Από τη Μπουρκίνα Φάσο ως την Η&Μ της Ερμού: το οδοιπορικό της εργασιακής εκμετάλλευσης μέσω του βάμβακα

Μεταφράζουμε σε δύο μέρη το άρθρο του Μeta Krese με αρχικό τίτλο Our Cotton Colonies, το οποίο πραγματεύεται τη διαδικασία της παγκόσμιας παραγωγής βάμβακα και ρουχισμού από τις πρώτες ύλες ως το τελικό προϊόν. Το ταξίδι του Krese από τις φυτείες της Αφρικής, στα εργοστάσια της Ασίας και στα καταστήματα της Ευρώπης είναι το ταξίδι της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας και της καταπίεσης που τη συνοδεύει μέσα από την πραγματικότητα που βιώνουν τα υποκείμενα της.

Σε αυτή τη μακρά αλυσίδα της κίνησης της εργασίας θα εντοπίσουμε την εκμετάλλευση και στο κατάστημα της οδού Ερμού της Η&Μ. Κι αν ο καπιταλισμός διεθνώς φετιχοποιεί τα παραχθέντα προϊόντα για τους καταναλωτές του, κρύβοντας τα ίχνη της παραγωγής τους, τον μόχθο των εργατριών και εργατών που είναι εντυπωμένος σε αυτά, η διεθνής πάλη ενάντιά του έρχεται να μας θυμίσει ξανά και ξανά πως μια έφηβη εργάτρια σε κάποια γαλέρα του Μπανγκλαντές είναι η συμπολεμίστρια εκείνης της εργάτριας στην Ερμού που κάλεσε σε κινητοποίηση ενάντια στις συνθήκες εργασίας στην Η&Μ.

Η ιστορία του βάμβακα είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία του δυτικού καπιταλισμού. Αποτελώντας βασικό [οικονομικό] τομέα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, το βαμβάκι βοήθησε στην ύφανση των αποτελεσματικών και αδίστακτων δομών της σημερινής παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Οι μπλούζες που αγοράζουμε στα αλυσίδες όπως τα Gap και τα H&M μπορεί να μοιάζουν πολύ απομακρυσμένα από το αιματηρό παρελθόν μιας καλλιέργειας που τον 19ο αιώνα ήταν συνώνυμη της δουλείας και της εργασιακής γαλέρας. Αλλά όταν κάποιος ακολουθεί την αλυσίδα της παγκόσμιας προσφοράς από τους παραγωγούς βάμβακα, τους εργάτες, τους εμπόρους και τους εργοστασιάρχες φανερώνεται όλο και περισσότερο πως ο καπιταλισμός, στην πραγματικότητα, δεν έχει απομακρυνθεί από τις ματωμένες απαρχές του.

Το βαμβάκι είναι μια ευέλικτη καλλιέργεια. Θα αναπτυχθεί οπουδήποτε υπάρχει υψηλή βροχόπτωση και η θερμοκρασία παραμένει άνω των 0 °C για τουλάχιστον 200 ημέρες. Τα αρχαιολογικά αρχεία δείχνουν πως η ανθρωπότητα καλλιεργεί [το βαμβάκια] για χιλιετίες στην Αφρική, την Ινδία, την Κεντρική και Νότια Αμερική. Ήδη από τον 7ο αιώνα π.Κ.Ε. ο Ηρόδοτος περιγράφει το στρατό του Ξέρξη της Περσίας να φορά ρούχα εξαιρετικής ομορφιάς «φτιαγμένα από μαλλί που μεγαλώνει στα δέντρα».

Η Ευρώπη μπήκε στο παιχνίδι [της παραγωγής βάμβακα] αργά και στηριζόταν στο λινάρι, το μετάξι και το μαλλί στο μεγαλύτερο διάστημα της Αναγέννησης. Όταν η Αγγλική Ινδική Εταιρία έφερε φθηνά και πολύχρωμα υφάσματα στη Βρετανία στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, έγιναν αμέσως περιζήτητα. Οι Ευρωπαίοι έδειχναν προτίμηση στα έντονα χρώματα που δεν ξεθώριαζαν με το πρώτο πλύσιμο.

