Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η πραγματική ζωή

Οι τρεις επιστολές του Engels που δημοσιεύουμε από την ανθολογία «Μαρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα» (εκδ. Αλφειός) ανήκουν στην τελευταία περίοδο του μεταξύ 1890-1895. Τα κείμενα και η επιστολογραφία του ύστερου Engels επικεντρώνεται κατά βάση στην πολεμική απέναντι στις αστικές και αντιδραστικές θέσεις που έχουν ήδη στερεωθεί στη σοσιαλδημοκρατία και θα βρουν την καθαρή τους έκφραση με την εθνικιστική στάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Χαρακτηριστική είναι μια από τις τελευταίες επιστολές του Engels τον Απρίλη του 1895 λίγους μήνες πριν το θάνατο του. Απευθυνόμενος στον Karl Kautsky, ο Engels καταγγέλλει την φιλολογική λαθροχειρία του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Willhelm Liebknecht, ο οποίος προσπαθούσε να στηρίξει τη θέση του για την απόρριψη της επαναστατικής βίας υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, επικαλούμενος (εντέχνως διαμορφωμένα) αποσπάσματα από το έργο του Engels για την επανάσταση στης Γαλλία το 1848-50 και προσπαθούσε να τον παρουσιάσει ως «ειρηνικό προσκυνητή της νομιμότητας με κάθε τίμημα».

Οι επιστολές που επιλέχτηκαν για τη συγκεκριμένη δημοσίευση εντάσσονται σ’έναν ενιαίο διάλογο για τον ιστορικό υλισμό και τους παράγοντες που καθορίζουν την ιστορική κίνηση. Η επικρατούσα θέση στη σύγχρονη του Engels σοσιαλδημοκρατία, θέση η οποία κληροδοτήθηκε σε ολόκληρο το κίνημα τις επόμενες δεκαετίες, αντανακλούσε την επικρατούσα αστική φιλελεύθερη θέση τον 19ου αιώνα κατά την οποία η ανάπτυξη της οικονομίας ήταν ταυτόσημη με την κοινωνική πρόοδο. Στη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, η μορφή με την οποία εκφράστηκε ήταν αυτή του οικονομικού ντετερμινισμού όπου οι οικονομικές συνθήκες καθορίζουν απόλυτα το κοινωνικό γίγνεσθαι και η ανάπτυξη τους ταυτίζεται με την ιστορική κίνηση. Συνεπώς, στη σοσιαλδημοκρατική θεωρία το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής μετατοπίζεται από τους ίδιους τους ανθρώπους, στις παραγωγικές δυνάμεις που πλέον λαμβάνουν τον ίδιο φετιχιστικό χαρακτήρα που έχει η «ελεύθερη αγορά» στην αστική οικονομολογία – ας σκεφτούμε πόσες φορές έχουμε διαβάσει ευχολόγια για την «ανάκαμψη της αγοράς» λες και έχει δική της αυτοτελή ζωή. Φυσικά, το «σφάλμα» της σοσιαλδημοκρατίας της εποχής του Engels δεν ήταν θεωρητικό αν και εκφραζόταν στη θεωρία: η ουσία του είχε να κάνει με τις υπαρκτές πολιτικές-κοινωνικές σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί ανάμεσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και το πρωσικό κράτος.

Αυτές τις θέσεις, ο Engels προσπαθεί να διασαφηνίσει και να αναδείξει τον επαναστατικό πυρήνα μιας υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, όπου οι οικονομικοί παράγοντες τοποθετούνται στην πραγματική τους βάση και την αλληλεπίδραση τους με τους υπόλοιπους κοινωνικούς παράγοντες καθώς και τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ του τι συνιστά «καθαρά» οικονομικό και τι «καθαρά» κοινωνικό παράγοντα. [Οι υπογραμμίσεις στα τρία κείμενα έγιναν με γνώμονα την επισήμανση σημείων που κρίθηκαν ουσιώδη]

Επιστολή στον J. Bloch

Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία σε τελευταία ανάλυση, είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα. Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της – οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. – οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους.

Υπάρχει μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλαδή των πραγμάτων και γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρινή ή τόσο αναπόδεικτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρκτη και να μη τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης.

Την ιστορία μας, την κάνουμε εμείς οι ίδιοι, την κάνουμε όμως, πρώτα, κάτω από πολύ ορισμένες προϋποθέσεις και όρους. Απ΄ αυτούς οι οικονομικοί είναι που αποφασίζουν τελικά. Μα και οι πολιτικοί κτλ., ακόμα και η παράδοση που έχει στοιχειώσει στα κεφάλια των ανθρώπων, παίζουν κάποιο ρόλο, έστω κι αν δεν είναι ο αποφασιστικός. Και το πρώτο πρωσικό κράτος δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε παραπέρα από ιστορικά και σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια. Δύσκολα όμως θα μπορούσε κανείς, χωρίς σχολαστικισμούς, να ισχυριστεί ότι ανάμεσα στα πολλά κρατίδια της βόρειας Γερμανίας, ίσα – ίσα το Βραδεμβούργο ήταν εκείνο που προοριζόταν
από την οικονομική αναγκαιότητα κι όχι κι από άλλους παράγοντες (πριν απ΄ όλα από το γεγονός ότι το Βραδεμβούργο, χάρη στο ότι κατείχε την Πρωσία, είχε μπλεχτεί στο πολωνικό ζήτημα και μέσον αυτού του ζητήματος στις διεθνείς πολιτικές σχέσεις, που έπαιξαν επίσης αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ισχύος του αυστριακού οίκου) να γίνει η μεγάλη δύναμη που ενσάρκωνε την οικονομική, γλωσσική και, από την εποχή της Μεταρρύθμισης και θρησκευτική διαφορά ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο. Δύσκολα θα κατορθώσει κανείς να εξηγήσει με οικονομικά αίτια, δίχως να γίνει γελοίος, την ύπαρξη του κάθε γερμανικού κρατιδίου στο παρελθόν και στο παρόν, ή την προέλευση της τροπής των φθόγγων στην άνω – γερμανική διάλεκτο, που το γεωγραφικό ορεινό τείχος, που εκτείνεται από τα Σουδητικά όρη ως τον Τάουνους, την έχει ευρύνει σε ένα σωστό ρήγμα που χωρίζει όλη τη Γερμανία.

