Το μετέωρο βήμα της κομμουνιστικοποίησης: κομμουνιστικοποίηση versus κοινωνικοποίηση

Μεταφράζουμε το κείμενο του Bernard Lyon της Theorie Communiste με τίτλο στα αγγλικά The suspended step of communisation: communisation vs socialisation, το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 2009.

Το μετέωρο βήμα της κομμουνιστικοποίησης: κομμουνιστικοποίηση versus κοινωνικοποίηση

 

Η κατάληψη των στοιχείων του κεφαλαίου. Ιδιοποίηση ή κομμουνιστικοποίηση

Αυτό που διακυβεύεται στην κομμουνιστικοποίηση είναι η υπέρβαση μιας αμυντικής θέσης, στην οποία οι προλετάριοι παλεύουν για να διατηρήσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους και συνεπώς την αμοιβαία συσχέτιση τους με το κεφάλαιο, μέσω μιας κατάληψης του κεφαλαίου, όχι με την έννοια μιας κοινωνικοποίησης, δηλαδή έναν τρόπο διαχείρισης της οικονομίας, αλλά με τη συγκρότηση μιας κοινότητας ανθρώπων, οι οποίοι είναι άμεσα τα συστατικά της μέρη. Είναι αλήθεια πως οι κοινωνίες, δηλαδή οι κοινότητες που κυριαρχούνται και αντιπροσωπεύονται από μια τάξη, επίσης πάντα συγκροτούν την ενότητα των ατόμων που ανήκουν σε αυτές, αλλά τα άτομα είναι μέλη των κοινωνιών μόνο ως μέσα άτομα της τάξης τους∙ τα άτομα ως μονάδες δεν έχουμε καμία κοινωνική ύπαρξη. Η κομμουνιστικοποίηση επιτυγχάνεται διαμέσου της κατάληψης των μέσων συντήρησης, μεταφοράς και παραγωγής με την συγκεκριμένη έννοια του όρου.

Η κομμουνιστικοποίηση των σχέσεων, η συγκρότηση της ανθρώπινης κοινότητας/ ο κομμουνισμός, πραγματώνεται για, εντός και διαμέσου της πάλης ενάντια στο κεφάλαιο. Σε αυτή την πάλη, η κατάληψη των υλικών μέσων της παραγωγής δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον μετασχηματισμό των προλετάριων σε άμεσα κοινωνικούς ανθρώπους∙  είναι μια ενιαία δραστηριότητα και αυτή η ταύτιση προκύπτει από την σύγχρονη μορφή της αντίφασης μεταξύ του προλεταριάτου και του κεφαλαίου. Η ριζική διαφορά από την κοινωνικοποίηση είναι πως δεν πρόκειται για ένα ζήτημα αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των υλικών μέσων παραγωγής. Στην κομμουνιστικοποίηση δεν υπάρχει ιδιοποίηση των αγαθών από καμία οντότητα , οποιαδήποτε κι είναι∙ κανένα κράτος, κομμούνα ή συμβούλιο για να αντιπροσωπεύσει και να κυριαρχήσει πάνω στους προλετάριους στην απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και συνεπώς να φέρει εις πέρας μια ιδιοποίηση. Η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εμπεριέχει μια τη συγκρότηση μιας νέας μορφής οικονομίας, πιο συγκεκριμένα τον σοσιαλισμό, ακόμη κι αν ονομάζεται οικονομία της αλληλεγγύης. Όταν ο σοσιαλισμός ήταν πραγματικά εφικτός, ο κομμουνισμός παρατεινόταν στο τέλος του χρόνου, και παρ’ όλα αυτά  ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αυτό που ισχυριζόταν πως είναι: η μετάβαση στον κομμουνισμό. Αυτό το γεγονός τον έκανε τελικά την κατάλληλη αντεπανάσταση απέναντι στη μόνη επανάσταση της περιόδου. Η κομμουνιστικοποίηση δεν συγκροτεί κάποια οικονομία. Κάνει χρήση των πάντων, αλλά δεν έχει κανέναν άλλο στόχο πέρα από τον εαυτό της. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η πάλη για τον κομμουνισμό∙ είναι ο κομμουνισμός που συγκροτεί τον εαυτό του ενάντια στο κεφάλαιο.

