Ιστορία, παρόν και μέλλον των Εξαρχείων: για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Τα αστικά ΜΜΕ προωθούν και αναπαράγουν μια εικόνα των Εξαρχείων σύμφωνα με την οποία είναι μια περιοχή στην οποία συγκεντρώνονται όλες οι αρνητικές πτυχές της ζωής στον αστικό χώρο, οι οποίες πτυχές στη συνέχεια αποδίδονται στις πολιτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στα Εξάρχεια. Η εικόνα στα ΜΜΕ είναι ένα διαρκές project ποινικοποίησης και αποσύνδεσης των Εξαρχείων από την κοινωνία και τις διεργασίες στο εσωτερικό της.

Η εικόνα δεν είναι παρά η έκφραση μιας κοινωνικής σχέσης, η οποία αναπαράγεται στα ΜΜΕ αλλά παράγεται στην ίδια την πραγματική ζωή μέσω της κρατικής καταστολής, της αστυνομικής περικύκλωσης της περιοχής και της εγκληματικοποίησης της πολιτικής δράσης ενάντια στο κεφάλαιο. Η ποινική οριοθέτηση των Εξαρχείων είναι ταυτόχρονα ο βασικός παράγοντας που δημιουργεί τις συνθήκες ανάπτυξης της εγκληματικότητας στην πλατεία και τη γειτονιά. Όταν μια περιοχή πλασάρεται ως χώρος κοινωνικής παρακμής και αποσάθρωσης και τελεί υπό αστυνομική καραντίνα από το υπόλοιπο κέντρο της Αθήνας, τότε δε θα αργήσει και η συσσώρευση των πιο παρασιτικών κοινωνικών στοιχείων εκεί. Οι παρακμιακές συμμορίες ναρκεμπόρων βρίσκονται στα Εξάρχεια επειδή της κατευθύνει έμμεσα και άμεσα εκεί η εγκληματικοποίηση των Εξαρχείων από το κράτος. Οι δυνάμεις του κινήματος είναι οι μόνες οι οποίες έχουν αντισταθεί και απωθήσει τις ναρκοσυμμορίες – οι ίδιες δυνάμεις τις οποίες τα ΜΜΕ κατηγορούν πως δημιουργούν το «φαινόμενο Εξάρχεια».

Το project ποινικοποίησης των Εξαρχείων έχει βρει την άλλη όψη του σ’όσους και όσες έχουν εσωτερικεύσει τον προβληθέν «φαινόμενο Εξάρχεια» ως θετική κοινωνική πραγματικότητα. Η σύνδεση κοινωνικής παρακμής και πολιτικής ενάντια στο κεφάλαιο γίνεται απο τα ΜΜΕ αφενός για να συσκοτίσει την ουσία της εμμονής τους με την περιοχή και αφετέρου για να στείλει στους θεατές το μήνυμα πως έξω από τη λογική του κεφαλαίου υπάρχει μόνο παρακμή. Συνεπώς, η εσωτερίκευση της αστικής αφήγησης προωθεί – με τον πιο εκφυλιστικό τρόπο μάλιστα – τον πυρήνα αυτής της αφήγησης: την απο-πολιτικοποίηση των Εξαρχείων, την αποκοπή απο τις κοινωνικές διεργασίες, την ποινικοποίηση τους.

Τα Εξάρχεια έχουν πολιτική ιστορία και όταν αυτή απωθείται, εκείνο που μένει είναι η προαγωγή ενός «αντικομφορμιστικού» lifestyle στο περιθώριο του Κεφαλαίου και καταλήγει να το επιβεβαιώνει, αποδεχόμενο την παντοδυναμία του σε όλες τις πλευρές της ζωής με εξαίρεση κάποιες νησίδες στα πίσω σοκάκια του. Συμπληρωματικά στην προαγωγή του εξαρχειώτικου lifestyle (ως το ακριβές αντίθετο των Εξαρχείων ως χώρου παραγωγής πολιτικής Αλήθειας) αναπτύσσεται και η αγορά, στην οποία αυτό θα πουληθεί ως εμπόρευμα είτε έχουμε να κάνουμε με τα διάφορα είδη «κινηματικού τουρισμού» είτε με τους κινέζους επενδυτές που αγοράζουν ακίνητα στις διάφορες γωνίες της γειτονιάς για να τα ενοικιάσουν στη συνέχεια μέσω airbnb σε «εναλλακτικούς» τουρίστες.

Σε μια απ’ αυτές τις γωνίες, συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτη στέκεται – μετά βίας – όρθια η οικεία Λαπαθιώτη πίσω απο εγκαταλειμμένες σκαλωσιές του δήμου Αθηναίων. Χτισμένη τη δεκαετία του 1870, πήρε το όνομά της από το Λεωνίδα Λαπαθιώτη ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί το 1903. Μεγαλοαστός, απόγονος οπλαρχηγών του 1821 από την Κύπρο, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης θα γινόταν το 1916 αντιστράτηγος του Βενιζέλου. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δίδαξε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Πέθανε στην κατοχική Αθήνα το 1942.

