Τί κρύβεται πίσω από τις πολυπόθητες διακοπές μας;

Μεταφράζουμε το άρθρο με αρχικό τίτλο Neither tourism or sunblock: a few reflections on what our longed-for vacations hide, σχετικά με την εμπορευματική αξία που έχουν αποκτήσει οι διακοπές  και γενικότερα ο ελεύθερος χρόνος μας στον καπιταλισμό. 

 

Οι περισσότεροι από εμάς που δουλεύουμε για να τα βγάλουμε πέρα σ’ αυτή την κοινωνία περιμένουμε τις στιγμές των διακοπών με μεγάλη προσδοκία. Είναι η περίοδος που πετάμε από πάνω μας των βάρος της δουλειάς και την έντονη ανταγωνιστικότητα της ώστε να ασχοληθούμε με τα δικά μας ενδιαφέροντα, και τελικά να νιώσουμε ελεύθεροι να κάνουμε ότι θέλουμε.

Πράγματι, οι διακοπές μας λείπουν αλλά αυτό συμβαίνει πάντα στην αντίθεση με τον όλο και πιο γκρίζο, μονότονο και μέσα στην ρουτίνα τρόπο ζωής που κάνουμε την υπόλοιπη χρονιά. Μπορούμε πράγματι να πούμε πως ο χρόνος μας έξω από τη δουλειά είναι πράγματικά χρόνος ελευθερίας ή απλώς ανανεωνόμαστε για να ξαναρχίσουμε τον ετήσιο κύκλο της υποταγής στο μισθό; Ποιος βγαίνει πραγματικά κερδισμένος από τις διακοπές;

Αυτό που πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε είναι πως οι διακοπές δεν μπορούν να διαχωριστούν από τον χρόνο εργασίας

Το 1987, το υπουργείο υγείας της Ιαπωνίας επίσημα αναγνώρισε ένα φαινόμενο γνωστό ως Karoshi ή «θάνατος λόγω υπερβολικής δουλειάς», ο οποίος σχετίζεται με μια αύξηση της θνησιμότητας λόγω επιπλοκών στις υπερωρίες∙ το εργασιακό φορτίο έγινε τόσο βάναυσο για τους Ιάπωνες εργάτες που συχνά γίνονταν θύματα εγκεφαλικών ή καρδιακών προσβολών. Γι’αυτό σε αυτή την ανατολική χώρα εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα τουλάχιστον 10 ημερών διακοπών κάθε χρόνο, διότι για το Κράτος οι ζωές των εργατών αποκτούν αξία μόνο από τη σκοπιά της πιθανής παραγωγικότητας της εργασίας και της κατανάλωσης.

Στη Χιλή πριν από λίγες εβδομάδες, ένας νόμος υπερψηφίστηκε για την αύξηση των ετήσιων διακοπών στις 20 ημέρες με αντιστάθμισμα την αφαίρεση κάποιων ημερών εορτών από το υπόλοιπο έτος. Η κίνηση ήταν πολύ καλά μελετημένη και υπολογισμένη για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και η κατανάλωση κατά τη διάρκεια των διακοπών.

Όπου υπάρχει εργασία, ο αυθεντικός βιωμένος χρόνος μας εξαφανίζεται διότι γίνεται χρόνος της οικονομίας∙ δεν ανήκει πια σε εμάς.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο υποστηρίζουμε πως ο λεγόμενος «ελεύθερος χρόνος» δεν υπάρχει, διότι είναι απλώς μια προέκταση της μισθωτής εργασίας. Ο χρόνος, τον οποίο βιώνουμε είναι αυστηρά πειθαρχημένος– περισσότερο από ποτέ άλλοτε – από τη λογική της αγοράς: παραγωγικότητα και κατανάλωση. Η ζωή περιστρέφεται γύρω από τη δουλειά ή την ικανοποίηση της βαρεμάρας που παράγει η δουλειά. Γι’ αυτό τον σκοπό, η καπιταλιστική κοινωνία έχει χτίσει μια τεράστια βιομηχανία διασκέδασης η οποία μετατρέπει την καθημερινή βαρεμάρα σε άλλο έναν τρόπο παραγωγή αξίας, με το να βρίσκει στην συνεχή ανάγκη για να ξεκουραστούμε και να ξεχαστούμε άλλη μια πηγή κέρδους.

