Για τη νέα αντι-απεργιακή νομοθεσία: καθήκοντα του Κεφαλαίου και καθήκοντα της Τάξης

Κάθε κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία έχει δομικό χαρακτήρα απαιτεί για την υπέρβασή της στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων μια πλήρη αναδιάρθρωση. Δηλαδή σε επίπεδο παραγωγής χρειάζεται διαμόρφωση νέων όρων εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης για την ανάκαμψη της κερδοφορίας. Εν ολίγοις, στο νέο παραγωγικό μοντέλο είναι αναγκαία η αύξηση της εκμετάλλευσης και απόσπασης υπεραξίας απο τους εργαζομένους. Αυτό είναι αλληλένδετο με τη δημιουργία μηχανισμών που εμποδίζουν την έκφραση εργατικών αντιστάσεων απέναντι στις νέες, υπο διαμόρφωση, αντεργατικές συνθήκες. Έτσι, η ελαστικοποίηση της εργασίας, οι υποκατώτατοι μισθοί, για να γίνουν κανονικότητα πρέπει να συνοδευτούν από το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο και την αντίστοιχη δυνητική καταστολή.

Αυτό προσπάθησε να περάσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρόσφατα αλλά εμποδίστηκε εν μέρει από τα αντανακλαστικά του κινήματος. Η προώθηση του νέου πλαισίου όμως δεν σταματάει εδώ. Εναρμονίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις του κεφαλαίου πανευρωπαϊκά και εκφράζει τον διεθνή ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων, γι’ αυτό και το ελληνικό κεφάλαιο δεν έχει επιλογή παρά να προσπαθήσει να το πετύχει σε μια επόμενη φάση. Αυτό επιβάλλει η συζήτηση για το νέο πλαίσιο να μην αναβληθεί μέχρι την επαναφορά του, αλλά να εμβαθύνει ώστε να κατανοήσουμε τις αιχμές και τη στοχοθεσία του για την προετοιμασία του δικού μας στρατοπέδου.

Οπότε, ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή. Οι απεργίες όπως τις ξέρουμε σήμερα γίνονται με βάση το πλαίσιο που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ το 1983. Οι ρυθμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας για την απεργιακή διαδκιασία ήδη θέτουν ένα αντεργατικό πλαίσιο από τα πιο φιλο-εργοδοτικά, ακόμη και σε σύγκριση με τα αντίστοιχα που ισχύουν στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το υπάρχον πλαίσιο, για να θεωρηθεί νόμιμη μια απόφαση πρωτοβάθμιου εργατικού σωματείου για απεργία, πρέπει να έχει παρθεί μεσα απο διαδικασία μυστικής ψηφοφορίας με την παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου. Η απαρτία της συνέλευσης καθορίζεται βάση του καταστατικού του σωματείου. Τα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια σωματεία δεν υπόκεινται σε αυτές τις αρχές και έτσι έχουν μια γενικότερη ευκολία λήψης αποφάσεων. Επίσης, για να είναι νόμιμη μια απεργία πρωτοβάθμιου σωματείου πρέπει να αναγνωριστεί επίσημα απο τα τριτοβάθμια όργανα. Ήδη, δηλαδή, βλέπουμε ότι:

α) Για να θεωρηθεί νόμιμη μια απεργία απαιτείται συναίνεση της γραφειοκρατίας, της εργοδοσίας και του κράτους. Η γραφειοκρατία αποκτά ρόλο τοποτηρητή των εργατικών κινητοποιήσεων προς όφελος του κεφαλαίου.
β) Η ίδια η νομική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται εμποδίζει την ανάπτυξη γρήγορων αντανακλαστικών απέναντι στην εργοδοσία και της δίνει το προβάδισμα κινήσεων. Για παράδειγμα, μια αιφνίδια απόλυση είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπιστεί από μια τέτοια «νόμιμη» και χρονοβόρα συνέλευση.
γ) Το μέτρο της μυστικής ψηφοφορίας ευνοεί την ανάπτυξη εργοσπαστικών μηχανισμών. Υπό την κάλυψη της ανωνυμίας της ψήφου, οι εγκάθετοι της εργοδοσίας μπορούν να δρουν διαβρωτικά χωρίς να εκτείθενται για τις επιλογές τους.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το 95-97% των κινητοποιήσεων που προσβάλλονται νομικά από την εργδοσία στα δικαστήρια βγαίνουν παράνομες και καταχρηστικές. Ωστόσο, παρά τους περιορισμούς αυτού του πλαισίου, η Ελλάδα είναι η χώρα με τις περισσότερες απεργιακές κινητοποιήσεις στην Ευρώπη. Αυτο είναι εφικτό λόγω των ταξικών αντανακλαστικών που έχουν αναπτυχθεί. Οι συνελεύσεις αγνοούν τις νομικές ρυθμίσεις καθορίζοντας τα ίδια την απαρτία και στις συνελεύσεις ψηφίζουν ανοιχτά, με ανάταση χειρός. Έτσι, όλοι οι εργαζόμενοι αναλαμβάνουν ξεκάθαρα την ευθύνη για την ταξική τους τοποθέτηση και οι εγκάθετοι δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω απο την ανώνυμη ψήφο. Όσον αφορά την προσφυγή των εργοδοτών στα δικαστήρια λόγω και της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκασή τους (κατά μέσο όρο 1-2 χρόνια), οι δικαστικές αποφάσεις δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στο κλείσιμο μιας απεργίας και την τρομοκράτηση των εργαζομένων, αλλά έχουν κυρίως εκδικητικό χαρακτήρα ως προς μελλοντικές δραστηριότητες του σωματείου. Για να το πούμε αλλιώς, η εργατική τάξη στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται ότι η απεργία είναι μια πολεμική διαδικασία η οποία δεν μπορεί να εγκολπωθεί στα όρια της αστικής νομιμότητας αν θέλει να νικήσει, σε αντίθεση με τις «νομιμόφρονες» κατευθύνσεις της γραφειοκρατίας. Εξ ου και η μεγάλη απόκλιση μεταξύ του αριθμού των κινητοποιήσεων που καλούνται κάθε χρόνο από τα πρωτοβάθμια σωματεία σε σχέση με τις αντίστοιχες μάχες που καλύπτουν οι ομοσπονδίες.

