Η απεργία των εργαζόμενων οδηγών δικύκλων μέσα από το βίωμα ενός απεργού

Η παρακάτω συνέντευξη ετοιμάστηκε τις εβδομάδες μετά την απεργία που οργάνωσαν η ΣΒΕΟΔ στην Αττική και η ΣΒΕΔΙ στα Γιάννενα στις 11 Απρίλη. Μέσα από τις ερωτήσεις αφενός θέλαμε να γίνει μια καταγραφή των διεργασιών εντός του κλάδου. Αφετέρου, όπως αναδείχτηκε στο διάλογο, είναι κρίσιμο για τη συγκρότηση του σύγχρονου εργατικού κινήματος να αντιλαμβανόμαστε την καθημερινότητα της ζωής εντός της εργασίας από τη σκοπιά της επίδρασης που αυτή ασκεί στις ζωές μας εκτός εργασίας. 

 

RF: Στις 11 Απρίλη, κατέβηκες στην απεργία των ντελίβερι και μεταφορέων, την οποία είχαν προκηρύξει πριν πολλούς μήνες η ΣΒΕΟΔ και η ΣΒΕΔΙ.

Γιάννης: Όπως κατέβηκες κι εσύ ως αλληλέγγυα και σε ευχαριστώ γι’αυτό.

RF: Μπορείς να μας αναφέρεις, εσύ ως εργαζόμενος στον κλάδο, γιατί αποφάσισες να συμμετέχεις στην απεργία;

Γιάννης: Καταρχάς, κατέβηκα στην απεργία, δηλαδή σταμάτησα μια απ’ όλες τις μέρες που εργάζομαι να εργάζομαι με στόχο να δείξω σε πρώτο επίπεδο ότι κάτι πάει πολύ στραβά όταν εργάζομαι, οπότε επιλέγω να το δείξω αυτό, σταματώντας την εργασία για τη διάρκεια της απεργίας. Καταρχάς γι’ αυτό το πολύ βασικό.

Ο κλάδος γενικά αποτελείται από κόσμο, κυρίως μικρότερης ηλικίας μεταξύ 20 και 30. Εργαζόμαστε σε άσχημες εργασιακές συνθήκες σε όλους τους τομείς από τα εργασιακά δικαιώματα ως τις ίδιες τις φυσικές συνθήκες, στις οποίες εργαζόμαστε. 

Εργαζόμαστε σε συνθήκες και με όρους που έχουν φτιαχτεί για τα συμφέροντα των εργοδοτών. Είναι ξεκάθαρα όροι για το πως θα μειώσουν απλά το εργασιακό κόστος, δηλαδή δεν υπάρχει κάποιος άλλος στόχος από πλευράς τους. 

RF: Όσοι είναι-είμαστε έξω από κάθε κλάδο, μας μαθαίνουν να μην δίνουμε πολύ σημασία στις συνθήκες που επικρατούν σε αυτόν και ειδικά στο δικό σου (των διανομέων στον επισιτισμό) να σκεφτόμαστε καθαρά ως καταναλωτές. Αυτή η αντίληψη πρέπει να σπάσει. Μπορείς να μας περιγράψεις τις συνθήκες που επικρατούν στον κλάδο αλλά και εκεί που εσύ εργάζεσαι συγκεκριμένα;

Γιάννης: Πρόκειται για ένα επάγγελμα που το βλέπουμε οι περισσότεροι ως πρόσκαιρη λύση, δηλαδή να κάνουμε κάτι «εύκολο», το οποίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εμπειρία, οπότε μπορείς να πιάσεις δουλειά άμεσα. Το ζήτημα είναι πως επειδή το βλέπουμε ως ευκαιριακό επάγγελμα αυτό το αντιλαμβάνονται και τα αφεντικά, δηλαδή σκέφτονται «ευκαιριακά το κάνει, δεν θα υπάρξουν ιδιαίτερες απαιτήσεις» οπότε θεωρούν πως θα προσαρμοστούμε χωρίς αντιστάσεις στις αλλαγές που αυτοί δημιουργούν στη λεγόμενη αγορά εργασίας διαρκώς. Αυτή η ρευστή φάση, διαμορφώνει και όλο το επάγγελμα, τα πάντα είναι σε συνεχή αλλαγή, από τα ωράρια, τα ωρομίσθια, τις απαιτήσεις του κάθε μαλάκα να δουλεύουμε και σε άλλα πόστα αν δεν έχει πολλές παραγγελίες κτλ. Αυτό φυσικά προκύπτει και από το ποιοι έχουν την εξουσία – τα αφεντικά.