Η διαπλοκή της κομμουνιστικοποίησης και της κοινωνικοποίησης

Αν η πράξη της κομμουνιστικοποίησης είναι η έκφραση της ταξικής πάλης στην επαναστατική κρίση, η ίδια πράξη κατάληψης, μπορεί να είναι, όπως είδαμε, είτε κομμουνιστικοποίηση, είτε κοινωνικοποίηση. Κάθε πράξη αυτού του είδους μπορεί να πάρει τη μία ή την άλλη μορφή∙ όλα εξαρτώνται από τη δυναμική και τις συνθήκες, διαρκώς σε μετασχηματισμό. Με άλλα λόγια: όλα εξαρτώνται από την πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, η οποία είτε βαθαίνει και επεκτείνει τον εαυτό της είτε χάνει  το ρυθμό της και καταρρέει πολύ γρήγορα. Όλα επίσης εξαρτώνται από την πάλη εντός της πάλης ενάντια στο κεφάλαιο. Η συγκρότηση του κομμουνισμού συγχέεται με την συγκρότηση μιας τελευταίας εναλλακτικής κοινωνικο-οικονομικής καπιταλιστικής μορφής. Μέχρι να ολοκληρωθεί η κομμουνιστικοποίηση θα υπάρχει μια μόνιμη τάση για κάποια οντότητα να συγκροτηθεί, η οποία θα επιδιώκει να μετατρέψει την κατάληψη των υλικών μέσων σε πολιτική και οικονομική κοινωνικοποίηση.

Η ανθεκτικότητα της ύπαρξης ενός τέτοιου φρένου, ικανού να αξιοποιηθεί από την καπιταλιστική αντεπανάσταση, έχει να κάνει με την ανθεκτικότητα εντός του επαναστατικού κινήματος ως το τελικό σημείο μιας διάστασης της κατάφασης και απελευθέρωσης της εργασίας, διότι το επαναστατικό κίνημα είναι και παραμένει ένα κίνημα της τάξης της εργασίας ακόμη και στην υπέρβαση δραστηριοτήτων ως εργασία. Η κατάφαση παραμένει όσο το κεφάλαιο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, όσο το κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει ως η αντίθεση στο προλεταριάτο, ακόμη κι αν μιλάμε για το προλεταριάτο που βρίσκεται στο σημείο να το καταργήσει, δηλαδή να καταργήσει τον εαυτό του. Σε αυτό το πλαίσιο, το προλεταριάτο παραμένει μια θετικότητα, ακόμη κι αν αυτή η θετικότητα της εργασίας δεν επανεπιβεβαιώνεται πλέον από το κεφάλαιο∙ αντίθετα επανενεργοποιείται στην επαναστατική διαδικασία όσο η κοινωνική αναπαραγωγή γίνεται μια διαδικασία που εξαρτάται από τη δράση των προλετάριων.

Οι επαναστάσεις του παρελθόντος μας το έδειξαν ξεκάθαρα: «η κόκκινη σημαία μπορεί να ανεμίσει ενάντια στην κόκκινη σημαία» μέχρι να φτάσουν τα Freikorps[1]

Το κεφάλαιο «δεν θα διστάσει» να διακηρύξει άλλη μια φορά πως η εργασία είναι «η μόνη παραγωγική δραστηριότητα» έτσι ώστε να σταματήσει το κίνημα της κατάργησης της και να επανακτήσει τον έλεγχο πάνω της όσο πιο σύντομα μπορεί. Αυτή η διάσταση μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με τη νίκη της κομμουνιστικοποίησης, η οποία είναι η πραγματωμένη κατάργηση της καπιταλιστικής τάξης και του προλεταριάτου. Η υπέρβαση της αντεπανάστασης δε θα είναι πάντα ειρηνική, δε θα λαμβάνει πάντα χώρα «εντός του κινήματος» και δεν θα είναι μια πραγματική και πιο γρήγορη εκδοχή της «απονέκρωσης του κράτους», η οποία προβλέφθηκε στο σοσιαλισμό. Κάθε μορφή, είτε κρατική είτε παρακρατική, θα κάνει τα πάντα για να διατηρήσει τον εαυτό της επικαλούμενη μέχρι και την τελική της απονέκρωση! Αυτή η απολίθωση και διαιώνιση δεν είναι «αντεπαναστατικές τάσεις εντός της επανάστασης», αλλά Η αντεπανάσταση. Η καπιταλιστική αντεπανάσταση σε αντιπαράθεση με την επανάσταση.

Ο κομμουνισμός δεν παλεύει ενάντια στην δημοκρατία, αλλά η αντεπανάσταση ισχυρίζεται πως είναι δημοκρατική

Είναι ακριβώς στο όνομα της κατάργησης των τάξεων που η ριζοσπαστική δημοκρατία θα κάνει τα πάντα για να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει τις εκλογικές δομές, οι οποίες ισχυρίζεται πως είναι αναγκαίες για να εμποδιστεί ο σχηματισμός ενός νέου άρχοντος στρώματος, αυτοανακηρυγμένο και μη ελεγχόμενο. Η συγκρότηση του κομμουνισμού  εμπλέκεται με την τελική μορφή του σοσιαλισμού ακόμη  κι αν το κίνημα που τον γέννησε, το εργατικό κίνημα έχει οριστικά εξαφανιστεί.