Αν ο βίος και το έργο του Λεωνίδα Λαπαθιώτη «αρμόζουν» στις προσδοκίες για τους γόνους της αστικής τάξης, η πορεία που ακολούθησε ο γιός του Ναπολέων ήταν η ακριβώς αντίθετη. Γεννημένος το 1888, απο νεαρή ηλικία άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του στα περιοδικά της εποχής όπως ο Νουμάς. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη για συστρατευτούν με τον Βενιζέλο. Την ίδια εποχή, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έρχεται σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες. Στον πόλεμο θα υπηρετήσει ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας. Η μικρασιατική καταστροφή και ο θάνατος πολλών φίλων του στην εκστρατεία της Ανατολίας θα τον απομακρύνουν οριστικά από το βενιζελικό στρατόπεδο. Η νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης και το πανευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα θα αποτελέσουν καταλύτη για την μετέπειτα πορεία του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο Λαπαθιώτης θα στρατευτεί συνειδητά κομμουνιστικό κίνημα. Εχθρός της αντίδρασης και του σκοταδισμού, το 1927 θα ζητήσει με δημόσια επιστολή του στον Ριζοσπάστη τον αφορισμό του από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών καθώς όπως γράφει: «η χριστιανική θρησκεία όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία μου έχει αποβή τελείως περιττή». Το ποίημά του «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλετάριου» που δημοσιεύτηκε το 1932 στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» αναδεικνύει το βαθύ μίσος του Λαπαθιώτη για την αστική τάξη, την τάξη στην οποία γεννήθηκε:

«Φτάνουν οι γυμνοί κι αδικημένοι -κι οι ταπεινοί κι οι καταφρονεμένοι- που μέρα νύχτα τους κεντούσες με τα σίδερα, για να σου γλύφουν δουλικά τη φτέρνα- πλακώνουν τώρα, κύμα μανιασμένο, να τραγανίσουν τη ζεστή καρδιά σου, για το μεγάλο κρίμα που τους έκανες, να τους σκοτώνεις αναμεταξύ τους, για να ρουφάς τα δόλια τους μεδούλια, και να χορταίνεις, μέσ’ στην ξενοιασιά σου, καλοθρεμμένο τέρας αστικό…

Ξυπνούν οι σκλάβοι απ’ όλες τις μεριές, να σε ξεσκίσουν με τα μαύρα νύχια τους, γιατί πεινούσαν και διψούσανε γι’ αγάπη -και συ τους πότιζες, δεν ξέρω πόσα χρόνια, τους πότιζες με ξύδι και χολή…»

Τέτοιοι στίχοι θα οδηγήσουν στην λογοκρισία του Λαπαθιώτη στη μεταξική δικτατορία – ο ίδιος θα «παρακάμψει» την απαγόρευση γράφοντας με το ψευδώνυμο «Πλάτων». Στην κατοχή, σε αντίθεση με πολλούς από την τάξη του που πλούτισαν σε συνεργασία με τους ναζί, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης θα κάνει το σπίτι του κρυσφήγετο αγωνιστών της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Η τοποθεσία της οικείας Λαπαθιώτη, κάτω από το λόφο του Στρέφη, την καθιστούσε ιδανικό σημείο γι’αυτό το σκοπό. Οι ΕΑΜίτες των Εξαρχείων συγκεντρώνονταν στο λόφο του Στρέφη και με τα χαρακτηριστικά «χωνιά»-τηλεβόες μετέδιδαν τα μηνύματα του αγώνα, ενάντια στους ναζί και τους συνεργάτες τους, προς την πλατεία των Εξαρχείων που αποτελούσε κέντρο για όλη τη γειτονιά. Ώσπου να φτάσουν στο λόφο οι γκεσταπίτες και οι ντόπιοι μπράβοι τους, οι ΕΑΜίτες έβρισκαν γρήγορα καταφύγιο
στην οικεία της οδού Οικονόμου & Κουντουριώτου.

Οι κακουχίες της Κατοχής και η οικονομική εξαθλίωση θα καταβάλλουν ανυπέρβλητα τον ήδη κλονισμένο ποιητή από το θάνατο της μητέρας του, το 1937. Στις 8 Γενάρη του 1944, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης θα αυτοκτονήσει σε ηλικία 58 ετών. Τελευταία πράξη του πριν το θάνατο: να δώσει όλα τα όπλα του αστού στρατηγού πατέρα του στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Θα ταφεί λίγες μέρες αργότερα μετά από έρανο που έγινε για να συγκεντρωθούν τα χρήματα για την κήδευσή του.

Αυτή είναι η ιστορία του κομμουνιστή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και της οικείας που έζησε και πέθανε. Τα χρόνια πέρασαν και αυτό το μνημείο της ταξικής ιστορίας των Εξαρχείων ξεχάστηκε. Το 1986, το κτήριο ορίστηκε διατηρητέο από το δήμο Αθηναίων χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα ουσιωδώς για την πραγματική διατήρηση του. Η θεσμική καταχώρηση έγινε παράλληλα με την αφαίρεση της πολιτική διάστασης της ζωής του Λαπαθιώτη . Έτσι, στο «Αρχείο Μνημείων της Αθήνας» στην καταχώρηση για την οικεία Λαπαθιώτη, ο ποιητής χαρακτηρίζεται με τον αφηρημένο όρο «αντικομφορμιστής».

Ξανά βλέπουμε πως η απο-πολιτικοποίηση της πραγματικότητας και των ανθρώπων στο όνομα ενός αντικομφορμιστικού lifestyle όχι μόνο είναι αποδεκτή αλλά μπορεί να γίνει και χρήσιμη για μια αστική κοινωνία, η οποία θέλει να παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως το αιώνιο τέλος της ιστορίας πέρα από το οποίο δεν υπάρχει τίποτα.

Ενάντια στην απο-πολιτικοποίηση στέκει η ζωντανή, πολιτική καθημερινότητα της γειτονιάς. Ενάντια στην περιθωριοποίηση της, στέκει η ανάδειξη των Εξαρχείων ως χώρου ζύμωσης των ταξικών και κοινωνικών αγώνων. Ενάντια στα Εξάρχεια που έχουν μόνο αστικό παρόν στέκει η ιστορία και το μέλλον που ξεπηδούν από κάθε γωνία. Σ’αυτή την ιστορία και σ’αυτό μέλλον ανήκει ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και τα Εξάρχεια του.