Δεύτερο, όμως, η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλαδή το ιστορικό. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που κοιταγμένη στο σύνολό της δρα ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό
που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ίδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις – που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές είτε γενικές – κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ΄ ένα γενικό μέσον όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν
έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της.

Θα ήθελα ακόμα να σας παρακαλέσω να μελετήσετε τη θεωρία αυτή από τις πρώτες πηγές, κι όχι από δεύτερο χέρι. Είναι πραγματικά πολύ ευκολότερο. Ο Μαρξ δεν έχει γράψει σχεδόν τίποτε όπου η θεωρία αυτή να μην παίζει ένα ρόλο. Ιδιαίτερα όμως, «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» είναι ένα έξοχο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της θεωρίας. Στο «Κεφάλαιο» επίσης υπάρχουν πολλές νύξεις. Μπορώ βέβαια να σας παραπέμψω επίσης στα έργα μου: «Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Eugen Duhring» και «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», όπου έκανα την πιο διεξοδική έκθεση του ιστορικού υλισμού, απ΄ όσες υπάρχουν σήμερα. [ΣτΜ: η Γερμανική Ιδεολογία δεν είχε εκδοθεί ακόμη]

Για το γεγονός ότι η νεολαία κάποτε δίνει στην οικονομική πλευρά μεγαλύτερη βαρύτητα απ΄ ότι της αναλογεί, φταίμε εν μέρει εμείς οι ίδιοι, ο Μαρξ κι εγώ. Απέναντι στους αντιπάλους μας, ήμασταν υποχρεωμένοι να τονίζουμε τη βασική αρχή που την αρνούνταν κι έτσι δεν υπήρχε πάντα ο χρόνος, ο τόπος και η ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ταιριάζει και στους άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση. Μόλις όμως το ζήτημα έφτανε στην περιγραφή μιας ιστορικής περιόδου, δηλαδή στην πρακτική εφαρμογή, άλλαζαν τα πράγματα και δε χωρούσε πια καμιά παρεξήγηση. Δυστυχώς όμως συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύει κανείς ότι έχει καταλάβει τέλεια μια νέα θεωρία και ότι μπορεί να τη χειρίζεται αμέσως, μόλις αφομοιώσει, και αυτό όχι πάντα σωστά, τις βασικές θέσεις. Και δε μπορώ ν΄ απαλλάξω απ΄ αυτή τη μομφή πολλούς από τους νεότερους «μαρξιστές». Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους θαυμάσια σκουπίδια κι απ΄ αυτόν τον τομέα.

21-2 Σεπτέμβρη, 1890, Λονδίνο
Friedrich Engels

 

Επιστολή στον Franz Mehring

Αγαπητέ κ. Μέρινγκ,

Μόλις σήμερα έχω επιτέλους την ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για τo “Lessing-Legende”(1) που είχατε την καλοσύνη να μου στείλετε. Δεν ήθελα να σας απαντήσω απλά με μια τυπική βεβαίωση ότι παρέλαβα το βιβλίο, αλλά και να σας πω ταυτόχρονα κάτι γι’ αυτό – για το περιεχόμενό του. Γι’ αυτό καθυστέρησα.

Θα αρχίσω από το τέλος – από το παράρτημα, «Über den historischen Materialismus» όπου έχετε περιγράψει, υπέροχα και πειστικά για τον κάθε απροκατάληπτο, τα απαραίτητα. Αν έχω κάτι να αντιτείνω είναι ότι μου αποδίδετε περισσότερο έπαινο απ’ ό,τι μου αξίζει, έστω κι αν συμπεριλάβω το κάθε τι που ίσως θα είχα –με τον καιρό– ανακαλύψει μονάχος, αλλά που ο Μαρξ, με την ταχύτερη του ματιά και την πλατύτερη εποπτεία του το ανακάλυπτε πολύ πιο γρήγορα. Όταν κανείς έχει την καλή τύχη, να συνεργάζεται σαράντα ολόκληρα χρόνια μ’ έναν άνθρωπο σαν τον Μαρξ, συνήθως δεν απολαμβάνει σε αυτό το διάστημα της ζωής του την αναγνώριση που νομίζει ότι του αξίζει. Όταν όμως πεθάνει ο μεγαλύτερος, εύκολα υπερεκτιμούν τον κατώτερο – κι αυτό ακριβώς μου φαίνεται να συμβαίνει τώρα με έμενα. Η ιστορία τελικά θα τα τακτοποιήσει όλα αυτά, μα ως τότε θα έχει κανείς αισίως φύγει από τη μέση και δε θα ξέρει πια τίποτε για οτιδήποτε.