Για να σταματήσουν τους νέους ανταγωνιστές, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί υφασμάτων χρησιμοποίησαν όλα τα πιθανά μέσα ενάντια στη βιομηχανία ινδικού βάμβακα. Η Γαλλία απαγόρευσε ολοκληρωτικά το βαμβάκι το 1686∙ η Αγγλία έθεσε μια μερική απαγόρευση στο ινδικό βαμβάκι το 1701 και μια αυστηρότερη απαγόρευση το 1721∙ η Ισπανία, η Πρωσία και άλλες χώρες ακολούθησαν την πρακτική μέσω διάφορων περιορισμών.

Ωστόσο, οι επιχειρηματίες, τελικώς, είδαν την ευκαιρία να βγάλουν κέρδη και άρχισαν να χτίζουν μια ευρωπαϊκή βιομηχανία βάμβακα θεμελιωμένη στην αποικιοκρατία και τη δουλεία. Το φθηνό βαμβάκι που μαζευόταν από τους σκλαβωμένους λαούς στη Βόρεια Αμερική επέτρεψε στη Βρετανία να το πουλά σε χαμηλότερες τιμές από αυτές στην Ινδία. Κατά τον ιστορικό Gene Dattel, η Βρετανία έφτασε να εισάγει 1.2 δις λιβρών ([1 λίβρα = 454 γραμμάρια])  βάμβακα ετήσια από τη Βόρεια Αμερική το 1860. Σχεδόν 1 εκ. εργάτες στις βιοτεχνίες και τα εργοστάσια της Βρετανίας μεταποιούσαν το βαμβάκι σε υφάσματα που αποτελούσαν το 40% των εξαγωγών της χώρας.

«Το βαμβάκι», γράφει το Dattel στο Το Βαμβάκι και η Φυλή στην Κατασκευή της Αμερικής, «ήταν ο πιο καθοριστικός παράγοντας στην οικονομική ισχύ της Βρετανίας και την άνοδο της ως παγκόσμια αυτοκρατορία.» Το βαμβάκι αποτέλεσε το εφαλτήριο για τη βιομηχανική επανάσταση και για μια παγκόσμια οικονομία που προωθούσε την απεριόριστη συσσώρευση κεφαλαίου.

Σήμερα, οι καλλιέργειες βάμβακα καταλαμβάνουν περίπου το 2.5% της καλλιεργήσιμης έκτασης του πλανήτη. Η βιομηχανία είναι η κύρια πηγή εισοδήματος για εκατοντάδες εκατομμύρια αγροτών και εργοστασιακών εργατών. Ωστόσο, το εισόδημα αυτό είναι συνήθως πενιχρό. Οι εργάτες βάμβακα είναι οι μόνιμοι ηττημένοι σε έναν παγκόσμιο αγώνα προς τον πάτο. Οι πολυεθνικές εταιρίες ρουχισμού αναζητούν τα πιο φθηνά σημεία παραγωγής υφασμάτων. Τα εργοστάσια με τη σειρά τους αγοράζουν το πιο φθηνό βαμβάκι που μπορούν να βρουν. Κάθε επιπρόσθετο έξοδο, συμπεριλαμβανομένων των υψηλότερων μισθών, μπορεί να οδηγήσει τους αγοραστές να καταφύγουν σε ακόμη πιο φθηνά εργοστάσια, μερικές αφήνοντας τις οικονομίες ολόκληρων χωρών υπό κατάρρευση.

Το περιοδικό In These Times ακολούθησε τον κύκλο ζωής του βάμβακα από τις φυτείες της Μπουρκίνα Φάσο και τα εργοστάσια του Μπανγκλαντές στα ράφια των καταστημάτων της Σλοβενίας. Στην πορεία, μιλήσαμε με τους ανθρώπους που φτιάχνουν τα πουκάμισα, τα τζινς και τα αμέτρητα άλλα ρούχα που φοράς κάθε μέρα, για να καταλάβουμε τους πραγματικούς μισθούς στη βιομηχανία του βάμβακα.