Έχουν δοθεί κάποιες απαντήσεις, έχει ανοίξει μια προοπτική μέσω των απεργιών των ντελιβεράδων τα τελευταία δυο χρόνια – Μάη 2018 και Απρίλη 2019. Έχει μεταστραφεί λίγο το κλίμα ως προς τη δυνατότητα και τη δυναμική των αφεντικών να ασκούν την εξουσία τους όπως την ασκούσαν τα προηγούμενα χρόνια. 

Η μαζικότητα της φετινής απεργίας έδειξε πως πατούσε σε πραγματικές βάσεις όσον αφορά το βηματισμό και τη στοχοθεσία της. Η δυναμική της έδειξε πως αν συνεχίσουμε έτσι, οι στόχοι της θα γίνουν πράξη.

RF: Τι διεκδικεί ο κλάδος αυτή τη στιγμή;

Γιάννης: Βασικές διεκδικήσεις αποτελούν το εταιρικό δίκυκλο και οι άμεσες παροχές για τη συντήρηση του (καθώς και τα μέσα ατομικής προστασίας), η ένταξη στα βαρέα ανθυγιεινά και ενιαία ειδικότητα για όλους τους διανομείς είτε στον επισιτισμό είτε στις υπηρεσίες courier. Όλες οι διεκδικήσεις αυτές μαζί αυξάνουν τον πραγματικό μισθό μας, βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας και μειώνουν τον κίνδυνο στον δρόμο.

Το εταιρικό δίκυκλο ειδικά σημαίνει πως όλα αυτά τα τυπάκια που επειδή έχουν ατομική ιδιοκτησία στον καπιταλισμό και άνοιξαν ένα μαγαζί, νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν, να υποχρεωθούν να αναλάβουν την ευθύνη του ότι θέλουν τα εμπορεύματα τους να παραδίδονται και εκτός μαγαζιού. Να αναλάβουν τα έξοδα της λειτουργίας πρακτικά ενός δεύτερου μαγαζιού έξω από το πρώτο μαγαζί τους. Το ότι τα έξοδα γι’αυτό το «δεύτερο μαγαζί» τα αναλαμβάνουν οι ντελιβέραδες αποτελεί άγραφο νόμο, δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί στους όρους εργασίας. Είναι ξεκάθαρο ότι τα έξοδα βενζίνης, συντήρησης, ασφάλεια, ΚΤΕΟ, τα πάντα τα αναλαμβάνεις εσύ .Για να το πούμε αλλιώς, σ’ένα επίπεδο ο στόχος της απεργίας είναι να σταματήσει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης να μετακυλίεται πάνω μας. 

Επίσης, ο στόχος της είναι να εφαρμοστούν αυτά που ήδη υπάρχουν στα χαρτιά. Εγώ δουλεύω 10 ώρες τη μέρα και είμαι ασφαλισμένος μόνο για τις 4 με ότι αυτό συνεπάγεται, π.χ. προχθές το αφεντικό με πήρε 12μ (εγώ πιάνω δουλειά στη 1μμ) για να μου πει «έλα μην έρθεις γιατί είναι έξω το ΙΚΑ». Προφανώς, δεν πληρώθηκα γι’ αυτές τις ώρες που έχασα γιατί τα αφεντικά σ’ αυτά όταν τα συμφέρει είναι «δίκαια», ξέρεις τώρα. Οπότε είναι σημαντικά να εφαρμοστούν διάφορα – να ασφαλιζόμαστε κανονικά, να παίρνουμε κανονικά δώρα, επιδόματα κλπ. Αυτά που προβλέπονται δεν αποτελούν κάποια μεγάλη κατάκτηση, αλλά τώρα δεν τηρούνται ούτε αυτά. Εγώ παίρνω 4 ευρώ/ώρα, τα 0.5 είναι για βενζίνη, 0.5 είναι για άλλα λειτουργικά έξοδα, οπότε είναι σαν να παίρνω 3 ευρώ/ώρα δηλαδή κάτω απο το βασικό μισθό.

