Η κομμούνα του Λάμπιν


Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε το ιταλικό κράτος στη συμμαχία των νικητών με αποτέλεσμα τη γεωγραφική και πληθυσμιακή αύξησή του. Μια από τις περιοχές που προσαρτήθηκαν από την Αυστρο-Ουγγαρία ήταν αυτή της Ίστρια, στο βορειοδυτικό άκρο των Βαλκανίων. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή είχε αρχίσει μια ραγδαία διαδικασία ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας  η οποία συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Η Ίστρια όμως δεν είχε μόνο οικονομική αξία για το ιταλικό κράτος, αλλά και γεωστρατηγική καθώς αποτελούσε προπύργιο για την ευρύτερη επέκταση του στα Βαλκάνια και ειδικά στην Δαλματία, την οποία διεκδικούσε σταθερά ο ιταλικός εθνικισμός. Λόγω αυτού, στην Ίστρια, όπου κυρίως Κροάτες, Ιταλοί και Σλοβένοι ζούσαν από κοινού για εκατοντάδες χρόνια ξεκίνησε μια εκτεταμένη εκστρατεία εξιταλισμού των κατοίκων. Η εκστρατεία αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πρώιμη άνοδο του φασιστικού κινήματος, στο οποίο η επανακατάκτηση των πρώην ρωμαϊκών επαρχιών στα Βαλκάνια είχε κυρίαρχη θέση. Χαρακτηριστική, είναι η ομιλία του Μουσολίνι το 1920 στην Πούλα, τη μεγαλύτερη πόλη της Ίστρια, όπου περιγράφει την φασιστική πολιτική για την περιοχή: «»Όταν έχουμε να κάνουμε μια φυλή σαν τη σλαβική – κατώτερη και βάρβαρη – δεν πρέπει να ακολουθήσουμε την πολιτική του καρότου αλλά του μαστιγίου. Δεν πρέπει να φοβόμαστε για νέα θύματα. [..] Θα έλεγα πως μπορούμε εύκολα να θυσιάσουμε 500.000 βάρβαρους Σλάβους για 50.000 Ιταλούς».

Ωστόσο, ο φασίστας Μουσολίνι μιλούσε χωρίς να υπολογίζει τον ιστορικό νεκροθάφτη του συστήματος που τον γέννησε – την εργατική τάξη. Η Οκτωβριανή Επανάσταση, πηγή δύναμης και έμπνευσης για τα επαναστατικά κινήματα διεθνώς στην Ιταλία εκφράστηκε στο biennio rosso, την κόκκινη διετία όπου με γενικές απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων και επαναστατικά συμβούλια, πρωτόλεια όργανα της εργατικής εξουσίας, ο ιταλικός καπιταλισμός απειλήθηκε συνολικά με τον φασισμό να αναδύεται ως ο σωτήρας του τα επόμενα χρόνια.

Το 1921 βρήκε τις τοπικές φασιστικές οργανώσεις στην Ίστρια αφενός να στήνουν πογκρόμ ενάντια στον σλαβικό πληθυσμό και αφετέρου να κυνηγούν αγωνιστές εργάτες και σωματεία για να καταστείλουν τις πολυάριθμες απεργίες που συνεχίζονταν. Συχνά, τα δύο αυτά καθήκοντα των φασιστών ταυτίζονταν. Στις αρχές Μαρτίου, τα φασιστικά τάγματα κατέλαβαν και πυρπόλησαν τα γραφεία της εργατικής ομοσπονδίας στην Τεργέστη και επιτέθηκαν στο σωματείο των ανθρακωρύχων του Λάμπιν με στόχο τη δολοφονία του 27χρονου εργάτη κομμουνιστή Τζιοβάνι Πίππαν (Ίβαν Πίππαν στα κροατικά). Αφού απέκρουσε την επίθεση με τη βοήθεια συναδέλφων που βρίσκονταν μαζί του, ο Πίππαν ενημέρωσε το σωματείο.

