενέργειας σε μεμονωμένους καπιταλιστές και προτιμούν το «παλιό μοντέλο»: την κρατική ιδιοκτησία του ενεργειακού τομέα. Το ιστορικό παράδοξο είναι πως η ευρέως διαδεδομένη αυτή αντίληψη είναι συνέπεια της πολιτικής του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους.

Η ΔΕΗ ιδρύθηκε το 1950 ως κρατική εταιρεία με εθνικό μονοπώλιο στην παραγωγή-πώληση ηλεκτρικής ενέργειας παράλληλα με την κρατικοποίηση όλων των ιδιωτικών μονάδων. Τα κίνητρα που οδήγησαν σ’ αυτή την πολιτική φυσικά δεν ήταν «φιλοεργατικά», ούτε αποτελούσαν κάποιου είδους πρωτοποριακή κίνηση (παρόμοιες πολιτικές ακολουθούνταν σε όλη την Ευρώπη). Μάλιστα, το όλο σχέδιο εκπονήθηκε στα πλαίσια της αμερικανικής «βοήθειας» στην Ελλάδα από την εταιρεία ενέργειας EBASCO Services. Ο ημι-κατεστραμμένος μετεμφυλιακός ελληνικός καπιταλισμός μπορούσε να στηθεί στα πόδια του μόνο μέσω της λειτουργίας του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή, δηλαδή ως συλλογικού οργανωτή της καπιταλιστικής ανάπτυξης και μηχανισμού μετρίασης των εσωτερικών ανταγωνισμών μεταξύ των Ελλήνων καπιταλιστών- ανταγωνισμών οι οποίοι θα μπορούσαν να παραλύσουν την μετεμφυλιακή «παραγωγική ανασυγκρότηση».

Ο πρωταρχικός ρόλος αυτών των επιχειρήσεων δεν σχετιζόταν άμεσα με την καπιταλιστική κερδοφορία αλλά την έμμεση συμβολή στη γενική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Στο παρελθόν, οι εργαζόμενοι σ’ αυτές – λόγω και της περιόδου γενικής ανάπτυξης – μπορούσαν σε κάποιους κλάδους να έχουν σχετικά καλύτερες συνθήκες εργασίας απ’ ότι στον ιδιωτικό τομέα γιατί επιτελούσαν ένα πιο σημαντικό ρόλο από αυτόν της παραγωγής άμεσου, ιδιωτικού κέρδους. Ωστόσο, η ανάπτυξη του εθνικού και διεθνούς καπιταλισμού και η τεχνολογική εξέλιξη αλλάζουν και τον ρόλο του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή και τα πεδία που αναλαμβάνει να οργανώσει λόγω της αδυναμίας των μεμονωμένων καπιταλιστών να αναλάβουν αυτό τον ρόλο.

Το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων από τη δεκαετία του 80′ παγκοσμίως αντανακλά ακριβώς αυτή την επιστροφή της παραγωγής στο ιδιωτικό από το κρατικό κεφάλαιο όχι ως ιδεολογική επιλογή («νεοφιλελευθερισμός») αλλά ως τάση του καπιταλισμού να μετατρέπει σε πεδίο κερδοφορίας αυτό που μπορεί να αποφέρει κέρδος την εποχή που αυτό αποτελεί ρεαλιστική δυνατότητα. Αντίστοιχα, την ίδια εποχή αρχίζουν οι επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζόμενων στις κρατικές επιχειρήσεις διότι χάνεται – ανισομερώς και συνδυασμένος παγκοσμίως – ο ρόλος του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή. Οι εναπομείνασες κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις για να επιβιώσουν εισέρχονται στην αγορά όπως οι ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις με βασικό στόχο την κερδοφορία. Αυτό βιώνει σήμερα η ΔΕΗ και η κάθε ΔΕΗ.

Στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, η τελική αποτυχία κάθε κινήματος που το μόνο που είχε να πει ήταν «όχι στις ιδιωτικοποιήσεις» δεν είναι απλώς έκφραση αδυναμίας οργάνωσης των εργαζόμενων, προδοσίας της γραφειοκρατίας ή κάποιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης. Εκφράζει την αντικειμενική αδυνατότητα του καπιταλισμού και του κράτους του να επιστρέψουν σε ένα προηγούμενο στάδιο τους. Συνεπώς, οι δουλειές των εργαζομένων της ΔΕΗ δε θα σωθούν με την στείρα επαναφορά ως κινηματικού ενός αιτήματος που αποτελούσε πολιτική του ελληνικού κράτους το 1950 γιατί πολύ απλά ο ελληνικός καπιταλισμός του 2018, δεν είναι αυτός του 1950.

Και σε ποιό κινηματικό σχέδιο βασίστηκε η μάχη κατά της ιδιωτικοποίησης από την ηγεσία της ΓΕΝΟΠ; Το σχέδιο για να σταματήσει τις ιδιωτικοποιήσεις στη ΔΕΗ περιελάμβανε 48ωρη απεργία στις αρχές της εβδομάδας, η οποία είχε σχεδιαστεί (από την ίδια τη ΔΕΗ) έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία πίεση στην ηλεκτροδότηση του δικτύου:

«Με βάση τον προγραμματισμό αυτό το έλλειμμα που προκαλείται στο σύστημα θα καλυφθεί απο ιδιωτικές μονάδες και εισαγωγές αλλά και αυξημένη παραγωγή των μονάδων αερίου της ΔΕΗ. Με βάση την τρέχουσα εικόνα δεν θα υπάρξουν προβλήματα για την ηλεκτροδότηση των καταναλωτών.» [1]

Στην ουσία, έγινε μια απεργία που ήταν σαν να μην έγινε ποτέ γιατί πολύ απλά οι συνέπειες της ήταν σχεδιασμένες ώστε να είναι ελάχιστες είτε για τη βιομηχανία είτε για το κράτος. Λίγες ώρες μετά την υπερψήφιση του νομοσχέδιου η απεργία αναστάλθηκε.[2]

Το άλλο σκέλος της «στρατηγικής» της γραφειοκρατίας είναι να πιέσει στο ΔΣ της ΔΕΗ τους πρώην γραφειοκράτες της ΓΕΝΟΠ που τώρα είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου να ψηφίσουν ενάντια στην εφαρμογή του νομοσχεδίου. Δηλαδή αφού έκαναν ότι μπορούσαν για να μην «ενοχλήσει» κανέναν η απεργία με αποτέλεσμα να υπερψηφιστεί το νομοσχέδιο, τώρα έρχονται να πουν πως η λύση για τους εργαζόμενους θα έρθει επειδή κάποια διευθυντικά στελέχη που παίρνουν πολλαπλάσιους μισθούς από τους ίδιους θα θυμηθούν τα χρόνια τους ως εργαζόμενοι στη ΔΕΗ και θα τους στηρίξουν.

Η αποτίμηση για το σχεδιασμό της ΓΕΝΟΠ στον αστικό τύπο στον τομέα της ενέργειας είναι η εξής: «Το σχέδιο, λοιπόν, της ΓΕΝΟΠ, μοιάζει ανέφικτο και οι σχετικές πομπώδικες αναφορές σε ανακοινώσεις και δηλώσεις μοιάζουν περισσότερο με «τουφεκιές στον αέρα».» [3]

Το μοναδικό πρόβλημα στις παραπάνω προτάσεις είναι πως οι αστοί είναι πολύ πιο ειλικρινείς για το ρόλο της γραφειοκρατίας στη ΔΕΗ από όσους σε κάθε απεργία το μόνο που λένε είναι «Στηρίζουμε την απεργία-Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις» λες και οι εργάτες έχουν την ανάγκη χιλιοειπωμένων συνθημάτων που τα ακούν κάθε μέρα από τους ίδιους που λίγες ώρες μετά κλείνουν τις απεργίες.

Στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και ΓΕΝΟΠ ένα από τα βασικά σημεία ήταν η διασφάλιση των θέσεων εργασίας στις λιγνιτικές μονάδες υπό πώληση. Οι απαντήσεις της κυβέρνησης ήταν αντιφατικές. Αφενός, «εγγυήθηκε» πως για τα επόμενα 6 χρόνια θα απαγορεύονται οι απολύσεις. Αφετέρου, «δεν μπορεί να αποκλείσει» τις απολύσεις ως αποτέλεσμα έκτακτων συμβάντων στην επιχείρηση. Στο τώρα, η βασική μάχη για τους εργαζόμενους αν και όταν αγοραστούν οι μονάδες  είναι αυτή των συνθηκών εργασίας καθώς οι επενδυτές είναι βέβαιο πως θα προσπαθήσουν να τις δυσχεραίνουν κι άλλο στην προσπάθεια να αυξήσουν τα κέρδη από μονάδες για τις οποίες γνωρίζουν πως το εύρος κερδοφορίας είναι χαμηλό.

Αυτό που παραλείφθηκε είναι το ότι οι μονάδες που ιδιωτικοποιούνται έχουν πλέον χαμηλά αποθέματα προς εξόρυξη – μάλιστα σε μια εποχή αύξησης των περιβαλλοντικών τελών για τον λιγνίτη – και επομένως οι δουλειές των εργαζόμενων είτε με ιδιοκτησία του καπιταλιστικού κράτους είτε με ιδιοκτησία των καπιταλιστών ιδιωτών θα χάνονταν τα επόμενα χρόνια. Αυτό η κυβέρνηση το γνωρίζει και κάνει ακόμα πιο κυνικές τις δηλώσεις στελεχών της όπως του Γ. Σταθάκη, ο οποίος αναφέρει πως η νομοθεσία θα «σώσει τις θέσεις εργασίας για 6 χρόνια» ενώ ταυτόχρονα δηλώνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεπούλησε τίποτα, γιατί «δεν πουλάει τις καλές λιγνιτικές μονάδες». [4]

Η περιοχή της Φλώρινας θα βρεθεί σε κάποια χρόνια αντιμέτωπη με τις απολύσεις από τις λιγνιτικές μονάδες είτε τις κάνει το κράτος είτε κάποια εταιρεία. Η μεταλιγνιτική περίοδος για την περιοχή θα είναι παρόμοια με αυτή που βιώνουν σήμερα τα Απαλάχια στις ΗΠΑ ή η Ουαλία μετά το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων από τη Μ. Θάτσερ. Και την δομική ανεργία που θα προκύψει δε θα προσπαθήσει να την επιλύσει κανένας καπιταλιστικός μηχανισμός παρά μόνο στο βαθμό που του αποφέρει κέρδη.

Δε χρειάζεται να είναι αυτό το μέλλον. Οι συνθήκες και οι θέσεις εργασίας σήμερα καθώς και η δημιουργία νέου οικονομικού μοντέλου για την περιοχή στην εποχή μετά-το-λιγνίτη μπορούν να σχεδιαστούν και να οργανωθούν στη βάση των πιο σύγχρονων τεχνολογιών και μεθόδων για να καλύψουν τις ανάγκες μας. Ένα τέτοιο σχέδιο όμως δεν μπορεί να υπάρξει εντός μιας γενικότερης στοχοθεσίας με την κερδοφορία στο επίκεντρο και δεν μπορεί να οργανωθεί παρά μόνο από εκείνους, των οποίων τις ανάγκες προωθεί: τους εργαζόμενους.

Το πρόβλημα είναι πως όσο θέτουμε το ζήτημα από τη σκοπιά της μορφής της ιδιοκτησίας (κρατική ή ιδιωτική), ξεχνάμε το πιο βασικό στοιχείο: πως παραμένει καπιταλιστική και αναπαράγει αυτό το σάπιο σύστημα. Εκεί βρίσκεται η ουσία που πρέπει να ανατραπεί σε κάθε βαθμίδα. Ας γίνουμε αντάξιοι αυτών των καθηκόντων.

 

[1] Νέος προγραμματισμός

[2] Αναστολή των κινητοποιήσεων αποφάσισε η ΓΕΝΟΠ

[3] Σχέδιο της ΓΕΝΟΠ για να μπλοκαριστεί στο ΔΣ της ΔΕΗ η πώληση

[4] Σταθάκης: Δεν πουλάμε τις καλές λιγνιτικές μονάδες