Η πάλη για «να φέρουμε πίσω στη λογική» τα τμήματα του προλεταριάτου, τα οποία είναι τα πιο ενεργά στην απαλλοτρίωση του κεφαλαίου θα είναι ακόμη πιο βίαιη όταν θα παρουσιάσει τον εαυτό της ως την υπεράσπιση της δημοκρατικής επανάστασης, η οποία αρνείται να αφήσει την μειονότητα να διακινδυνεύσει τις κατακτήσεις της πλειοψηφίας

Η υπεράσπιση των κατακτήσεων είναι η πιθανότητα μιας αντεπαναστατικής φάσης

Η κομμουνιστικοποίηση δε θα έχει ποτέ κατακτήσεις. Για όλες τις απαλλοτριώσεις οι οποίες συνιστούν την άμεση κοινότητα θα αμφισβητηθεί ο χαρακτήρας τους ως καθαρές  απαλλοτριώσεις και πηγαίες καταλήψεις. Θα ανακηρυχθούν ως κοινωνικοποιήσεις και μόλις το κίνημα υποχωρήσει και μια παρακρατική αρχή στηθεί για να υπερασπιστεί αυτά τα οποία εκείνη τη στιγμή εμφανίζονται ως κατακτήσεις και στοιχεία του σχηματισμού μιας νέας πιθανής οικονομίας. Η τάξη αναγνωρίζει τον εαυτό της ως διασπασμένο και πολύμορφο για να τον καταργήσει. Η κατάργηση του προλεταριάτου και η διάλυση των άλλων τάξεων υπονοεί την εσωτερική ανάγκη του προλεταριάτου αυτές τις άλλες τάξεις να τις απορροφήσει μέσω της διάλυσης τους και την ίδια στιγμή να διαλύσει την αντίφαση, η οποία υπάρχει μεταξύ αυτού και των άλλων τάξεων.

Η κομμουνιστικοποίηση ζει διαρκώς στις συνθήκες της ίδιας της απολίθωσης της. Όλα θα συμβούν σε έναν γεωγραφικό χώρο, έναν οριζόντιο χώρο και όχι σε έναν τεμαχισμένο χώρο που διαφοροποιεί τύπους δραστηριοτήτων. Όρια θα βρίσκονται παντού, και η γενική διαπλοκή επανάστασης και αντεπανάστασης θα εκφράσει τον εαυτό της σε πολλαπλές και χαοτικές συγκρούσεις. Το προλεταριάτο καταργεί τον εαυτό του εντός της ανθρώπινης κοινότητας που αυτό το ίδιο παράγει. Είναι οι εσωτερικές και δυναμικές αντιφάσεις εντός μιας τέτοιας διαδικασίας που δίνουν περιεχόμενο και δύναμη στην αντεπανάσταση, διότι σε καθεμία το κεφάλαιο μπορεί να αναζωογονεί τον εαυτό του. Διότι η κατάργηση της τάξης από αυτή την ίδια σημαίνει την υπέρβαση της αυτονομίας της, όπου το περιεχόμενο και η δύναμη της καπιταλιστικής αντεπανάστασης βρίσκονται.

Η επέκταση είναι το κίνημα της νίκης∙ η επιβράδυνση αυτό της αντεπανάστασης.

Χωρίς να αποτελεί κάποια αποκρυσταλλωμένη στρατηγική, το κεφάλαιο θα παλέψει να ανακτήσει τον κοινωνικό έλεγχο με δυο τρόπους. Αφενός, τα κράτη θα παλέψουν για να αποκαταστήσουν την κυριαρχία τους και να επαναφέρουν την εκμετάλλευση. Αφετέρου, η καπιταλιστική κοινωνία θα συνεχίσει να διατηρεί τον εαυτό της στις τελείως ασαφείς βάσεις της λαϊκής εξουσίας και αυτοδιαχείρισης. Σε τυπική υπαγωγή, οι εργάτες για μεγάλο χρονικό διάστημα απαιτούσαν το ακέραιο προϊόν της εργασίαςαυτό το αίτημα θα βρει τώρα μια νέα ζωή και θα αποτελέσει το ιδανικό περιεχόμενο για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων και μια «σταθερή» βάση ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση. Η δράση της καπιταλιστικής τάξης μπορεί να είναι στρατιωτική όσο και να εμπεριέχει κοινωνικά αντίμετρα και την κατασκευή συγκρούσεων βασισμένες στις δυνατότητες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ίδια η επανάσταση θα μπορούσε να ωθήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να αναπτυχθεί με έναν απρόβλεπτο τρόπο, από την αναβίωση της δουλείας ως την αυτοδιαχείριση.