Απέναντι στη φασιστική και εργοδοτική βία οι 2000 ανθρακωρύχοι αποφάσισαν να κατέβουν σε απεργία διαρκείας και να ξεκινήσουν κατάληψη με το σύνθημα «το ορυχείο είναι δικό μας» (Kova je naša). Στο κάλεσμα στήριξης της απεργίας ανταποκρίθηκαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών και γρήγορα σχηματίστηκαν Κόκκινες Φρουρές για την άμυνά της.  Στην προκήρυξη που έστειλαν σε όλα τα εργατικά κέντρα της Ιταλίας το στίγμα της απεργίας είναι ξεκάθαρο: εργατικό, αντιφασιστικό, επαναστατικό, «H κοινωνικοποίηση είναι ο απώτερος στόχος μας, η ιδιοκτησία απ’ όλα τα ορυχεία πρέπει να αφαιρεθεί από τους ιδιοκτήτες, τους εκμεταλλευτές καπιταλιστές των κόπων των εργαζόμενων. Για να ξεκινήσει μια νέα ζωή, μια νέα αρχή της εργασίας για την άμεση ολοκλήρωση των μεγάλων κοινωνικών ιδεωδών.»


Στις 7 Μάρτη, οι διαπραγματεύσεις με το κράτος και την εργοδοσία για την τιμωρία των φασιστών και βελτίωση των εργασιακών συνθηκών έφτασαν σε αδιέξοδο. Τις 4 μέρες που διαμεσολάβησαν μεταξύ της αρχής της απεργίας και τη λήξη των διαπραγματεύσεων, οι καπιταλιστές περίμεναν οι ανθρακωρύχοι να κάνουν πίσω και να διασπαστούν σε διαφορετικές «εθνικές γραμμές».

Η σκληρή καθημερινότητα των ορυχείων είχε δημιουργήσει αδιάσπαστους δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργάτες είτε ήταν ντόπιοι Κροάτες, Σλοβένοι, Ιταλοί ή Ούγγροι, Πολωνοί και Γερμανοί μετανάστες . Στις 7 Μάρτη λοιπόν, το πολυεθνικό προλεταριάτο του Λάμπιν και της ευρύτερης περιοχής κήρυξε ανεξαρτησία και ύψωσε την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο.

Η σημαία της κομμούνας του Λάμπιν

Το κυρίαρχο όργανο της κόκκινης κομμούνας όπως περιγράφεται στα κείμενα της εποχής ήταν οι γενικές συνελεύσεις της όπου υπήρχε πλήρη γλωσσική και εθνική ισότητα μεταξύ των εργατών. Τα ορυχεία άρχισαν να λειτουργούν με εργατικό έλεγχο και μάλιστα κατάφεραν να εξάγουν γαιάνθρακα τις επόμενες εβδομάδες μέσω του λιμανιού που είχαν αποσπάσει από την Ιταλία.

Αδυνατώντας να καταστείλει την εξέγερση με εμπροσθοφυλακή τους φασίστες και την ντόπια αστυνομία, το τοπικό κράτος στις 7 Απριλίου έστειλε γενική έκκληση στο στρατό για να παρέμβει. Ένα μήνα αργότερα δυο πολεμικά πλοία του ιταλικού ναυτικού απέκλεισαν το λιμάνι και χίλιοι στρατιώτες στάλθηκαν για επίθεση στην κομμούνα του Λάμπιν. Στη μάχη που ακολούθησε, ο στρατός επιβλήθηκε γρήγορα με τη χρήση πυροβολικού. Συνολικά, 52 εργάτες οδηγήθηκαν στα δικαστήρια με την κατηγορία «απόπειρας δημιουργίας σοβιετικού καθεστώτος», αλλά τελικά αθωώθηκαν χάρη στην άρνηση όλων να προδώσουν τους συντρόφους τους και στις μαζικές κινητοποιήσεις υπέρ τους.