Κατά τα άλλα, λείπει μόνο ένα ακόμη σημείο, που ο Μαρξ και εγώ αποτύχαμε να τονίσουμε επαρκώς στα έργα μας, και που σχετικά μ’ αυτό μας βαρύνει όλους το ίδιο φταίξιμο. Συγκεκριμένα όλοι μας δώσαμε, και έπρεπε να δώσουμε, πρώτα τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραγωγή των πολιτικών, νομικών και άλλων ιδεολογικών παραστάσεων και των πράξεων που καθορίζονται απ’ αυτές τις παραστάσεις από τα οικονομικά θεμελιακά γεγονότα. Κάνοντάς το αυτό αμελήσαμε για χάρη του περιεχομένου το ζήτημα της μορφής: με ποιο τρόπο γεννιούνται αυτές οι παραστάσεις κλπ. Αυτό έδωσε στους αντιπάλους μας ευπρόσδεκτη αφορμή για παρανοήσεις, ή για διαστρεβλώσεις. Χτυπητό παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο Πάουλ Μπαρτ(2).

Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία, που γίνεται βέβαια από τον λεγόμενο στοχαστή συνειδητά, μα με ψεύτικη συνείδηση. Οι καθαυτό κινητήριες δυνάμεις που τον υποκινούν, του μένουν άγνωστες. Διαφορετικά δε θα ήταν ιδεολογική διαδικασία. Φαντάζεται λοιπόν ψεύτικες ή φαινομενικές κινητήριες δυνάμεις. Επειδή είναι διαδικασία σκέψης αντλεί τόσο το περιεχόμενό της, όσο και τη μορφή της από την καθαρή σκέψη, είτε τη δική του, είτε τη σκέψη των προκατόχων του. Εργάζεται μονάχα με υλικό ιδεών, που το αποδέχεται ανεξέταστα σαν προϊόν της σκέψης και δεν εξετάζει παραπέρα να βρει μια πιο μακρινή, ανεξάρτητη από τη σκέψη καταγωγή του· μάλιστα αυτό του είναι αυτονόητο γιατί κάθε πράξη του φαίνεται ότι σε τελευταία ανάλυση στηρίζεται στη σκέψη, επειδή γίνεται μέσω της σκέψης. Ο ιστορικός ιδεολόγος (το ιστορικός το παίρνουμε εδώ απλώς περιληπτικά για το πολιτικός, νομικός, φιλοσοφικός, θεολογικός, κοντολογίς για όλους τους τομείς που ανήκουν στην κοινωνία κι όχι μόνο στη φύση) – ο ιστορικός ιδεολόγος διαθέτει λοιπόν σε κάθε επιστημονικό τομέα ένα υλικό που έχει διαμορφωθεί αυτοτελώς από τη σκέψη προηγούμενων γενεών και που πέρασε ένα δικό του αυτοτελή τρόπο ανάπτυξης στον εγκέφαλο αυτών των διαδοχικών γενεών. Ασφαλώς, εξωτερικά γεγονότα που ανήκουν στον έναν ή τον άλλον τομέα, μπορεί να έχουν ασκήσει μια συγκαθοριστική επιρροή σ’ αυτή την εξέλιξη, τα γεγονότα αυτά όμως, σύμφωνα με τη σιωπηρή προϋπόθεση, είναι κι αυτά πάλι απλοί καρποί μιας διαδικασίας σκέψης, κι έτσι εξακολουθούμε να μένουμε πάντα στην περιοχή της καθαρής σκέψης που, όπως φαίνεται, έχει χωνέψει καλά, ακόμα και τα πιο σκληρά γεγονότα.

Αυτή η φαινομενικότητα μιας αυτοτελούς ιστορίας των μορφών της κρατικής συγκρότησης, των συστημάτων δικαίου, των ιδεολογικών παραστάσεων σε κάθε ειδικό τομέα, είναι που πάνω απ’ όλα ξεγελά τους περισσότερους ανθρώπους. Αν ο Λούθηρος και ο Καλβίνος “υπερνικούν” την επίσημη καθολική θρησκεία, ή ο Χέγκελ “υπερνικά” τον Φίχτε και τον Καντ, ή ο Ρουσσώ “υπερνικά” έμμεσα με το δημοκρατικό του “Κοινωνικό Συμβόλαιο” τον συνταγματικό Μοντεσκιέ, αυτό είναι μια διαδικασία που μένει μέσα στα όρια της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης, που αντιπροσωπεύει ένα σταθμό στην ιστορία αυτών των τομέων της σκέψης και δεν βγαίνει καθόλου έξω από την περιοχή της σκέψης. Και αφότου προστέθηκε σ’ αυτά η αστική αυταπάτη για την αιωνιότητα και την απόλυτη τελειότητα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, θεωρείται ακόμα και η υπερνίκηση των εμποροκρατών από τους φυσιοκράτες και τον Α. Σμιθ σαν απλή νίκη της σκέψης, όχι σαν αντανάκλαση στη σκέψη αλλαγμένων οικονομικών γεγονότων αλλά σαν η σωστή κατανόηση, που επιτεύχθηκε επιτέλους, των πραγματικών συνθηκών που υπάρχουν παντού και πάντα. Αν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος(3) και ο Φίλιππος Αύγουστος(4) αντί να μπλεχτούν σε σταυροφορίες είχαν εισαγάγει την ελευθερία του εμπορίου, θα γλιτώναμε πεντακόσια χρόνια αθλιότητας και κουταμάρας.