Αλλά πάνω απ’ όλα η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής θα συμβεί με έναν διάχυτο τρόπο, όσο το δυνατόν πιο κοντά στην επανάσταση, αναπαράγοντας τον σε όλες τις στιγμές όπου η κομμουνιστικοποίηση οδηγείται από την ίδια της φύση σε μια αρτηριοσκλήρωση της απλής οργάνωσης για την επιβίωση των προλετάριων, δηλαδή στην κοινωνικοποίηση. Η καπιταλιστική τάξη μπορεί ισάξια να συγκεντρώσει την αντεπαναστατική της δράση στο Κράτος όσο και να αποκεντρώσει τη σύγκρουση μέσω της περιφερειοποίησης της, με τον διαχωρισμό των τάξεων σε κοινωνικές κατηγορίες, ακόμη και με την μετατροπή τους σε φυλετικές κατηγορίες [ethnicising], διότι μια κατάσταση κρίσης είναι επίσης και μια ενδοκαπιταλιστική σύγκρουση. Αν, σε μια ενδοκαπιταλιστική σύγκρουση, ένα από τα καπιταλιστικά στρατόπεδα καταφέρει, μέσω της γενικής υποτίμησης της αξίας την οποία περιλαμβάνει η κρίση, να αντιπροσωπεύσει μια παγκόσμια λύση για όλα τα κεφάλαια, την ίδια στιγμή θα αντιπροσωπεύσει μια τέτοια λύση και για τους ηττημένους.

Η επανάσταση δεν θα κερδηθεί σε μια ευθύγραμμη διαδικασία

Κάποια κομμάτια του εξεγερμένου προλεταριάτου θα τσακιστούν, αλλά θα οδηγηθούν στο πισωγύρισμα, καταφεύγοντας σε μέτρα για την διατήρηση της επιβίωσης. Εκεί που αυτές οι εξεγέρσεις θα σταματήσουν, άλλες θα συνεχίσουν. Αρκετοί από αυτούς που θα πισωγυρίσουν ή θα ηττηθούν θα συνεχίσουν τις  αυθόρμητες απαλλοτριώσεις και την οργάνωση της πάλης χωρίς αντιπροσώπευση, χωρίς έλεγχο από κανέναν στο όνομα του οτιδήποτε, ξεκινώντας συνεπώς ξανά την ανάδυση του κομμουνισμού, ο οποίος δεν είναι ο στόχος του αγώνα αλλά το περιεχόμενό του. Οι αντεπαναστατικές ιδεολογίες θα είναι πολυάριθμες, με πρώτη ίσως με αυτήν της επιβίωσης της οικονομίας, τη διατήρηση των οικονομικών μηχανισμών, το να μην καταστραφεί κάθε οικονομική λογική, για να μπορέσουμε μετά να οικοδομήσουμε μια νέα οικονομία. Η επιβίωση της οικονομίας είναι η επιβίωση της ανταλλαγής, είτε αυτή η ανταλλαγή χρησιμοποιεί χρήματα, οποιοδήποτε είδος κουπονιού ή σημειώματος, είτε απλώς αντιπραγματισμό, ο οποίος θα φορέσει το μανδύα του ονόματος της αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των εργατών!

Η κατάσταση όπου τα πάντα είναι ελεύθερα και η πλήρης απουσία κάθε μορφής τήρησης λογιστικών είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο η επαναστατική κοινότητα θα χτίσει τον εαυτό της. Μόνο η κατάσταση, στην οποία όλα είναι ελεύθερα θα επιτρέψει τη συσπείρωση όλων των κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία δεν είναι ευθέως προλεταριακά και θα καταρρεύσουν στην υπερ-κρίση. Μόνο η κατάσταση όπου τα πάντα είναι ελεύθερα θα ενώσει/καταργήσει όλα τα άτομα, τα οποία δεν είναι ευθέως προλετάριοι, όλες, όλους όσους είναι «χωρίς αποθέματα» (συμπεριλαμβανομένων αυτών τους οποίους η επαναστατική δραστηριότητα θα έχει ρίξει σε αυτή την κατάσταση), τους άνεργους, τους χρεοκοπημένους αγρότες του «τρίτου κόσμου», τις μάζες της άτυπης οικονομίας. Αυτές οι μάζες πρέπει να καταργηθούν ως μεσαία στρώματα, ως αγρότες για να σπάσουν οι προσωπικές σχέσεις εξάρτησης μεταξύ «αφεντικών» και «υπαλλήλων» καθώς και η κατάσταση των «μικρών ανεξάρτητων παραγωγών» εντός της άτυπης οικονομίας, μέσω της λήψης συγκεκριμένων κομμουνιστικών μέτρων που θα ωθήσουν όλα αυτά τα στρώματα να ενώσουν τις δυνάμεις τους με το προλεταριάτο, δηλαδή να πραγματώσουν την «προλεταριοποίησή» τους.

