Η ιστορική αλήθεια ως επαναστατικός οδηγός

Η ιστορική αλήθεια είναι εργαλείο για τη χειραφέτηση. Η άρνηση της ιστορικής αλήθειας όμως χρησιμεύει μόνο στην οπισθοδρόμηση της επαναστατικής διαδικασίας και την επικράτηση της αντίδρασης.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ ως αποτέλεσμα της μακράς πορείας της σταλινικής αντεπανάστασης αξιοποιήθηκε για να εξαπολυθεί ενάντια στην κομμουνιστική υπόθεση και την σύλληψη μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση κάθε είδους κατηγορία και προσπάθεια να αποδειχτεί πως «οι επαναστάσεις καταλήγουν πάντα σε τυρρανικά καθεστώτα». Κομμάτι της αντεπαναστατικής προπαγάνδας είναι και η ταύτιση της σταλινικής παρακμής με την επανάσταση και τον κομμουνισμό για να καταδικαστεί η χειραφέτηση μέσω της κριτικής στη σταλινική γραφειοκρατία και σε δεύτερο επίπεδο μέσω της θεωρία των δυο άκρων να ταυτιστούν κομμουνισμός και ναζίσμός. Ουσιώδες εργαλείο σε αυτό αποτελεί η μεταχείριση της βίας, έξω απο τα ιστορικά της πλαίσια, με σκοπό την απογύμνωσή της σε απλούς αριθμούς νεκρών. Έτσι, μπορούν τα θύματα του ολοκαυτώματος να εξισώνονται με τους χίτες και τους ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά μιας και όλοι κατά τη φιλελεύθερη αφήγηση είναι «νεκρά θύματα»

Συχνά, η αντικομμουνιστική φιλελεύθερη προπαγάνδα οδηγείται μέχρι και στη χρήση ναζιστικής λασπολογίας – ένδειξη της κοινής καπιταλιστικής μήτρας τους. Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται σε παραφιλολογικές διατριβές και μελέτες υποθέσεις όπως αυτή του Κατύν.

Το παρακάτω άρθρο επιχειρεί να συμβάλει στην απόκρουση της φιλελεύθερης αντεπανάστασης χωρίς να υποκύπτει ούτε στην αθώωση της σταλινικής γραφειοκρατίας ούτε στον απολογητισμό απέναντι στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

«Ας τα σκεφτόμαστε πάντοτε, και ας μη μιλάμε ποτέ για αυτά.» 11 Φεβρουαρίου 1944, απόσπασμα από επιστολή σχετικά με την σφαγή του Κατύν στον Anthony Eden, μέλος της βρετανικής κυβέρνησης . Ένα χρόνο πριν, η ναζιστική Γερμανία ανακαλύπτει έναν μαζικό τάφο Πολωνών στρατιωτικών στο χωριό Κατύν με πάνω απο 20.000 θύματα και το χαρακτηρίζει ως σοβιετικό έγκλημα πολέμου.

Τα θύματα δεν έχουν όμως πέσει νεκροί στο πεδίο των μαχών. Οι μελλοθάνατοι δεμένοι με τα χέρια στην πλάτη και στoιβαγμένοι σε τρένα, με την πρόφαση πως θα αφεθούν ελεύθεροι οδηγήθηκαν στον τόπο εκτέλεσης όπου θανατώθηκαν ένας προς έναν με σφαίρα στον αυχένα και -όπως ισχυρίστηκε η ναζιστική Γερμανία- από την μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ (NKVD) με εντολή του Στάλιν. Οι ναζί, αμέσως μετά την ανακάλυψη τους, σχημάτισαν μια επιτροπή από ιατροδικαστές και εγκληματολόγους για να εξετάσουν τα πτώματα. Η επιτροπή αποτελούταν αποκλειστικά από συμμαχικά κράτη του Άξονα ή χώρες που είχαν κατακτηθεί στο ΒΠΠ. Το – αναμενόμενο – πόρισμα της επιτροπής ήταν να  επιρρίψει την ευθύνη εξ ολοκλήρου την ΕΣΣΔ για τη σφαγή του Κατύν.

Από την πλευρά τους, οι σοβιετικοί αρνήθηκαν την εμπλοκή τους στην υπόθεση προβάλλοντας ως αντεπιχειρήματα τα τεχνικά στοιχεία της. Σύμφωνα με το πόρισμα της εξέτασης των ναζιστών, οι σφαίρες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τις εκτελέσεις άνηκαν στο γερμανικό εργοστάσιο παραγωγής ονόματι Genshovik, ενισχύοντας την υπόθεση μιας ναζιστικής εμπλοκής στο ζήτημα.

Επίσης η απόπειρα προβοκάτσιας, και η προσπάθεια των ναζί να κατασκευάσουν προπαγανδιστικό υλικό ενάντια στην Σοβιετική Ενωση είναι ορατές, εφόσον σε αντίθεση με άλλες αντίστοιχες έρευνες όπου οι ναζί χωρίς μυστικότητα αποκάλυπταν τα απαραίτητα έγγραφα για τη ταυτοποίηση των πτωμάτων, στη συγκεκριμένη υπόθεση η στοιχειοθεσία είναι διάτρητη. Για παράδειγμα, δύο υποτιθέμενοι νεκροί του Κατίν (Μπεζάνεκ, Μποτούσκαγια), των οποίων απομνημονεύματα εκδόθηκαν στην Πολωνία, αποδείχθηκε ότι ήταν ζωντανοί και δεν είχαν καμία σχέση με την υπόθεση.

