Η Διαλεκτική Άρνηση Ενάντια Στον Πολιτικό Δογματισμό

Για να μπορέσει να γίνει κατανοητή η διαλεκτική θα πρέπει πρώτα να εξετασθεί στην ολότητα της ιστορικής της εξέλιξης ως έννοια, ως μεταβολή, ως κίνηση. Είναι αδύνατο να γίνει διαλεκτική ανάλυση δίχως την αντίληψη και την αναγνώριση πως ύλη ( δηλαδή ύπαρξη ) ισούται με διαρκής/αδιάκοπη κίνηση, και πως κίνηση ισούται με αντιφάσεις. Ο πρώτος φιλόσοφος ιστορικά ο οποίος ανέδειξε σημάδια διαλεκτικής ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος κατόρθωσε να κλονίσει την άμεση εμπειρία και την έννοια της μέσω της άρνησης που ανέπτυξε στο σκέπτεσθαι. Στην ίδια την κλόνιση της αισθητής πραγματικότητας εμπεριέχεται η απαρχή και η ουσία της διαλεκτικής, άρνηση κάθε βεβαιότητας σημαίνει πως τίποτα δεν είναι σταθερό ακριβώς διότι έτσι αρνείται η κάθε αμεσότητα. Αυτή η σπουδαία κατάδειξη της αντίφασης προηγείται χρονικά της γνωστή ρήσης του Ηράκλειτου «Τα πάντα ρει», δηλαδή πως τα πάντα είναι ρευστά.

Δεν αρκεί βεβαίως μονάχα η ανάδειξη της μόνιμης μεταβλητότητας της ύλης και της σκέψης για την κατανόηση της διαλεκτικής, είναι απαραίτητη η ίδια η άρνηση στο σκέπτεσθαι ώστε να διαπραχθεί η ρήξη με τη στασιμότητα, η οποία ρήξη θα γίνει δημιουργός των αντιφάσεων που αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε μεταβολή.

Ακόμα πιο ξεκάθαρα ανέπτυξε στοιχεία διαλεκτικής στο πρώιμο επίπεδο τους ο Πλάτωνας, τα στοιχεία της κλόνισης. Ο Πλάτωνας πίστευε πως η παρέμβαση του φιλοσόφου απέναντι στους δεσμώτες του σπηλαίου δεν αρκούσε για την απελευθέρωση τους, όμως μπορούσε να επιφέρει την απαραίτητη κίνηση στη σκέψη τους η οποία θα επιφέρει ιδεατές αντιφάσεις με τέτοια ισχύ που θα επιτρέπει τη δημιουργία πεδίου στο οποίο θα είναι δυνατή η ανάδειξη της σκλαβιάς τους, χωρίς την οποία ανάδειξη άρα και αναγνώριση δεν μπορεί να επέλθει η καταστροφή της.

Παρατηρούμε λοιπόν πως ακόμα και σε τόσο πρώιμα επίπεδα χρήσης της διαλεκτικής η ανάπτυξη της πολυπλοκότητας των αντιφάσεων και της δημιουργίας τους αναδεικνύει την αναγκαιότητα της μελέτης των Χεγκελιανών διαλεκτικών σχημάτων. Αν εξετασθούν απομονωμένα οι απαρχές των διαλεκτικών αντιλήψεων στους αρχαίους φιλοσόφους και ο τρόπος που αυτές αναπτύχθηκαν απο το Ζήνωνα ως και τον Αριστοτέλη , τότε η ίδια η εξέταση δε θα είναι διαλεκτική.