Οι προλετάριοι/ες, οι οποίοι/ες κομμουνιστικοποιούν την κοινωνία δεν θα έχουν καμία ανάγκη τον «μετωπισμό». Θα αναζητήσουν ένα κοινό πρόγραμμα για τα θύματα του κεφαλαίου. Αν εμπλακούν στον μετωπισμό είναι νεκροί, αν μείνουν μόνοι είναι επίσης νεκροί. Πρέπει να αντιμετωπίσουν όλες τις άλλες τάξεις της κοινωνίας ως η μόνη τάξη, η οποία δεν μπορεί να θριαμβεύσει αν παραμείνει αυτό που είναι. Τα μέτρα της κομμουνιστικοποίησης είναι η κατάργηση του προλεταριάτου διότι,  επιπρόσθετα στην ενοποίηση διαμέσου της κατάργησης, διαλύει τη βάση της ύπαρξης μιας πληθώρας ενδιάμεσων στρωμάτων (τα διευθυντικά στρώματα της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής), τα οποία κατ’ αυτόν τον τρόπο απορροφώνται στη διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης, και εκατομμύριων (αν όχι δισεκατομμυρίων) ανθρώπων, οι οποίοι γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσω του προϊόντος της εργασίας τους και όχι την πώληση της εργατικής δύναμής τους. Σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, η κομμουνιστικοποίηση θα έχει μια δράση την οποία κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει «ανθρωπιστική» – ακόμη κι αν στη σύγχρονη εποχή ο όρος ηχεί άσχημα –  διότι η κομμουνιστικοποίηση θα αντιμετωπίσει όλη τη σαπίλα του κόσμου. Η ανθρώπινη δραστηριότητα ως μια διαρκής ροή είναι μόνο η προϋπόθεση της συλλογικής, δηλαδή της ατομικής της, επιδίωξης, επειδή καθώς αποτελεί την προϋπόθεση του εαυτού της, δεν εμπεριέχει την αντίληψη του προϊόντος και συνεπώς μπορεί να δίνει σε αφθονία. Το προλεταριάτο, δρώντας ως τάξη, διαλύει τον εαυτό του ως τάξη μέσω αυτών των πράξεων κατάκτησης, επειδή σε αυτές υπερβαίνει την «αυτονομία» του.

Η δημοκρατία και η αλληλέγγυα οικονομία θα είναι τα δυο μεγάλα ιδεολογικά κατασκευάσματα τα οποία θα πρέπει να νικήσουμε.

Η δημοκρατία και η αλληλέγγυα οικονομία ανάλογα με το χρόνο και το χώρο θα συναρθρωθούν με άλλα συστήματα. Θα συναρθρωθούν πάνω απ’ όλα με την ιδεολογία κοινοτήτων, οι οποίες μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: εθνικά, φυλετικά, θρησκευτικά. Πιθανά πιο επικίνδυνη: η αυθόρμητη και αναπόφευκτη συγκρότηση τοπικών κοινοτήτων («εδώ είναι το σπίτι μας»). Τέτοιες κοινότητες θα είναι άπειρες και οι ιδεολογίες τους μπορεί να έχουν όλες τις πολιτικές αποχρώσεις: συντηρητικές, αντιδραστικές, δημοκρατικές, και βεβαίως, πάνω απ’ όλα επαναστατικές – και εδώ η διαπλοκή επανάστασης και αντεπανάστασης είναι ο κανόνας. Διότι δεν υπάρχει καμία κατάσταση, η οποία όταν εξετάζεται από μία και μόνη σκοπιά, δεν αποτελεί μονοπάτι για τη σωτηρία του κεφαλαίου. Είναι η δράση του προλεταριάτου, η οποία θα εμποδίσει το κεφάλαιο από το να δημιουργήσει έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής υπεραξίας για το οποίο μπορεί σε κάθε κρίση και σε κάθε σύγκρουση με το προλεταριάτο πάντα να βρίσκει τις συνθήκες [πραγμάτωσης του], υπό αυτές τις τρεις σκοπιές:

  • Πολυδιάσπαση και διαχωρισμός του προλεταριάτου σε κατηγορίες [segmentation]
  • Διάλυση και απορρόφηση των πολλαπλών στρωμάτων που βιώνουν εκμετάλλευση έξω από μια ευθεία υπαγωγή της εργασίας τους στο κεφάλαιο
  • Ενδοκαπιταλιστικές διαμάχες, στις οποίες στρατολογείται το προλεταριάτο για το οποίο αυτές οι συγκρούσεις έχουν συγκροτητική και αναπαραγωγική λειτουργία.

Όλα αυτά προσφέρουν στην αντεπανάσταση τη δύναμη και το περιεχόμενο της, τα οποία βρίσκονται σε απευθείας σχέση με τις άμεσες ανάγκες της κομμουνιστικοποίησης (οι δυναμικές αντιφάσεις ή οι αντιφάσεις της δυναμικής της).

Δεν υπάρχει ιδεολογικός αγώνας∙ ο πρακτικός αγώνας είναι θεωρητικός.