Την πλευρά αυτή του ζητήματος, που εδώ μόνο να τη θίξω μπορώ, την έχουμε νομίζω όλοι μας παραμελήσει περισσότερο απ’ ό,τι επιτρέπεται. Είναι η παλιά ιστορία: στην αρχή παραμελείται πάντα η μορφή για χάρη του περιεχομένου. Όπως είπαμε κι εγώ το έκανα αυτό και το λάθος μου χτυπούσε στα μάτια πάντα μόνο κατόπιν εορτής. Γι’ αυτό λοιπόν δε θέλω καθόλου να σας μεμφθώ γι’ αυτό –απεναντίας, σαν παλιότερος συνένοχος δεν έχω καθόλου αυτό το δικαίωμα– θα ήθελα όμως να σας επιστήσω την προσοχή πάνω σε τούτο το σημείο για το μέλλον.

Με αυτό συνδέεται επίσης και η ανόητη αντίληψη των ιδεολόγων ότι επειδή αρνιόμαστε ότι οι διάφορες ιδεολογικές σφαίρες, που παίζουν κάποιο ρόλο στην ιστορία, έχουν αυτοτελή ιστορική εξέλιξη, τους αρνιόμαστε και κάθε ιστορική δράση. Στη βάση βρίσκεται εδώ, η κοινή αντιδιαλεκτική αντίληψη για την αιτία και το αποτέλεσμα σαν πόλους που αντιπαρατίθενται άκαμπτα ο ένας στον άλλο καθώς και το γεγονός ότι ξεχνούν την αλληλεπίδραση. Οι κύριοι αυτοί ξεχνούν συχνά σκόπιμα ότι ένας ιστορικός παράγοντας μόλις γεννηθεί από άλλα, σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια, αντιδρά κι αυτός, και μπορεί να αντεπιδράσει στο περιβάλλον του ακόμη και στα ίδια τα αίτια του. Όπως λ.χ. ο Μπαρτ σχετικά με τους παπάδες και τη θρησκεία στη σ. 475 του βιβλίου σας. Χάρηκα πολύ που βάλατε στη θέση του αυτόν τον τύπο, που είναι πιο ρηχός απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Κι αυτόν τον άνθρωπο τον κάνουν καθηγητή της ιστορίας στη Λειψία! Ε, τότε ο γέρο-Βάχσμουτ(5), ήταν ολότελα διαφορετικός άνθρωπος, γιατί παρότι ήταν κι αυτός στενοκέφαλος, είχε ωστόσο πολύ μεγάλη αίσθηση για τα γεγονότα.

Κατά τα άλλα μπορώ μόνο να επαναλάβω για το βιβλίο, ό,τι έχω κιόλας πει επανειλημμένα για τα άρθρα, όταν δημοσιεύονταν στη Neue Zeit: είναι η καλύτερη περιγραφή που υπάρχει για τη γέννηση του πρωσικού κράτους, μάλιστα, μπορώ να πω η μόνη καλή, που στα περισσότερα ζητήματα αναπτύσσει ως τις λεπτομέρειες σωστά τις συνάφειες. Λυπάται μόνον κανείς που δε μπορέσατε να περιλάβετε μια και καλή ολόκληρη την παραπέρα εξέλιξη ως τον Μπίσμαρκ, και δεν μπορεί κανείς παρά να ελπίζει ότι θα το κάνετε αυτό άλλη φορά και ότι θα δώσετε μια γενική συνεκτική εικόνα από τον εκλέκτορα Φρειδερίκο Γουλιέλμο ως τον γέρο-Γουλιέλμο. Γιατί έχετε κάνει ήδη τις προκαταρκτικές μελέτες και, τουλάχιστον στην ουσία τους, τις τελειώσατε σχεδόν. Αυτή η δουλειά έτσι ή αλλιώς πρέπει βέβαια κάποτε να γίνει προτού σωριαστεί η παλιοκαρότσα. Η διάλυση των μοναρχο-πατριωτικών θρύλων, αν και δεν αποτελεί οπωσδήποτε μια αναγκαία προϋπόθεση για να παραμεριστεί η μοναρχία, που συγκαλύπτει την ταξική κυριαρχία (αφού μια καθαρή αστική Δημοκρατία [Republik] στη Γερμανία έχει ξεπεραστεί πριν ακόμα πραγματοποιηθεί), είναι ωστόσο ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς για να γίνει αυτό.

Τότε θα έχετε και περισσότερο χώρο και ευκαιρία να περιγράψετε την πρωσική τοπική ιστορία σαν κομμάτι της γερμανικής γενικής αθλιότητας. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που αποκλίνω πού και πού από την άποψή σας, ιδιαίτερα από την άποψη σχετικά με τις αιτίες του διαμελισμού της Γερμανίας και της αποτυχίας της γερμανικής αστικής επανάστασης στη διάρκεια του 16ου αιώνα. Αν καταφέρω να επεξεργαστώ ξανά την ιστορική εισαγωγή στο έργο μου Ο Πόλεμος των Χωρικών(6), πράγμα που, όπως ελπίζω, θα γίνει τον ερχόμενο χειμώνα, τότε θα μπορέσω να αναπτύξω εκεί τα σχετικά σημεία. Όχι ότι θεωρώ σαν μη σωστά τα σημεία που αναφέρετε εσείς, αλλά βάζω πλάι σ’ αυτά κι άλλα και τα ταξινομώ κάπως διαφορετικά.