Τον Αύγουστο του 1922 ξαναρχίζει γενική απεργία στο Λάμπιν, η οποία καταστέλλεται με τη χρήση των Μαυροχιτώνων του Μουσολίνι, οι οποίοι σε λίγους μήνες θα πάρουν την εξουσία. Πολλοί πρωτεργάτες της απεργίας θα οδηγηθούν στην μετανάστευση για να ξεφύγουν από τις φασιστικές φυλακές, μεταξύ αυτών και ο Τζιοβάνι Πίππαν. Η εμπειρία και τα διδάγματα της εξέγερσης του Λάμπιν θα τον ακολουθήσουν στη μετέπειτα ζωή τους στις ΗΠΑ. Πρωτοπόρος συνδικαλιστής και αντιφασίστας, το 1926 θα γίνει μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Θα διαγραφεί το 1931 ως «αριστεριστής». Ως μέλος της αντιφασιστικής επιτροπής του Σικάγο ήταν σε συχνή επαφή με τον επαναστάτη εργάτη Μπαρτολομέο Βαντσέτι. Διασώζεται η αλληλογραφία τους το 1927, δύο μήνες πριν την εκτέλεση του Βαντσέτι από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Ο Πίππαν θα πρωτοστατήσει στη διεθνιστική ενότητα των εργατών τα επόμενα χρόνια. Στο Σικάγο, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ένωση των σωματείων αρτοποιών της πόλης που ως τότε ήταν διαχωρισμένα ανά εθνότητα και στη μεγάλη νίκη τους μετά από απεργία διαρκείας το 1933. Λίγους μήνες αργότερα θα δολοφονηθεί σε ηλικία 39 ετών από μέλη της ιταλικής μαφίας της πόλης με εντολή της ένωσης εργοδοτών του Σικάγο.

Στο Λάμπιν, η μνήμη της εξέγερσης δεν μπόρεσε να σβήσει παρά τη φασιστική βαρβαρότητα. Το 1925, η αστυνομία της πόλης αναφέρει το Λάμπιν «ως γνωστό κέντρο του μπολσεβικισμού». Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα σχηματιστούν αντιφασιστικές επιτροπές σε συνεργασία με τους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους. Μετά την προσάρτηση στη Γιουγκοσλαβία το 1945, οι κάτοικοι αποφασίζουν το νέο σήμα της πόλης να είναι το σύνθημα της εξέγερσης Kova je Νaša.

Αποφασίζουν επίσης να τιμήσουν τον Τζιοβάννι Πίππαν με την τοποθέτηση προτομής του.

Με την ανάδυση των εθνικισμών στη Γιουγκοσλαβία και τη διάλυση της, τα σύμβολα της διεθνιστικής ενότητας μπήκαν στο στόχαστρο των αστικών τάξεων της κάθε χώρας.

Στη σύγχρονη Κροατία, αν και γίνεται συστηματική προσπάθεια να ξεχαστεί κάθε τι που θυμίζει πως οι άνθρωποι και η κοινωνία μπορούν να είναι έξω από τον καπιταλισμό, στο Λάμπιν η μνήμη διατηρείται ζωντανή με την ετήσια πορεία που διοργανώνει η πόλη την ημέρα της κήρυξης της κομμούνας.  Αντίστοιχα, ο χώρος των ορυχείων έχει μετατραπεί σε μνημείο της αντιφασιστικής εξέγερσης.

Κι ας λυσσάνε οι Κροάτες αστοί. Όπως οι αντίστοιχοι Ιταλοί το 1921. Οι αγώνες της εργατικής τάξης δείχνουν το δρόμο προς τα εμπρός – έναν πολύ συγκεκριμένο δρόμο: αδιάλλακτα επαναστατικό και αδιάλλακτα διεθνιστικό.

Η αφίσα για την πορεία 95 ετών μνήμης το 2016