Δεν πρέπει να σκέφτεται κανείς τον αντι-ιδεολογικό αγώνα ως διακριτό από την ίδια την κομμουνιστικοποίηση. Είναι διαμέσου της κομμουνιστικοποίησης που οι ιδεολογίες αντιμετωπίζονται, διότι είναι κομμάτι αυτού που το κίνημα καταργεί. Η συγκρότηση του κομμουνισμού δεν μπορεί να αποφύγει τις βίαιες συγκρούσεις με την αντεπανάσταση, αλλά αυτές οι «στρατιωτικές» πτυχές δεν οδηγούν στη συγκρότηση ενός μετώπου. Αν ένα τέτοιο μέτωπο συγκροτηθεί, τότε η επανάσταση θα χαθεί, τουλάχιστον εκεί όπου βρίσκεται το μέτωπο, μέχρι την διάλυσή του. Η επανάσταση θα είναι ταυτόχρονα γεωγραφική και χωρίς κανένα μέτωπο: τα πρωταρχικά σημεία της κομμουνιστικοποίησης θα είναι πάντα τοπικά και θα περάσουν από μια άμεση και ραγδαία επέκταση, όπως το ξεκίνημα μιας πυρκαγιάς. Ακόμη κι όταν σβηστούν αυτές οι πυρκαγιές θα σιγοκαίνε κάτω από την αυτοδιαχείριση και τις κοινότητες πολιτών. Ο κομμουνισμός θα αναδυθεί μέσα από έναν τεράστιο αγώνα. Η διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης θα είναι πράγματι μια διαδικασία μετάβασης, αλλά δε θα είναι καθόλου μια ήρεμη περίοδος σοσιαλιστικής ή/και δημοκρατικής οικοδόμησης ανάμεσα σε μια χαοτική επαναστατική περίοδο και τον κομμουνισμό. Η ίδια θα είναι το χάος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Είναι ξεκάθαρο πως ένα τέτοιο σχέδιο, όσο καλά δομημένο κι αν είναι, δεν έχει τίποτα το ενθουσιώδες! Δεν είναι ούτε «βαρβαρότητα», ένας ανούσιος όρος, ούτε ένα επουράνιο αύριο.[2] Αυτή είναι μια προοπτική που εδράζεται στη σημερινή κατάσταση του κεφαλαίου και στους αγώνες – στον τωρινό αγώνα μεταξύ του προλεταριάτου και του αναδιαρθρωμένου κεφαλαίου μέσα στην κρίση του. Είναι μια προοπτική η οποία θέτει την υπέρβαση αυτών των αγώνων, όχι σε μια ευθεία γραμμή, αλλά στην εμβάθυνση της σύγχρονης κρίσης του κεφαλαίου.

Η διαπλοκή επανάστασης και αντεπανάστασης διαπερνά κάθε οργανωτική μορφή την οποία παίρνει το κίνημα της ταξικής πάλης. Κάθε οργάνωση, κάθε συλλογικότητα, ή κάθε άλλη μορφή μπορεί να είναι η μορφή που θα πάρει η οργανωμένη πάλη ή αλλιώς να τείνει προς την αντιπροσώπευση αυτής της πάλης και να αναπτυχθεί, σε μια κατάσταση κατάρρευσης του κράτους, προς μια παρα-κρατική μορφή. Δεν πρόκειται για κάποιο ζήτημα μεταξύ οργάνωσης και αυθορμητισμού (τα πάντα είναι ταυτόχρονα, αυθόρμητα και οργανωμένα) αλλά της αντίθεσης μεταξύ απαλλοτρίωσης και ιδιοποίησης, κομμουνιστικοποίησης και κοινωνικοποίησης∙ το δεύτερο προϋποθέτει την ύπαρξη της κοινωνίας, δηλαδή πως αυτή είναι κάτι άλλο πέρα από το «λαό», πέρα από τον «λαό» για τον οποίο θα μιλήσουμε τώρα. Στη Γαλλία το 2003, στους αγώνες μπορούσαμε να δούμε τους προλετάριους να κατασκευάζουν μεταξύ τους αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί μια διϋποκειμενικότητα [inter-subjectivity], η οποία δεν ήταν εξαρτημένη από τα σωματεία, αφήνοντας τα απλώς να οργανώσουν μια θεαματική αναπαράσταση αυτής της ενότητας. Παρ’ όλα αυτά ο αγώνας δεν ξεπέρασε το γενικό όριο αυτού που ήταν εκείνη την εποχή: ριζοσπαστικός δημοκρατισμός, η πολιτική παγίωση των ορίων του αγώνα ως τάξη μέσα από την πρόταση λύσεων στα «προβλήματα του κεφαλαίου», για παράδειγμα η «υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών». Αυτή, πραγματικά, ήταν μια διϋποκειμενικότητα, με την έννοια ότι τα (ακόμη προλεταριακά) υποκείμενα ενώθηκαν μεταξύ τους απέναντι από το αντικείμενο τους – το κεφάλαιο. Στην Ελλάδα το 2008, οι ταραχές συνιστούσαν θεμελιακά μια διϋποκειμενικότητα. Ερχόμενη αντιμέτωπη με το ζήτημα της δημοκρατίας, η διϋποκειμενικότητα των Ελλήνων που πήραν μέρος σε αυτές αντιμετώπισε την ταξική θέση ως  ένα εξωτερικό περιορισμό, μέσα από την έλλειψη αιτημάτων, και πέρα από τον αποκλεισμό που αντιπροσωπεύει ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός.