Οι διακοπές είναι ενσωματωμένες με τέτοιο τρόπο στα γρανάζια του καπιταλισμού ώστε να επιτρέπουν την μείωση της σωματικής κόπωσης που προκαλεί ένα έτος δουλειάς, την ίδια στιγμή που προωθούν μια μανιώδη κατανάλωση για την τουριστική βιομηχανία.

Κανένας δεν μπορεί να πάει στο νησί Chiloé χωρίς να βγάλει μια φωτογραφία μπροστά στα palafitos ή στο Rapa Nui και να μην βγάλει selfie με τα αγάλματα Moai. Ο τουρισμός αναλαμβάνει το έργο να αναδείξει τις πιο μιντιακές, καλαίσθητες ή εκκεντρικές πτυχές ενός τόπου (κοινωνικο-πολιτιστικές, γεωγραφικές, αστικές κλπ.), μετατρέποντας κάθε τοπίο σε χάρτες με οδηγίες για κατανάλωση. Κάθε φορά που επισκεπτόμαστε ένα μέρος καταλήγουμε να επιλέγουμε τις διαδρομές μέσα από τα πιο «αυθεντικά» τοπικά μέρη, στην προσπάθεια να ξοδέψουμε τα χρήματά μας σε τουριστικές ατραξιόν που μας προσφέρονται ως θεατές. Είτε όταν «ξεκουραζόμαστε» μπροστά στην τηλεόραση, είτε όταν πηγαίνουμε σε «πληρωμένο» τουρ στο εθνικό πάρκο Torres del Paine, ή πηγαίνουμε για ψώνια με φίλους. Ο χρόνος που ξοδεύουμε στην προσπάθεια μας να περάσουμε καλά στις διακοπές είναι πάντα χρόνος διαμεσολαβημένος από την αγορά κάποιου αντικειμένου ή υπηρεσίας (ξενοδοχείο, φαγητό, βόλτες, αναψυχή κλπ.) Αυτή η «μετατροπή της φύσης σε πράγμα» μας μετατρέπει σε θεατές μιας διαδικασίας, η οποία όλο και περισσότερο φαντάζει αναπόφευκτη, σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι εικόνα και χρήμα. Αυτός ο επιφανειακός και κλισέ τρόπος που υπάρχουν στον «ελεύθερο» χρόνο μας είναι η αντανάκλαση μιας ζωής χωρίς νόημα, μιας ζωής που πωλείται σ’ αυτόν που θα πλειοδοτήσει για την αγορά του χρόνου μας.

Αν οι διακοπές είναι χρόνος – και όπως το λέει το παλιό ρητό, «ο χρόνος είναι χρήμα» – όλα όσα κάνουμε σ’ αυτές μας συνδέουν επίσης με τη δουλειά. Κάθε δευτερόλεπτο μετράει, κάθε «ταξίδι» στην τουαλέτα είναι αιτία για να εκνευρίζονται τα αφεντικά μας, κάθε ανταλλαγή λογιών με τους συναδέλφους μας γίνεται έγκλημα κατά της παραγωγικότητας. Εκεί όπου δουλεύουμε, ο αυθεντικός, βιωμένος χρόνος μας χάνεται επειδή είναι χρόνος της οικονομίας∙ δεν ανήκει σε εμάς. Η ζωή συμβαίνει αλλού, ή και πουθενά, επειδή ο ρυθμός της δουλειάς καταλαμβάνει τα πάντα. Με βάση αυτά: θα μπορούσαν οι διακοπές να είναι πολύ διαφορετικές;

Το πρόβλημα μας δεν είναι πως είμαστε πικρόχολοι και δεν θέλουμε να περάσουμε καλά, φυσικά και απολαμβάνουμε να περνάμε χρόνο με τους αγαπημένους μας, να βγαίνουμε έξω και να ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Η κριτική μας είναι ενάντια στην καπιταλιστική λογική της εργασίας/κατανάλωση η οποία συντηρεί έναν ατομικιστικό τρόπο μέσω του οποίου σχετιζόμαστε με τους εαυτούς μας και τη φύση. Αυτή η λογική έχει γίνει ένας Θεός του οποίο η λατρεία δεν σταματά να αναπαράγει τον εαυτό της δικτατορικά – ένας Θεός τον οποίο είμαστε αναγκασμένοι να λατρεύουμε κάθε φορά που πάμε ή φεύγουμε από τη δουλειά.

Μόλις καταργήσουμε τη δουλειά, οι διακοπές θα χάσουν κάθε νόημα.

Προλετάριοι του κόσμου:
Ας σταματήσουμε να είμαστε προλετάριοι!