Ένα άλλο αίτημα που αξίζει να γίνει αντικείμενο πάλης είναι η απαγόρευση διανομής προϊόντων σε μέρες, στις οποίες οι καιρικές συνθήκες είναι επικίνδυνες για τους ίδιους τους διανομείς. Έχουν φύγει πολλοί συνάδελφοι επειδή οι εργοδότες θέλουν να βγάζουν φράγκα ακόμα και αν έρθει ο κατακλυσμός του Νωε. Οι μισοί από τους παλιούς του επαγγέλματος ζουν κατά τύχη και είναι γεμάτοι σίδερα στα πόδια.

RF: Πως βίωσες την απεργία; 

Γιάννης: Είχε μαζικότητα όπως λέγαμε πριν. Με τους συναδέλφους στη δουλειά έγιναν κάποιες κουβέντες για το αν θα συμμετέχουμε όλοι στην απεργία. Υπάρχει όμως ακόμη μια αντίληψη πως πρέπει να συζητήσουμε με τα αφεντικά τα αιτήματα μας, όπως έλεγαν κάποιοι συνάδελφοι και εκεί που δουλεύω. Αυτή μια λάθος αντίληψη όχι μόνο επειδή το αφεντικό έχει άλλα συμφέροντα, τα οποία προωθεί καθημερινά, αλλά και επειδή ακόμη κι αν δεχόταν τα αιτήματα μας, δεν θα μπορούσε να τα ικανοποιήσει μόνος του – ως μεμονωμένος εργοδότης – όπως π.χ. τα βαρέα ανθυγιεινά. Η απεργία είναι όλων εμάς ενάντια σε όλα τα αφεντικά και το κράτος το οποίο θέλουμε να αναγκαστεί να τα νομοθετήσει, ως οργανωμένος μηχανισμός όλων των αφεντικών.

Κατεβαίνοντας στην απεργία έβλεπες μειωμένη κίνηση από μηχανάκια, γεγονός που έδειξε και τη συμμετοχή που υπήρχε. Επίσης, από τους απεργοσπάστες αρκετοί δεν μετακινούνται με μηχανάκι για να μη φαίνονται ως τέτοιοι. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια δυναμική, ένας ηγεμονικός λόγος που επηρέαζε ακόμη κι όσους δεν συμμετείχαν.

Προσωπικά, δεν είχα ξανακατέβει σε μοτοπορεία. Ήταν ένα ωραίο σκηνικό, γιατί έβλεπες αυτούς που βλέπεις στη δουλειά – από τα σπασμένα μηχανάκια, τις τρύπιες εξατμίσεις ως τους κάγκουρες – αλλά τους βλέπεις ως απεργούς πλέον. Κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό, δείχνει τον μετασχηματισμό που βιώνει ο καθένας μας σε μια τέτοια διαδικασία.

RF: Θες να μου πεις κάτι άλλο για την εμπειρία της ίδιας της απεργιακής μοτοπορείας;

Γιάννης: Πολύ δυνατή, τρομερός παλμός, δεν κατεβήκαμε για χαβαλέ. Αλλά επειδή είμαστε και λίγο καγκουρες θα άκουσες μπολικους κοφτές, θα μύρισες και λίγο καμμενο λαστιχο.Γενικα ακουστικαμε, ταρακουνισαμε για λίγες ώρες την Αθήνα και αυτός ήταν ο στόχος.

RF: Οι απεργιακές κινητοποιήσεις και γενικότερα οι αγώνες που αναπτύσσονται στους διανομείς έχουν επιφέρει και νομοθετικά αποτελέσματα. Το πολυνομοσχέδιο που προωθεί το υπουργείο Εργασίας για τους διανομείς πως το αξιολογείς;

Γιάννης: Αυτό δεν είναι ένα καλό νομοσχέδιο, αλλά σ’ όλη τη σαπίλα που χαρακτηρίζει την εργασιακή νομοθεσία ως σήμερα είναι δείγμα κάποιων πραγμάτων που αναγκάστηκε να παραχωρήσει το κράτος όπως τα μέσα ατομικής προστασίας, η ασφάλεια του οχήματος που πρέπει να αποδίδεται από την εργοδοσία και το 15% του κατώτατου μηνιαίου μισθού, το οποίο πρέπει να αποδίδεται για την κίνηση-χρήση του οχήματος.