Στο κίνημα της κατάργησης του κεφαλαίου, το κεφάλαιο από-αντικειμενικοποιείται: η σχέση υποκείμενο-αντικείμενο καταργείται μαζί με τη σχέση κεφάλαιο-προλεταριάτο. (Πρέπει να θυμόμαστε πως αυτή η κατάργηση είναι το περιεχόμενο της επαναστατικής διαδικασίας, της κομμουνιστικοποίησης, και για όσο καιρό παραμένει ανολοκλήρωτη, θα υπάρχει ακόμη η σχέση υποκείμενο-αντικείμενο, ακόμη κι αν το υποκείμενο είναι στην διαδικασία της κατάργησης του αντικειμένου του ως τέτοιο∙ είναι σε αυτή την σχέση όπου η κατάργηση επιτυγχάνεται, όπου δηλαδή οι προλετάριοι καταργούν το κεφάλαιο που τους έχει καταστήσει προλετάριους ως καθαρά υποκείμενα που έρχονται αντιμέτωπα με το αντικείμενο – την καπιταλιστική κοινωνία ως ολότητα). Η επαναστατική διαδικασία της από-αντικειμενικοποίησης του κεφαλαίου είναι επίσης διαδικασία καταστροφής της διαχωρισμένης υποκειμενικότητας του προλεταριάτου. Είναι αυτή η διαδικασία, την οποία ορίζουμε ως τον αυτό-μετασχηματισμό των προλετάριων σε άμεσα κοινωνικούς ανθρώπους. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα έχει συμβεί πριν την ολοκλήρωσή του∙ με αυτή την έννοια είναι οι προλετάριοι οι οποία κάνουν την επανάσταση από την αρχή ως το τέλος, διότι από την αρχή ως το τέλος αυτοί καταργούν το κεφάλαιο που τους μετατρέπει σε προλετάριους.

Η κομμουνιστικοποίηση και η κοινωνικοποίηση δεν σχηματίζουν καμία αντίφαση

Η αντίφαση παραμένει μεταξύ του κεφαλαίου και του προλεταριάτου. Δεν μετατρέπεται σε κάποια εσωτερική αντίφαση του προλεταριάτου. Ακόμη κι αν μια πλήρης αντίθεση μεταξύ των δυο προοπτικών ανακύψει, είναι διαπλεκόμενες μεταξύ τους και υπονοούνται στην αντίφαση κεφάλαιο-προλεταριάτο. Ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο γίνεται η κατάργηση των τάξεων μέσω της απαλλοτρίωσης του κεφαλαίου. Αλλά ακριβώς αυτή η πράξη, στην αντιπαράθεση της με το κεφάλαιο, αναγεννά την κατάφαση της εργασίας όταν αυτή διακόπτεται από το κεφάλαιο (εκεί ακριβώς βρίσκονται οι κατακτήσεις όπως είδαμε). Αυτή η προσωρινή κατάφαση, η οποία είναι μια κατάφαση της εργασίας εξ ορισμού, προωθεί μια κοινωνική κατάσταση [social state] της οποίας το αποτέλεσμα είναι ένα κοινωνικό Κράτος [social State], συνεπώς μια αντεπαναστατική μορφή. Σε αυτή την περίπτωση, το επαναστατικό κίνημα πρέπει να θέσει τον εαυτό του ενάντια σε αυτό, το οποίο το ίδιο μόλις έθεσε. Η διαδικασία του αυτό-μετασχηματισμού σε άμεσα κοινωνικούς ανθρώπους μπορεί, στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και συνεπώς ενάντια στην καπιταλιστική τάξη, να είναι ένας αγώνας ενάντια σε προλετάριους που υπερασπίζονται την προλεταριακή συνθήκη. Ένας αγώνας της κομμουνιστικοποίησης ενάντια στην κοινωνικοποίηση.