Στη μελέτη της γερμανικής ιστορίας –που είναι, αλήθεια, μια μοναδική συνεχής αθλιότητα– βρήκα πάντα ότι μονάχα η σύγκριση με τις αντίστοιχες γαλλικές εποχές μας δίνει μια σωστή αίσθηση του μέτρου, γιατί εκεί συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που γίνεται σε μας. Εκεί έχουμε τη συγκρότηση του εθνικού κράτους από τα σκόρπια μέρη του φεουδαρχικού κράτους, ακριβώς τον καιρό που σημειώνεται σε μας η κύρια παρακμή(7). Εκεί έχουμε μια σπάνια αντικειμενική λογική σ’ όλη την πορεία της διαδικασίας, ενώ σε εμάς έχουμε μια ολοένα και πιο άγονη διάλυση. Εκεί το Μεσαίωνα ο Άγγλος κατακτητής με την ανάμιξή του υπέρ της προβηγκιανής εθνότητας(8) ενάντια στη βορειο-γαλλική εθνότητα αντιπροσωπεύει την ξένη επέμβαση. Οι πόλεμοι με τους Άγγλους(9) αντιπροσωπεύουν, σα να λέμε, τον τριακονταετή πόλεμο(10), που τελειώνει όμως με το διώξιμο της ξένης επέμβασης και την καθυπόταξη του νότου στο βορρά. Ύστερα ακολουθεί ο αγώνας της κεντρικής εξουσίας με τον βουργουνδό υποτελή(11), που στηρίζεται στις κτήσεις του στο εξωτερικό(12) –που παίζει το ρόλο του Βραδεμβούργου – Πρωσίας– ένας αγώνας που όμως τελειώνει με τη νίκη της κεντρικής εξουσίας και κάνει οριστική τη δημιουργία του εθνικού κράτους. Ακριβώς τη στιγμή αυτή(13) καταρρέει σε μας ολότελα το εθνικό κράτος (στο βαθμό που μπορεί κανείς να ονομάσει εθνικό κράτος το “γερμανικό βασίλειο” μέσα στα πλαίσια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και αρχίζει η λεηλασία των γερμανικών περιοχών σε μεγάλη κλίμακα. Είναι μια σύγκριση που ντροπιάζει στον ανώτατο βαθμό το Γερμανό, που γι’ αυτό όμως είναι πιο διδακτική, και από τότε που οι εργάτες μας ξαναβάλανε τη Γερμανία στην πρώτη γραμμή της ιστορικής κίνησης, μπορούμε κάπως πιο εύκολα να καταπίνουμε το αίσχος του παρελθόντος.

Εντελώς χαρακτηριστικό για τη γερμανική εξέλιξη είναι ακόμα το γεγονός ότι και τα δύο μερικά κράτη, που τελικά μοίρασαν μεταξύ τους όλη τη Γερμανία, δεν ήταν καθαρά γερμανικά, αλλά ήταν αποικίες πάνω σε κατακτημένο σλαβικό έδαφος: η Αυστρία ήταν βαυαρική(14) και το Βρανδεμβούργο σαξονική αποικία(15), καθώς και το γεγονός ότι απόκτησαν δύναμη στη Γερμανία μόνο χάρη στο ότι στηρίζονταν σε ξένες, όχι γερμανικές κτήσεις: η Αυστρία στην Ουγγαρία (για να μην πούμε για τη Βοημία), και το Βρανδεμβούργο στην Πρωσία(16). Στα δυτικά σύνορα που απειλούνταν περισσότερο δεν έγινε κάτι τέτοιο, στα βόρεια σύνορα άφησαν τους Δανούς να υπερασπίζουν τη Γερμανία από τους Δανούς, και στο νότο είχαν τόσο λίγα να προστατεύσουν, που οι συνοριακοί φρουροί, οι Ελβετοί, μπόρεσαν μάλιστα να αποσπαστούν οι ίδιοι από τη Γερμανία!

Ωστόσο έπιασα να μιλώ για κάθε λογής αλλότρια ζητήματα – ας χρησιμέψει τουλάχιστον αυτή η φλυαρία σαν απόδειξη για το πόσο ευεργετική επίδραση είχε πάνω μου η εργασία σας.

Και πάλι σας στέλνω τις εγκάρδιες ευχαριστίες και τους χαιρετισμούς μου.