Η καθεαυτή αντιδιαλεκτική αντιμετώπιση πολλών πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων εμπεριέχει στη μεθοδολογία και στις λογικές της τις απαρχές του δογματισμού. Οποιοδήποτε σύνολο ή άτομο επιχειρεί να ακυρώσει την οποιαδήποτε επιρροή υλική ή ιδεατή, κοινωνική η πολιτική, δεν καταφέρνει τίποτα πέρα από το να δημιουργεί στασιμότητες στα πεδία όπου επιχειρεί την ακύρωση μέσω της άρνησης προς την ίδια την αρνητικότητα των αντιφάσεων της μορφής και του περιεχομένου. Η εξέταση μονάχα της φαινομενικής θετικότητας απαλλαγμένης από το βάρος της αρνητικότητας δηλαδή μονάχα της υποτιθέμενης τελικής μορφής και όχι μέσω της επεξεργασίας και της ιστορικής διαμόρφωσης της μέρος των οποίων είναι και η όποια μορφή της, συνεπάγεται με εκ βάσεως απόρριψη της υλιστικής διαλεκτικής.

ΟΙ παραπάνω πρακτικές είναι βασικά στοιχεία του σταλινισμού, ως κλασσικό παράδειγμα πολιτικού δογματισμού. Η σταλινική ακύρωση διαφόρων είδων διαλόγου, κλονισμού, οποιασδήποτε απαρχής κίνησης υλικής ή ιδεατής δεν μπορεί παρά να αυτοκαταδικαστεί σε στασιμότητα. Σε μια πραγματικότητα όπου καθετί είναι συνεχώς μεταβαλλόμενο, και βρίσκεται σε διαρκή αντιφατική εξέλιξη/κίνηση η ίδια η καταφατική αντιμετώπιση μίας άρνησης φύση ενάντια στην ελευθερία ( ιδιοκτησία ) οδηγει στην περαίωση της στασιμότητας, κάτι το οποίο είναι διαλεκτικά και υλικά αδύνατο. Αύτη η κατάφαση επομένως προκαλεί μία διαστρεβλωμένα υποκειμενική αντίληψη της πραγματικότητας.

Σε μία τέτοια αντίληψη είναι αδύνατο όποια πρακτική να μετουσιωθεί σε επαναστατική πρακτική διότι θέτει από μόνη της περιορισμούς μη υλικούς, και η επαναστατική πρακτική μπορεί να περιοριστεί μονό από υλικούς φραγμούς και τίποτα άλλο. Οι ίδιες οι γλωσσικές έννοιες, οι οποίες αποτελούν δημιουργήματα υλικά τα οποία κατέχουν τη θέση του υποκειμένου στις διαλεκτικές μεταξύ τους σχέσεις, μεταβάλλονται διαρκώς, ότι θεωρείται σήμερα τίμιο δεν είναι όμοιο με ότι θεωρούταν τίμιο χθες και ότι πιστεύουμε σήμερα πως είναι η ελευθερία είναι διαλεκτικώς ανόμοιο με το τι πιστεύαμε πως είναι ελευθερία χθες. Έλλογο αν αναλογιστούμε πως όταν μία σχέση υπάγεται στο οικοδομικό μοντέλο της βάσης επί του οικοδομήματος, και η βάση είναι κάτι το υλικό τότε το εποικοδόμημα δεν μπορεί παρά να βρεθεί σε διαρκή κίνηση ακριβώς διότι υπάγεται σε κάτι το οποίο δεν παραμένει ποτέ αμετάβλητο, ασχέτως αν το ίδιο το εποικοδόμημα μπορεί να διαμορφώσει και να ανατρέψει την ίδια τη βάση του. Έτσι οι γλωσσικές έννοιες, οι οποίες είναι τα κύρια μέσα προσέγγισης του μη αισθητού, είναι και αυτές καταδικασμένες στη διαρκή διαλεκτική κίνηση.

Σε μια κοινωνία όπου όλες οι αστικές και ταξικές αρνήσεις είναι βασικά στοιχεία της ύπαρξης της, όπως είναι το κράτος, η ιδιοκτησία και η πραγμοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων οποιουδήποτε είδους κατάφαση λειτουργεί υπέρ αυτών. Η κατάφαση ενισχύεται από το κράτος ( στρατιτωτικό – αστυνομικό ή και «ανθρωπιστικό» ) διότι η ίδια η στασιμότητα που επιφέρει η καταφατικότητα της άμεσης αντίδρασης ύλης με ύλη( στις καπιταλιστικές-ταξικές κοινωνίες ) οδηγεί στην άγνοια της εξέλιξης και η άγνοια αυτή είναι που δημιουργεί αλυσίδες, και όσο η μεταβολή και η αλλαγή συνεχίζεται και η καταφατική άγνοια παραμένει και ενισχύεται τόσο ισχυροποιούνται οι αλυσίδες που δημιουργεί.