Η αντεπανάσταση χτίζεται στα όρια της επανάστασης

Αυτό προσπάθησε να δείξει αυτό το κείμενο λίγο πιο “συγκεκριμένα”. Στην περίοδο της επαναστατικής απόπειρας από το 1917 ως το 1937, η γενική δομή της αντίφασης κεφάλαιο-προλεταριάτο είχε στο εσωτερικό της την κατάφαση της τάξης της εργασίας και συνεπώς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Τώρα η αντίφαση φέρει στο εσωτερικό της, την αμφισβήτηση της ταξικής θέσης και συνεπώς η γενική δομή θέτει στο προσκήνιο την κομμουνιστικοποίηση. Αυτή η δομή δεν σημαίνει πως τα όρια ακόμη δεν υπάρχουν, ακόμη και αν η κατεύθυνση του κινήματος τείνει προς την υπέρβασή τους. Το όριο είναι συνυφασμένο με κάθε επαναστατικό μέτρο, και αυτό το όριο είναι υπερβατό με τον ακόλουθο τρόπο. Ο ταξικός χαρακτήρας του κινήματος της κομμουνιστικοποίησης είναι το όριο του. Αυτή η κίνηση είναι η υπέρβαση του δικού της περιορισμένου χαρακτήρα, καθώς αυτή είναι η κατάργηση των τάξεων και συνεπώς η κατάργηση του προλεταριάτου. Ο προλετάριος είναι το άτομο, το οποίο έχει στερηθεί την αντικειμενικότητα, η οποία στέκει απέναντι του ως κεφάλαιο. Έχει περιοριστεί σε καθαρή υποκειμενικότητα, είναι το ελεύθερο υποκείμενο, φορέας της εργατικής δύναμης, η οποία μπορεί να γίνει εργασία στην πράξη μόνο αφότου πωληθεί, και έπειτα αξιοποιηθεί από τον καπιταλιστή ιδιοκτήτη. Το υποκείμενο, ανεξάρτητο από κάθε τι, δεσμεύεται στην αντικειμενικότητα αυτή καθ’ αυτή, το πάγιο κεφάλαιο που υπάγει την εργατική δύναμη, και την υποβάλλει στην ενσωμάτωση στην εργασιακή διαδικασία.

Η κατάργηση του κεφαλαίου είναι η κατάργηση της αντικειμενικότητας αυτής καθ’ αυτής μέσω από την κατάληψη των υλικών μέσων, και την κατάργηση του προλεταριακού υποκειμένου μέσω από την παραγωγή του άμεσα κοινωνικού ανθρώπου. Πρόκειται για αυτό που αποκαλούμε την ταυτόχρονη από-υποκειμενικοποίηση και από-αντικειμενικοποίηση, οι οποίες παράγονται από την κατάληψη της κοινωνικής ολότητας, μια πράξη η οποία καταστρέφει αυτή την ολότητα ως κάτι διακριτό από τα άτομα. Η διακριτή ολότητα είναι η ανεξάρτητη κοινωνία, μέσα από τον διαχωρισμό της σε τάξεις και την αντιπροσώπευση της από την άρχουσα τάξη. Η κατάργηση των τάξεων είναι κατάργηση της κοινωνίας. Η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής ή ακόμη και μιας «κομμουνιστικής» κοινωνίας είναι πάντα η διατήρηση της ανεξαρτησίας της κοινότητας από τα μέλη της, τα οποία είναι κοινωνικά μόνο μέσω της διαμεσολάβησης της κοινωνίας. Ο κομμουνισμός είναι το τέλος όλων των διαμεσολαβήσεων μεταξύ των ανθρώπων και των διαρκώς μεταβαλλόμενων ομαδοποιήσεων των σχέσεων τους. Αλλά μέσα στην επανάσταση υπάρχει ακόμη η διαμεσολάβηση από το κεφάλαιο καθώς η επαναστατική δραστηριότητα είναι η κατάργηση του κεφαλαίου! Η κομμουνιστικοποίηση, στο βαθμό που διαμεσολαβείται από το ίδιο της το αντικείμενο, πάντα ενέχει την πιθανότητα πως η διαμεσολάβηση της αυτονομείται με την συγκρότηση της επανάστασης ως μιας διαφορετικής δομής από την επαναστατική δράση. Αυτή η τάση προς την θεσμοποίηση της επανάστασης και τη νίκη του κεφαλαίου, θα υπάρχει συνεχώς. Η κομμουνιστικοποίηση είναι η επανάσταση μέσα στην επανάσταση, η υπέρβαση της ταξικής αυτονομίας, αλλά η επανάσταση και η αντεπανάσταση βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπες. Τα βήματα της κομμουνιστικοποίησης είναι τα βήματα αυτού που ακροβατεί σε τεντωμένο σκοινί.

 Σημειώσεις

[1] ΣτΜ: Freikorps, παραστρατιωτικό σώμα (πρόδρομος των ναζιστικών SA), το οποίο αξιοποιήθηκε από το γερμανικό κράτος με σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ενάντια στις κομμουνιστικές εξεγέρσεις την περίοδο 1919-1923

[2] Η κυριολεκτική μετάφραση από το πρωτότυπο: «η βασιλική οδός προς το αύριο των ασμάτων». Το «αύριο των ασμάτων» είναι μια φράση που χρησιμοποιήθηκε από το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα και τον επίσημο ποιητή του Λουίς Αραγκόν για να περιγράψει το στόχο τους για το μέλλον.