14 Ιούλη 1893

Σημειώσεις 

1. Ο Μύθος του Λέσινγκ, η Καταγωγή της Κουλτούρας της Γερμανικής Mεσαίας Τάξης.
2. Ο Π. Μπαρτ (1858-1922), Γερμανός κοινωνιολόγος, έγραψε μια μελέτη με τον τίτλο: Η Φιλοσοφία της Ιστορίας του Χέγκελ και οι Εγελιανοί μέχρι τον Μαρξ και τον Χάρτμαν (1890).
3. Ριχάρδος Α΄, γνωστός και ως Λεοντόκαρδος (1157-1199), βασιλιάς της Αγγλίας, βασικός διοικητής στρατευμάτων στην τρίτη Σταυροφορία.
4. Φίλιππος Β΄, γνωστός και ως Αύγουστος (1165-1223), βασιλιάς της Γαλλίας, συμμετείχε στην Τρίτη Σταυροφορία.
5. E. Wachsmuth (1784-1866), Γερμανός ιστορικός, καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Λάιμπνιτς.
6. Αναφορά στο έργο του Ένγκελς Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία. Σε αυτό του το έργο, ο Ένγκελς ασχολήθηκε με τη γερμανική αγροτική επανάσταση του 1525 με πρωταγωνιστή τον Τόμας Μίντσερ.
7. Από το 1350 ως το 1450 επικράτησε γενικευμένη αναρχία στη Γερμανία, J. Coffin, R. Stacey, R. Lerner, St. Mecham, Western Civilizations, εκδ. W. W. Norton & Company, σελ. 401.
8. Ο Ένγκελς αναφέρεται στην εθνότητα του νότιου τρίτου της Γαλλίας όπου ομιλούνταν η Οξιτανική γλώσσα ή διάλεκτος. Πριν καθιερωθεί ο όρος Οξιτανική, στις αρχές του 20ού αιώνα, χρησιμοποιούνταν ευρέως ο όρος Προβηγκιανή για να περιγράψει αυτή τη γλώσσα/διάλεκτο. Η σύγχρονη επίσημη γαλλική γλώσσα βασίζεται στη γλώσσα που ομιλούνταν στη Βόρεια Γαλλία, ενώ παρεμφερής γλώσσα της Οξιτανικής της Νότιας Γαλλίας είναι η Καταλανική. Αναφορές για την προβηγκιανή ποίηση των τρουβαδούρων ως μια από τις πρώτες μορφές εξύμνησης του σεξουαλικού έρωτα θα κάνει ο Ένγκελς και στο Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιοκτησίας και του Κράτους, εκδ. ΣΕ, σελ. 64, αλλά και ο Χέγκελ στη Φιλοσοφία της Ιστορίας του θα κάνει λόγο για μια ξεχωριστή αισθητική κουλτούρα. Η αντίθεση της Βόρειας με τη Νότια Γαλλία εκτός από γλωσσικό υπόβαθρο είχε πάρει και θρησκευτικό. Το θρησκευτικό κίνημα των Καθαρών ή Αλβιγήνων στη νότια Οξιτανική περιοχή της Γαλλίας προκάλεσε μια Σταυροφορία (1209-1229) από τη Βόρεια Γαλλία με τη στήριξη του Πάπα και του Αγίου Δομίνικου. Η λήξη της σταυροφορίας σήμανε την καταστολή των “αιρετικών” Οξιτανών με το νεοεμφανιζόμενο διαβόητο θεσμό της Ιεράς Εξέτασης που με τη σειρά της προκάλεσε εξεγέρσεις των Καθαρών. Ο Καθαρός κόμης της Οξιτανικής Τουλούζης Ρεϊμόνδος ο 7ος (με γενεαλογικές αγγλικές σχέσεις) το 1242 σύναψε μια ανεπιτυχή συμμαχία με τον Ερρίκο τον 3ο της Αγγλίας και το βαρόνο της Γασκώνης (νοτιοδυτική επαρχία της Γαλλίας φόρου υποτελής στο αγγλικό στέμμα) για να ανατρέψει τους Ρωμαιοκαθολικούς βορειο-Γάλλους.
9. Ο Εκατονταετής Πόλεμος (1337-1453) ήταν μια σειρά πολέμων μεταξύ των βασιλείων της Αγγλίας και της Γαλλίας. Ξεκίνησε ως φεουδαρχικός πόλεμος αλλά κατέληξε ως εθνικός οδηγώντας με τη νίκη της Γαλλίας στην εμφάνιση μιας ισχυρής εθνικής μοναρχίας στη Γαλλία. Ο Ένγκελς αντιπαραβάλλει τη διάλυση της εθνικής συνοχής στη Γερμανία με την ισχυροποίηση και συγκρότηση της εθνικής ενότητας στη Γαλλία στην ίδια περίοδο. Το γερμανικό έθνος βγαίνει διαιρεμένο ενώ το γαλλικό έχει αποκτήσει μια συγκεντρωτική κρατική υπόσταση.
10. Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648): Ευρωπαϊκός πόλεμος που διεξήχθη κυρίως στο έδαφος της Γερμανίας. Είχε θρησκευτικό υπόβαθρο στην εναντίωση Προτεσταντών και Καθολικών αλλά αποτελέσματα καθαρά πολιτικού χαρακτήρα. Ενεπλάκησαν οι προτεσταντικές δυνάμεις της Δανίας, της Σουηδίας, των προτεσταντών Γερμανών, Ολλανδών και Βοημών ενάντια στην Αψβουργική Ισπανία και Αυστρία. Η καθολική Γαλλία πήρε το μέρος των πρώτων για να αποτρέψει μια παντοδυναμία της δυναστείας των Αψβούργων. Η λήξη του πολέμου με τη συνθήκη της Βεστφαλίας σήμανε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Προτεσταντικής Εκκλησίας, την ενίσχυση της Σουηδικής Αυτοκρατορίας, την πτώση της Ισπανίας ως ηγέτιδας δύναμης και την άνοδο της Δημοκρατίας των Ενωμένων Επτά Επαρχιών των Κάτω Χωρών, πρώην υποτελούς της Ισπανίας, ως του πρώτου κράτους του εμπορικού καπιταλισμού, την καθιέρωση του πολιτικού διαμελισμού, οικονομικής και πληθυσμιακής καθίζησης του γερμανικού έθνους, την ανάδειξη της Γαλλίας ως κυρίαρχης δύναμης στην ηπειρωτική Ευρώπη για τους επόμενους δυο αιώνες.
11. Οι πόλεμοι της Βουργουνδίας (1474-1477) ήταν διαμάχες μεταξύ του Δουκάτου της Βουργουνδίας και του βασιλείου της Γαλλίας στις οποίες ενεπλάκη στο πλευρό του τελευταίου η Ελβετική Συνομοσπονδία. Το Δουκάτο της Βουργουνδίας υπήρξε σύμμαχος της Αγγλίας στον Εκατονταετή Πόλεμο (1337-1453), είχε μάλιστα συλλάβει και παραδώσει στους Άγγλους τη μνημειώδη μορφή του γαλλικού εθνικισμού, την Ιωάννα της Λωραίνης, το 1431.
12. Ενωμένες με τη Βουργουνδία, οι Κάτω Χώρες αύξησαν τον δυναμισμό τους και ενίσχυσαν τη θέση τους στον ανταγωνισμό με την Ιταλία. Η ακμή των πόλεων των Κάτω Χωρών με την αναπτυγμένη υφαντουργία τους, καθώς και των λιμανιών της Βόρειας Θάλασσας, η ανάπτυξη των συναλλαγών στις αγορές όπου συνέκλιναν οι χερσαίοι και θαλάσσιοι δρόμοι από την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία και η προσοδοφόρα παραγωγή παστής ρέγκας, ήταν οι βάσεις πάνω στις οποίες οι μεγάλοι δούκες στήριξαν την ευημερία τους.
13. Ο Χέγκελ στη Φιλοσοφία της Ιστορίας του γράφει: «Μετά την πτώση των Χοενστάουφεν, μια γενική βαρβαρότητα επικράτησε στη Γερμανία, που διαιρέθηκε σε πολλά κέντρα δεσποτισμού», εκδ. Αναγνωστίδη, σελ. 407. Ο Οίκος των Χοενστάουφεν βασίλευσε από το 1138 ως το 1254 μ. Χ.
14. Στην επιστολή του προς τον Αυστριακό Β. Άντλερ, 11/10/1893, ο Ένγκελς αναφερόμενος στην Αυστρία γράφει, εύστοχα, για μια «…πρόσμιξη Κελτών, Σλάβων και Γερμανών όπου το τελευταίο στοιχείο επικρατεί». K. Marx και F. Engels, Collected Works, τόμ. 50, σελ. 201, εκδ. International Publishers, Νέα Υόρκη.
15. Το Βρανδεμβούργο είναι βορειοανατολικό κρατίδιο στο οποίο περιλαμβάνεται και το κρατίδιο-πόλη του Βερολίνου. Ανατολικό του σύνορο είναι ο ποταμός Όντερ (σημερινό σύνορο μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας) και δυτικό ο ποταμός Έλβας. Από τον 7ο αιώνα μ. Χ. είχαν εγκατασταθεί παγανιστικές σλαβικές φυλές (Πολάβοι, Βελέτοι κ.ά.) καθώς οι γερμανικές φυλές είχαν μεταναστεύσει δυτικά. Στις αρχές του 10ου αιώνα οι χριστιανοί πλέον Γερμανοί Σάξονες διεκδικούν την περιοχή και την κατακτούν. Το 983 μ. Χ. όμως οι Σλάβοι εξεγείρονται και οι Γερμανοί χάνουν τον έλεγχο της περιοχής. Κατά τον 12ο-13ο αιώνα μ. Χ. επανακτούν τον πλήρη έλεγχο οι Γερμανοί και οι Πολάβοι υποτάσσονται και εκγερμανίζονται. Τότε σημειώνεται μαζικός γερμανικός αποικισμός (π.χ. το Βερολίνο ιδρύθηκε μόλις στα τέλη του 12ου αιώνα μ. Χ). Οι Σλάβοι αφομοιώθηκαν σε συνδυασμό με τον εκχριστιανισμό τους. Η Πολαβική γλώσσα επιβίωσε όμως ως τον 18ο αιώνα.
16. Ο ιθαγενής πληθυσμός της Πρωσίας ομιλούσε μια βαλτική γλώσσα η εκγερμανοποίηση της οποίας έγινε με την επιτυχή έκβαση της Πρωσικής Σταυροφορίας το 1230 μ.Χ. μέχρι το 1300 μ.Χ. από τους Τεύτονες Ιππότες.