Η Γερμανία ουσιαστικά υπέγραψε την ίδια της τη καταδίκη αφού όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία προήλθαν μέσα από την ίδια, έχοντας κάνει εξόφθαλμα λάθη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ημερολόγιο του υπουργού προπαγάνδας των ναζί Γκέμπελς, στο οποίο καταγράφονται τα εξής:

«Έδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια – δυο βδομάδες» (14/4/1943)

«Δυστυχώς στους τάφους του Κατύν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες…Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατύν θα κατέρρεε» (8/5/1943).

Επίσης σημαντικό ρόλο στην υπόθεση έπαιξε η στάση της Βρετανίας. Συγκεκριμένα η εξόριστη τότε πολωνική κυβέρνηση στο Λονδίνο πίεζε τη βρετανική κυβέρνηση να επιρρίψει την ευθύνη στην ΕΣΣΔ. Εκε’ινη επιλέγει να μείνει αρχικά ουδέτερη και να μην διαταράξει τη σχέση τους με τον Στάλιν, βάζοντας ως προτεραιότητα την ομαλότητα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

1943, Γάλλοι αξιωματούχοι από το φασιστικό καθεστώς του Βισύ μαζί με αξιωματικούς των SS επισκέπτονται τον τάφο Πολωνών στρατηγών, θυμάτων του Κατύν

Το 1946, στη δίκη της Νυρεμβέργης παρόλο που οι Σοβιετικοί ζητούν να επανεξεταστεί η υπόθεση – κίνηση η οποία θα ανήκε στη σφαίρα του παραλόγου αν ήταν τέτοια η ενοχή της – η Βρετανία αρνείται και έτσι η υπόθεση αποσιωπάται προσωρινά . Για να γίνουν πιο κατανοητά τα κίνητρα είναι αναγκαία μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες της σφαγής, τα οποία βρίσκονται στις αρχές του Β’ΠΠ, όπου είχε προηγηθεί η διχοτόμηση της Πολωνίας.

Η ΕΣΣΔ υλοποιώντας το μυστικό πρωτόκολλο, (μέρος του Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, συμφωνία η οποία είχε εξασφαλίσει την μη επίθεση και ουδετερότητα των 2 χωρών) που χώριζε την Ευρώπη σε σφαίρες επιρροής, προέβλεπε πως σε περίπτωση πολεμικών ανακατατάξεων τα σύνορα των δύο χωρών θα μετακινηθούν προς τη πολωνία, έτσι καταλαμβάνει την ανατολική πλευρά, και οι στρατιές του Χίτλερ τη δυτική. Την παραμονή της εισβολής, άντρες των SS έντυσαν με πολωνικές στολές κρατούμενους απο στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους μετέφεραν στα γερμανο-πολωνικά σύνορα. Κατέστρεψαν το σιδηροδρομικό σταθμό της περιοχής και ύστερα τους σκότωσαν ώστε να φαίνεται πως το έκαναν Πολωνοί εισβολείς. Ο Χίτλερ σκηνοθέτησε έντεχνα μια αιτία πολέμου για να εισβάλει στη Πολωνία.

Στην άλλη πλευρά, η σοβιετική στρατιωτική αστυνομία είχε υπο κράτηση χιλιάδες Πολωνούς, μεταξύ άλλων τμήμα της ελίτ της χώρας, και κυρίως στρατιώτες, τους οποίους μέσα στο πλαίσιο της συνθήκης Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, παραδίδει στους γερμανούς. Τον Ιούνιο του ’41 οι Γερμανοί παραβιάζουν το σύμφωνο μη επίθεσης προς τους σοβιετικούς, εισβάλλουν στη ΕΣΣΔ κι οι μεταξύ τους σχέσεις γίνονται εχθρικές. Παρόλο που η σφαγή τοποθετείται χρονολογικά το 1940 από τους Γερμανούς, το πόρισμα της εκταφής, μαζί με έγγραφα που βρέθηκαν φαίνεται να έγινε στα τέλη του ‘41, δηλαδή όταν οι Ναζί είχαν καταλάβει την περιοχή. Γίνεται εμφανές πως τα στοιχεία οδηγούν προς μια γερμανική εμπλοκή, παρ’ όλο που τα επόμενα χρόνια έμειναν στην αφάνεια και παραμερίστηκαν.

Η υπόθεση ξαναέρχεται στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν ο αναθεωρητής– αντικομμουνιστής ηγέτης της ΕΣΣΔ, Γκορμπατσόφ αναλαμβάνει την ευθύνη για τα εγκλήματα από τη πλευρά των σοβιετικών και ισχυρίζεται πως αποσιωπήθηκαν σκοπίμως. Στη πράξη, απέδειξε για άλλη μια φορά τη δυνατότητα του ιμπεριαλισμού να προωθεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση την πολιτική της επιθετικότητας και των πιέσεων. Τότε όπως και σήμερα ψάχνει μέσα για να καμουφλάρει τις επιδιώξεις του και τις μεθόδους δράσης του και εφευρίσκει συνεχώς νέες δικαιολογίες για την παραπέρα εμμονή του στη πολιτική της άρνησης. Και τα μέσα σε αυτή τη περίπτωση είναι η αστική ιστοριογραφία και ενίσχυση της θεωρίας των δύο άκρων, σε μια προσπάθεια εξομοίωσης του κομμουνισμού με τον ναζισμό όπου αφενός τερατοποιεί τον κομμουνισμό παρουσιάζοντας τον ως Σταλινισμό και αφετέρου αναιρεί από το ναζισμό βάρβαρη και απάνθρωπη ιστορία του.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+