Στην ουσία αυτό συμβαίνει διότι σε μια κοινωνία όπου το προλεταριάτο και τα υποκείμενα των επαναστατικών πράξεων δεν μπορούν να εγκαθιδρύσουν κυρίαρχες αρνήσεις στην κοινωνία και την παραγωγή, λόγω της θέσης τους στον ταξικό και στον κοινωνικό πόλεμο η οποία συναύδει με τη μη κυραρχία στις κοινωνικές θέσεις. Επομένως σε μια καπιταλιστική κοινωνία όλες οι κυρίαρχες αρνήσεις πρέπει να καταστραφούν μέσω της επαναστατικής πρακτικής και όχι να συντηρηθούν.

Η ίδια η μη άρνηση της βεβαιότητας εμπεριέχει στις λογικές της και μια παθητική εξέταση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων και επιδράσεων, δηλαδή μια ερμηνεία απομακρυσμένη από την ενεργητικότητα της ουσίας των αντικειμένων. Κάθε υλική επαφή και επίδραση συντελείται στο εξωτερικό κομμάτι των αντικειμένων επηρεάζοντας άμεσα το εσωτερικό τους ( Η μορφή επιβάλλεται στο περιεχόμενο – Καρλ Μαρξ ), όμως η εξέταση του εξωτερικού ως καθαρά διάφορο κομμάτι από το ουσιώδες το οποίο βρίσκεται στην εσωτερικότητα του αντικειμένου είναι καταδικασμένη σε μια ιδεαλιστική αναγωγή. Το εξωτερικό είναι το φαινομενικό της ουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει ουσία χωρίς φαινομενικότητα όμως δεν παύει το ίδιο το εσωτερικό να αποτελεί το λόγο «γέννεσης» του εξωτερικού ( κάθε μορφή είναι ανεξάρτητη εξέλιξη των προηγούμενων μορφών ενώ το ουσιώδες εμπεριέχει στοιχεία της ιστορικής ουσίας λόγω της διαλεκτικής τους σχέσης ) .

Κάθε ιδεαλιστική τάση οδηγεί σε διαφόρου είδους αναγωγές σε ανώτερες δυνάμεις, φαινόμενα ακόμα και ανώτερης ύλης. Όσοι ιδεαλιστές προσπάθησαν να προσδώσουν ενεργητικότητα υπέπεσαν σε μια απροσπέλαστη αντίφαση, όσο και αν απέδιδαν ενεργητικότητα στα αντικείμενα της μελέτης τους δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν το βασικό περιορισμό που η ιδεαλιστική αναγωγή σε ανώτερες φύσεις προσέδιδε στην ύλη, τον περιορισμό της φύσει κατωτερότητας.

Σε μια ανάλογη αντίφαση υποπέφτουν και τα όποιο πολιτικά ή κοινωνικά δόγματα τα οποία λόγο της ανύπαρκτης στασιμότητας τα οποία προσδίδουν στην πραγματικότητα υποβαθμίζουν σύνολα και καταστάσεις. Δημιουργούν ανισότητες μέσω της αντιδιαλεκτικής υποβάθμισης ατόμων και συγκρούσεων η οποία είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εξυψώσουν του πιο ικανούς και χρήσιμους για αυτούς. Οι λογικές και οι πρακτικές αυτές συμβάλλουν στη διαιώνιση και τη δημιουργία πεδίων και σχέσεων εκμετάλλευσης, εμπορευματοποίησης των ανθρώπων και εξουσίας, δήθεν ανώτερων και κατώτερων ατόμων πάντα σε αναλογία με τη χρηστικότητα του καθενός ως προς τον σκοπό συγκεκριμένων ταξικών μηχανισμών.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+