Επιστολή στον Starkeburg

Αξιότιμε κύριε,
Ιδού η απάντηση στα ερωτήματά σας!
1. Με τις οικονομικές σχέσεις, που τις θεωρούμε σαν καθοριστική βάση της ιστορίας της κοινωνίας, εννοούμε τον τρόπο που οι άνθρωποι μιας ορισμένης κοινωνίας παράγουν τα μέσα συντήρησής τους κι ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα προϊόντα (εφόσον υπάρχει καταμερισμός της εργασίας). Δηλαδή, εδώ περιλαμβάνεται ολόκληρη η τεχνική της παραγωγής και των μεταφορών. Η τεχνική αυτή κατά την αντίληψή μας καθορίζει επίσης τον τρόπο της ανταλλαγής καθώς και της διανομής των προϊόντων και, επομένως, ύστερα από τη διάλυση της κοινωνίας των γενών, καθορίζει και το διαχωρισμό των τάξεων, επομένως και τις σχέσεις κυριαρχίας κι υποδούλωσης, επομένως και το κράτος, την πολιτική, το δίκαιο κτλ. Ακόμα, στις οικονομικές σχέσεις περιλαμβάνεται και η γεωγραφική βάση που πάνω της ξετυλίγονται αυτές οι σχέσεις, και τα πραγματικά κληρονομημένα υπολείμματα από προηγούμενα στάδια ανάπτυξης που διατηρήθηκαν, συχνά μόνο από παράδοση ή με τη δύναμη της αδράνειας, και επίσης περιλαμβάνεται φυσικά και το περιβάλλον που περιβάλλει απ’ τα έξω την κοινωνική αυτή μορφή.