Αυτό σημαίνει περίπου 0.5 ευρώ ανά ωρομίσθιο. Τόσο όμως είναι το κόστος ανά ώρα για τη βενζίνη. Επομένως, καλύπτεται μεν το κόστος βενζίνης, το όχημα όμως έχει πολλά άλλα έξοδα. Γι’ αυτό θα πρέπει να παρέχει το όχημα η εργοδοσία για να μην υπάρχουν τέτοια «παραθυράκια». Με το τωρινό νομοσχέδιο συνεπώς νομιμοποιείται κάπως το ότι το όχημα θα το βάζει ο εργαζόμενος και προσπαθεί να θέσει νομικά όρια στις διεκδικήσεις μας προφανώς υπέρ της εργοδοσίας.

Όσον αφορά τα μέσα ατομικής προστασίας, επειδή όταν λέμε για αφεντικά, έχουμε να κάνουμε με τη λογική του μαγαζάτορα που προσπαθεί να μειώσει παντού τα κόστη, είναι αντικείμενο πάλης το τι θα σημαίνει η τήρηση του μέτρου στην πράξη ακόμη και ως προς την ποιότητα του εξοπλισμού ατομικής προστασίας.

Είναι σημαντικό το ότι ακόμη κι όταν νομοθετείται κάτι είναι διακύβευμα της ζωντανής πάλης η εφαρμογή του ακόμη και στους τωρινούς μισθούς μας που συχνά είναι πιο κάτω απ’ αυτό που θα «έπρεπε» νομικά.

RF: Τι θεωρείς ότι εμποδίζει τον κλάδο να διεκδικήσει τα εργασιακά δικαιώματα του και πιο συγκεκριμένα, εκεί που εργάζεσαι ποιες είναι οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί;;

Γιάννης: Το πρώτο είναι η αντίληψη σε μια μερίδα συναδέλφων ότι εργάζονται ευκαιριακά στον κλάδο, ότι είναι μια προσωρινή λύση. Επίσης, σε μια άλλη μερίδα υπάρχει υποταγή στις κινήσεις της εργοδοσίας λόγω φόβου απόλυσης, ενώ ένα άλλο τμήματα υποτάσσεται στην πράξη λόγω άγνοιας για διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα, κάποιοι συνάδελφοι που δεν απεργούν όταν τους είπα ότι στην πράξη παίρνουμε κάτω από το βασικό μισθό, δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως έγινε αυτό.

Εκεί που εργάζομαι όπως και σε άλλους χώρους υπάρχει επίσης το ζήτημα της συναίνεσης που παράγουν τα αφεντικά, ένα ψευδο-οικογενειακό κλίμα για να συμμαζεύει τη σαπίλα που υπάρχει από κάτω. Σε κάθε χώρο, είτε αλυσίδα είτε μικρό μαγαζί, υπάρχει κάποιος, το αφεντικό ή ο υπεύθυνος που αναλαμβάνει να σε επιβραβεύσει για το ότι δέχεσαι να δουλεύεις για το βασικό μισθό ενώ χιονίζει. Απλά θα σε επιβραβεύσει ψυχολογικά δηλαδή όχι κάτι παραπάνω. Και αυτό σε κάποιους εργαζόμενους παράγει συναίνεση. Φυσικά, η εργοδοσία χρησιμοποιεί και τα δύο: και επιβράβευση και τιμωρία ταυτόχρονα.