Το νέο αντι-εργατικό νομοσχέδιο έρχεται να αλλάξει τους όρους της απεργιακής μάχης με 2 κύριους τρόπους:

α) Αλλάζει την απαρτία της γενικής συνέλευσης στο 51% των οικονομικά ενεργών μελών των πρωτοβάθμιων σωματείων, αφαιρώντας το δικαίωμα αυτοκαθορισμού του κάθε σωματείου για την απαρτία. Αυτή η αλλαγή επηρεάζει κατά βάση τα πρωτοβάθμια σωματεία του δημοσίου στα οποία οι συνδρομές μαζεύονται αυτόματα από τους μισθούς των εργαζομένων κάθε μήνα. Η αφαίρεση του δικαιώματος στον αυτοκαθορισμό από τα σωματεία της απαρτίας, σε συνδυασμό με το ρόλο τη συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που μένει ανέγγιχτη ως προς τη λήψη αποφάσεων – καθώς δεν υπόκειται σε παρόμοιους περιορισμούς – στην πραγματικότητα ισχυροποιεί τη γραφειοκρατία ως ρυθμιστικό μηχανισμό πάνω στην εργατική αυτενέργεια.
β) Θεσπίζονται fast-track δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες θα εξετάζουν την νομιμότητα μιας απεργίας σε σύντομο χρονικό διάστημα από την προσφυγή του εργοδότη στο δικαστήριο. Λόγω του μεγάλου πλήθους τον απεργιών που ήδη κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές εξαιτίας της μη τήρησης της ήδη ασφυκτικής θεσμικής διαδικασίας, αυτό σημαίνει ότι πολλές απεργίες με το νέο πλαίσιο θα μπλοκάρονται πριν καν αρχίσουν.

Επιλέξαμε να αναλύσουμε το νέο απεργιακό νομοσχέδιο σε σύγκριση με τον υπάρχον πλαίσιο καθώς θεωρούμε πως οι συνέχειες και οι ασυνέχειες μεταξύ των δύο αναδεικνύουν και τη στοχοθεσία της επίθεσης. Απο αυτήν την άποψη, η νομοθεσία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποτελεί συνέχεια της παλιάς σοσιαλδημοκρατικής οριοθέτησης του πεδίου μάχης της απεργίας  προς όφελος του ελληνικού κεφαλαίου. Επειδή όμως δεν αναφερόμαστε στην Ελλάδα του 1983, της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά στην Ελλάδα του 2017, της οικονομικής κρίσης, αυτή η συνέχεια αποτελεί εμβάθυνση της αντιδραστικής νομοθεσίας, και όχι τομή που καταργεί κάποια δήθεν προοδευτική λειτουργία.

Τα δικά μας καθήκοντα λοιπόν δεν περιορίζονται στο να μην περάσει το νομοσχέδιο. Αυτό είναι κομμάτι της συνολικότερης απάντησης, αλλά ούτε η αρχή, ούτε το τέλος της. Η κυβέρνηση εστιάζει την επίθεσή της στην αδυναμία των σωματείων να κινητοποιήσουν τους εργαζομένους και να αποτελέσουν δομές ταξικής αυτοοργάνωσης. Επομένως, απο εκεί πρέπει να αρχίσει κάθε προσπάθεια διατύπωσης της λύσης. Το ζήτημα δεν είναι απλώς η μεγάλη δυσκολία κήρυξης απεργίας από τα πρωτοβάθμια σωματεία εντός των ορίων της αστικής νομιμότητας, αλλά κυρίως η διαβρωτική επίδραση της γραφειοκρατίας που περικλείει τα όρια των αγώνων των σωματείων εντός αυτής της νομιμότητας. Το ζήτημα δεν είναι απλώς πως τα σωματεία θα «παίξουν» εντός των νόμων, αλλά ότι θα τους υπερβαίνουν όταν οι ταξικές μας ανάγκες το επιτάσσουν. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε ζωντανά, μαζικά, μαχητικά σωματεία έξω απο τον έλεγχο εργοδοσίας, κράτους και γραφειοκρατίας. Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Και σε αυτό ακριβώς πρέπει όλοι να συμβάλλουμε.