Μπορόμο, Μπουρκίνα Φάσο

Δεκέμβριος 2015 – «Γνωρίζεις μήπως αν υπάρχει κάποιο μηχάνημα συλλογής βάμβακα;» ρωτά ο Paul Timbi Kobassare. Είναι ένα θερμό πρωινό του Δεκέμβρη. Μια δωδεκαριά συγγενείς και γείτονές του μαζεύουν το βαμβάκι σε μια από τις φυτείες του που δεν είναι μεγαλύτερη από 8 στρέμματα. Χρειάζονται ακόμη μια μέρα για να μαζέψουν ένα τόνο ακατέργαστου βάμβακα. Μετά ο Kobassare θα μεταφέρει τη σοδειά στο σπίτι του σε ένα καρότσι που το σέρνει ένα γαϊδούρι. Σε μερικές εβδομάδες, τη μέρα της πώλησης, θα το μεταφέρει στο κέντρο συγκομιδής, έναν άδειο χώρο στην άκρη του χωριού όπου κάθε αγρότης στοιβάζει το δικό του βαμβάκι.

Βοηθούν ο ένας τον άλλο να συγκεντρώσουν τις σοδειές τους σε μεγάλες, στέρεες μάζες για να ζυγιστούν. Αφού μετρήσουν τη συνολική σοδειά της εποχής, οι αγρότες δένουν τις σοδειές τους σε ένα σωρό και περιμένουν για τα φορτηγά. Τα φορτηγά θα μεταφέρουν το βαμβάκια σε ένα από τα 16 εκκοκιστήρια που ανήκουν στη Sofitex (Société Burkinabè des Fibres Textiles), τη μεγαλύτερη εταιρία βάμβακα στη Μπουρκίνα Φάσο. Εκεί, οι εργάτες θα αφαιρέσουν τους σπόρους, θα τοποθετήσουν το βαμβάκι σε δεμάτια και θα τα στείλουν στα λιμάνια του Μπενίν, της Γκάνα, της Ακτής Ελεφαντοστού, και του Τόγκο. Τα περισσότερα από αυτά θα σταλούν έξω από την Αφρική για να υποστούν επεξεργασία στις βιοτεχνίες της Ασίας.

Η Μπουρκίνα Φάσο είναι ο μεγαλύτερος καλλιεργητής και εξαγωγέας ακατέργαστου βάμβακα στην Αφρική. Το κράτος στηρίζει τη βιομηχανία με δάνεια, τεχνική υποστήριξη και εποχιακές εγγυήσεις για τις τιμές προς τους παραγωγούς. 200 χιλιάδες μικρές φάρμες παράγουν μέχρι και 700,000 τόνους βαμβάκι ετησίως. Άμεσα ή έμμεσα, 4 εκατομμύρια άνθρωποι εξαρτώνται από την παραγωγή του – το 1/5 του πληθυσμού της Μπουρκίνα Φάσο.

Ο Kobassare καλλιεργεί 20 στρέμματα, μια έκταση στη μέση καλλιέργεια για έναν αγρότη στη Μπουρκίνα Φάσο. Υπολογίζει τα κέρδη του για το 2015, κατανεμημένα καθ’ όλη τη χρονιά, λίγο πάνω από 1 δολλάριο ανά μέρα. Πέρα από τη βαμβακοκαλλιέργεια έχει δύο αγελάδες, έξι πρόβατα, δέκα γουρούνια, και περίπου 20 στρέμματα στα οποία καλλιεργεί καλαμπόκι, κεχρί και φιστίκια. Αλλά αυτά τα έχει για να τρέφει την οικογένεια του∙ το βαμβάκι είναι η μόνη του πηγή εισοδήματος.