 

RF: Έχουμε ανοίξει πολύ γενικότερα θέματα με πολλές προεκτάσεις πέρα από τους εργατικούς αγώνες. Θεωρείς ότι  αυτές οι προεκτάσεις ξεπερνούν τα όρια των διεκδικήσεων ενός κλάδου;

Γιάννης: Ο τελικός και τελευταίος αγώνας του κλάδου πρέπει να είναι για να καταργηθεί. Γιατί το επάγγελμα αυτό μπορεί να υπάρχει μόνο στις σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Υπάρχει τρομερή αντίφαση ανάμεσα στο ότι για να φάει κάποιος σπίτι του, στη ζέστη κλπ., κάποιος άλλος συνάνθρωπος του ίσως χρειαστεί να το μεταφέρει σε κακές καιρικές συνθήκες και μάλιστα να δεχτεί αρνητική κριτική αν αργήσει να του το μεταφέρει. Αφενός έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό μεταξύ των μαγαζιών για το ποιο κάνει το πιο γρήγορο ντελίβερι και την πίεση που δεχόμαστε εμείς λόγω αυτού. Αφετέρου είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που κάποιος θέλει να καταναλώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται και είναι διατεθειμένος γι’ αυτό κάποιος άλλος να βγει μέσα στο χαλάζι για να του φέρει έτοιμο φαγητό. 

Οπότε ναι, η τελευταία μάχη του κλάδου πρέπει να είναι για την κατάργηση του και μαζί των συνθηκών που δημιούργησαν εξαρχής την «ανάγκη» για ένα τέτοιο επάγγελμα. Απο εκεί και πέρα, τα όρια της πάλης καθημερινά είναι τα όρια της θέλησης αυτών που παλεύουν σε σχέση με αυτούς που έχουν την εξουσία.

RF: Το αντίκτυπο της δουλειάς ποιο είναι στην καθημερινότητα του εργαζόμενου;

Γιάννης: Τα σπαστά ωράρια, συνολικά 10 ώρες σημαίνουν ότι έχεις ελάχιστο χρόνο για την προσωπική σου ζωή. Στον ελάχιστονελεύθερο χρόνο μου επιδιορθώνω βλάβες στο μηχανάκι και θα βγω για ένα ποτό μια φορά τη βδομάδα. Όλα αυτά για να καλύπτεις βασικές ανάγκες και χρέη, ενώ δεν έχεις χρόνο για να κάνεις κάτι άλλο, να διασκεδάσεις, να σπουδάσεις κλπ. 

Ένας συνάδελφος φοιτητής, από τις 8πμ είναι στη σχολή και στις 12μ πιάνει δουλειά. Τελειώνει στις 11 το βράδυ και κοιμάται κατά τη 1 το πρωί. Και ξαναρχίζει το επόμενο πρωί. Άλλος βαράει 12ωρα στα 45 του γιατί έχει δύο παιδιά.

Σε αυτό να προσθέσουμε και τα ξαφνικά ωράρια, ότι λόγω φόρτου εργασίας μπορεί να σε πάρει τηλέφωνο μια μέρα που δεν εργάζεσαι κανονικά και να σου πει «σε μια ώρα έλα», οπότε το ρεπώ σου χάνεται. Και αν δεν πας, θα είναι ένας από τους 2-3 λόγους που μπορεί να βρει για να σε απολύσει. Δηλαδή σου μιλάω για την απόλυτη εργασιακή σκατίλα, δεν έχεις ζωή, η ζωή σου και η καθημερινότητα σου βασίζονται στα κωλομάγαζά τους και στις απαιτήσεις τους. Οπότε υπάρχουν τρεις επιλογές που πολλές φορές μπλέκονται μεταξύ τους. Ή θα κάνεις το μαλάκα και θα γίνεις το καλό παιδί της εργοδοσίας, με ο, τι αυτό συνεπάγεται για μικροδιευκολύνσεις μεταξύ κατεργαρέων, ή θα  κλατάρεις από την εργασιακή και γενικά την κοινωνική πραγματικότητα και θα αναζητήσεις σε άλλα μονοπάτια λύσεις για να την παλέψεις, ή θα πεις κομμένες οι μαλακίες, θα μάθεις τα δικαιώματα σου θα οργανωθείς και θα τους πας γαμιώντας. Δυσκολάκι το τρίτο αλλά μου φαίνεται πως αξίζει να το προσπαθήσουμε, όχι μόνο οι ντελιβεράδες αλλά όλοι οι εργαζόμενοι.