Η μόνη εναλλακτική του Kobassare για να βγάλει χρήματα είναι η εξόρυξη χρυσού. Υπάρχουν 800 μικρής έκτασης και υποδομών ορυχεία διάσπαρτα σε όλη τη χώρα. Όπως άλλοι ανεξάρτητοι μεταλλωρύχοι στη Μπουρκίνα Φάσο, ο Kobassare θα έπρεπε να ταξιδεύει από ορυχείο σε ορυχείο με την ελπίδα πως θα βρει χρυσό. Ίσως να χρειαζόταν να πάει σε γειτονικές χώρες. Η μέρα εργασίας του θα διαρκούσε από το πρωί ως το δειλινό, ή από το δειλινό ως την αυγή, από Κυριακή σε Κυριακή. Σπάνια θα έχει την ευκαιρία να δει την οικογένειά του.

«Σε ένα ορυχείο χρυσού, όλα εξαρτώνται από την τύχη», λέει ο Kobassare. «Ίσως να έβγαζα 4 ή 5 δολλάρια κάθε μέρα. Αλλά το βαμβάκι μου εγγυάται 1 δολλάριο τη μέρα.»

Η Sofitex εγγυάται στους παραγωγούς βάμβακα την τιμή αγοράς πριν την σπορά της καλλιέργειας – 0.36 δολλάρια για κάθε κιλό το 2015. Επιπρόσθετα, η ένωση παραγωγών βάμβακα διαπραγματεύεται μια αύξηση που εξαρτάται από την τιμή του βάμβακα στην παγκόσμια αγορά. Κάποιες χρονιές, δεν υπάρχει καμία αύξηση όμως [άλλες χρονιές] έχει φτάσει μέχρι και τα 0.06 δολλάρια ανά κιλό.

Τον Απρίλη του 2015, όταν άρχισε η σπορά, η Sofitex έδωσε δάνειο στον Kobassare γενετικά τροποποιημένους (ΓΤ) σπόρους, λιπάσματα, παρασιτοκτόνα και ζιζανιοκτόνα. Πάνω από το 70% του βάμβακα που καλλιεργείται στην Μπουρκίνα Φάσο εκείνη τη χρονιά προήλθε από ΓΤ σπόρους. Αν και οι ΓΤ σπόροι είναι πιο ακριβοί, οι αγρότες τους προτείνουν επειδή με αυτό τον τρόπο η καλλιέργεια χρειάζεται λιγότερα τοξικά παρασιτοκτόνα από το συμβατικό βαμβάκι.

«Τα παιδιά που σπουδάζουν και ψάχνουν στο internet μας συμβουλεύουν να χρησιμοποιούμε ΓΤ βαμβάκι [για να ελαττώσουμε την έκθεση μας στα παρασιτοκτόνα],» εξηγεί ο αντιπρόσωπος της ένωσης παραγωγών του χωριού Τουσιάνα στη νοτιοδυτική Μπουρκίνα Φάσο. «Οι ψεκαστήρες μας είναι σε πολύ κακή κατάσταση και δεν έχουμε καμία προστατευτική στολή. Δηλητηριάζουμε τους εαυτούς με τα χημικά στις φυτείες.»

Δυστυχώς, το ΓΤ βαμβάκι είχε ένα πρόβλημα. Για πρώτη φορά, έγινε χρήση του μετά από μια κυβερνητική συμφωνία με τη Μονσάντο το 2003, αλλά οι ίνες του μειώνονται σε μήκος με κάθε γενιά σοδειάς, μειώνοντας έτσι την ποιότητα και την τιμή του βάμβακα κάθε χρόνο.

Η κρατική ένωση βάμβακα Association Interprofessionnelle du Coton au Burkina (AICB) μήνυσε τη Μονσάντο για 83.91 εκ. δολλάρια τον Απρίλη του 2016 άρχισε να μειώνει σταδιακά τη χρήση του ΓΤ βάμβακα, εφοδιάζοντας του αγρότες μόνο με συμβατικούς σπόρους. Αλλά οι παραγωγοί δε θέλουν να επιστρέψουν στη χρήση παρασιτοκτόνων.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+