RF: Θεωρείται από πολλούς ένα ευκαιριακό επάγγελμα, αλλά όπως το περιέγραψες καταλήγει να μην είναι αυτό. Το να συγκροτηθεί μια ταυτότητα γύρω από το επάγγελμα μπορεί να βοηθήσει απέναντι στην αντίληψη που λέει «δεν ασχολούμαι με τον κλάδο, γιατί δε θα είμαι για πολύ εδώ»;

Γιάννης: Μπορεί να το βλέπουν πολλοί ως ευκαιριακό, αλλά αν τα βάλεις κάτω, θα δεις ότι δεν είναι. Εγώ ξεκίνησα γιατί δεν έβρισκα ως σερβιτόρος, οπότε πήγα στο ντελίβερι και είπα ότι θα το κάνω για κάνα εξάμηνο μέχρι να φύγω σεζόν. Ε, τρία χρόνια μετά αυτό μόνο κάνω. Από ευκαιριακό καταλήγει να είναι ένα παγιωμένο πράγμα. Άρα πρέπει να υπάρξει σε ένα βαθμό και η ταυτότητα του επαγγέλματος, ότι κάνω ένα συγκεκριμένο πράγμα, το οποίο περιλαμβάνει συγκεκριμένες συνθήκες που πρέπει να πληρούνται για να μπορώ να το κάνω.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας δεν πρέπει να ψάξει αυτό που θέλει γενικά να κάνει στο βαθμό που θέλει να ασχοληθεί. Σημαίνει όμως ότι για όσο καιρό είναι στο επάγγελμα και για τον ίδιο και για τους επόμενους πρέπει να συμβάλει στο να παγιωθούν κάποιες κατακτήσεις και να κατανοεί πως από τη στιγμή που είναι στον κλάδο, είναι εργάτης. Το αφεντικό δεν είναι φίλος μας, αποσπά υπεραξία απο εμάς και βγάζει κέρδη απ’ αυτήν. Ότι κι αν πιστεύουμε εμείς αρχικά για το πόσο θα κάτσουμε στη δουλειά.

Όταν μας δίνει δουλειά, δεν κάνει κάποια ευεργεσία και ότι κι αν συμφωνήσουν αρχικά οι συνάδελφοι για να πιάσουν τη δουλειά, δεν δεσμεύονται από τίποτα για να μην διεκδικούν παραπάνω στη συνέχεια. Αυτό στο οποίο έπρεπε να συμφωνήσουν για να αρχίσουν να δουλεύουν ήταν εξαρχής μια σάπια και εκμεταλλευτική συμφωνία, όπου το αφεντικό βγαίνει κερδισμένο από τη δική μας δουλειά. Το να κατανοούμε ότι είμαστε εργάτες εκείνη τη στιγμή σημαίνει και αυτό: να καταλαβαίνουμε ότι δεν χρωστάμε και δεν μας δεσμεύει τίποτα απέναντι στ’ αφεντικά.

RF: Τι πιστεύεις για τη συνέχεια των αγώνων στον κλάδο μετά την απεργία;

Γιάννης: Χρειάζεται να δημιουργηθούν σωματειακές επιτροπές σε κάθε περιοχή και δήμο, να γνωρίζουμε τι γίνεται σε κάθε μαγαζί από τα μέσα. Δηλαδή το πρώτο πράγμα είναι η οργάνωση. Πέρα απ’ αυτό, οι μορφές πάλης καθορίζονται και απο τα ίδια τα αφεντικά εμμέσως γιατί υπάρχουμε στο δίπολο κεφάλαιο-εργασία, δηλαδή στο τι κάνουν τα αφεντικά και πως αντιδρούμε εμείς.

Δηλαδή αν ένα αφεντικό τραμπουκίζει τους εργαζόμενους του, θα πρέπει να υπάρχει ένας εργατικός φορέας, ο οποίος θα ανταπαντήσει με μαχητικό τρόπο έξω από τους κρατικούς θεσμούς, Το ζήτημα είναι να χρησιμοποιούμε κάθε μορφή παρέμβασης και μέσο πάλης, το οποίο είναι αναγκαίο.