Αν η τεχνική, όπως λέτε, εξαρτάται στο μεγαλύτερό της μέρος από την κατάσταση της επιστήμης, πολύ περισσότερο ακόμα εξαρτάται η επιστήμη από την κατάσταση και τις ανάγκες της τεχνικής. Όταν η κοινωνία έχει μια τεχνική ανάγκη, η ανάγκη αυτή προωθεί την επιστήμη περισσότερο από δέκα Πανεπιστήμια. Όλη η υδροστατική (Τορικέλι κτλ.) γεννήθηκε από την ανάγκη να ρυθμιστούν οι ορεινοί χείμαρροι στην Ιταλία το XVI και XVII αιώνα. Για τον ηλεκτρισμό ξέρουμε κάτι το θετικό μόνο αφότου ανακαλύφθηκε η δυνατότητα της τεχνικής εφαρμογής του. Στη Γερμανία όμως έχουν δυστυχώς συνηθίσει να γράφουν την ιστορία των επιστημών έτσι σαν να είχαν πέσει οι επιστήμες απ’ τον ουρανό.

2. Θεωρούμε τις οικονομικές συνθήκες, ότι είναι αυτό που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ιστορική εξέλιξη. Μα και η φυλή ακόμα είναι οικονομικός παράγοντας. Υπάρχουν όμως εδώ δυο σημεία που δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε:

α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, φιλολογική, καλλιτεχνική κτλ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική. Όλες τους όμως αντεπιδρούν επίσης η μια πάνω στην άλλη και πάνω στην οικονομική βάση. Τα πράγματα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι, ότι δηλαδή η οικονομική κατάσταση είναι η μόνη αιτία που δρα, ενώ όλα τα άλλα είναι μόνον παθητικό αποτέλεσμα. Εδώ έχουμε αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που επιβάλλεται πάντα σε τελευταία ανάλυση. Το κράτος, λ.χ. επιδρά με τους προστατευτικούς δασμούς με το ελεύθερο εμπόριο, με μια καλή ή κακή φορολογία. Ακόμα και η θανάσιμη κόπωση και ανικανότητα του Γερμανού μικροαστού, που πηγάζει από την οικονομική αθλιότητα της Γερμανίας στην περίοδο από το 1648 ως το 1830 και που εκδηλώθηκαν πρώτα με τον πιετισμό, κι ύστερα με το συναισθηματισμό και τη δουλική υποταγή στους ηγεμόνες και στους ευγενείς, δεν έμειναν χωρίς οικονομικά αποτελέσματα. Αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την καινούρια άνοδο και κλονίστηκαν μόνο όταν οι πόλεμοι της επανάστασης και του Ναπολέοντα έκαναν τη χρόνια αθλιότητα να περάσει σε οξεία μορφή. Δεν είναι λοιπόν, όπως θέλουν να φαντάζονται μερικοί, γιατί τους έρχεται βολικά, ένα αυτόματο αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως μέσα σ’ ένα δοσμένο, καθοριστικό γι’ αυτούς περιβάλλον, πάνω στη βάση πραγματικών σχέσεων που προϋπήρχαν, και που ανάμεσά τους οι οικονομικές συνθήκες, όσο κι αν επηρεάζονται από τις υπόλοιπες πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες, είναι ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, οι αποφασιστικές και αποτελούν τον κόκκινο μίτο που περνά μέσα απ’ όλες και που μόνον αυτός οδηγεί στην κατανόηση.

β) Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι’ αυτό σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι η σύμπτωση. Η αναγκαιότητα που επιβάλλεται εδώ, μέσα από κάθε λογής συμπτώσεις, είναι πάλι, σε τελευταία ανάλυση, η οικονομική αναγκαιότητα. Και δω φτάνουμε στην εξέταση του ζητήματος των λεγόμενων μεγάλων ανδρών. Οτι κάποιος, κι ακριβώς αυτός ο μεγάλος άνδρας εμφανίζεται σε
τούτη την ορισμένη εποχή, σ’ αυτή τη δοσμένη χώρα, είναι φυσικά καθαρή σύμπτωση. Αν όμως τον σβήσουμε, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, κι αυτός ο αντικαταστάτης βρίσκεται tant, bien que mal, μα βρίσκεται με τον καιρό. Οτι ο Ναπολέοντας, ακριβώς αυτός ο Κορσικανός, ήταν ο στρατιωτικός δικτάτορας που τον έκανε απαραίτητο η εξαντλημένη από το δικό της πόλεμο Γαλλική Δημοκρατία, αυτό ήταν σύμπτωση. Οτι όμως, αν έλειπε ένας Ναπολέοντας, ένας άλλος θα είχε πάρει τη θέση του, αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι βρισκόταν πάντα αυτός ο άνθρωπος μόλις χρειαζόταν: ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Κρόμβελ κτλ. Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Τιερί, ο Μινιέ, ο Γκιζό και όλοι οι Άγγλοι ιστορικοί ως το 1850 αποδεικνύουν ότι τα πράγματα έτειναν σ’ αυτήν, κι η ανακάλυψη της ίδιας αντίληψης από τον Μόργκαν, αποδείχνει ότι ο καιρός ήταν ώριμος γι’ αυτήν και ότι ακριβώς έπρεπε να ανακαλυφθεί.

Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Αν όμως χαράξετε τον μέσο άξονα της καμπύλης, θα δείτε ότι όσο μακρύτερη είναι η εξεταζόμενη περίοδος κι όσο μεγαλύτερο το προς μελέτη πεδίο, τόσο περισσότερο αυτός ο άξονας είναι παράλληλος με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης.

Στη Γερμανία, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σωστή κατανόηση είναι η ανεύθυνη παραμέληση της οικονομικής ιστορίας στη φιλολογία. Είναι πολύ δύσκολο να ξεσυνηθίσει κανείς τις αντιλήψεις για την ιστορία που του έβαλαν στο κεφάλι του όταν ήταν στο σχολείο, μα ακόμα πιο δύσκολο είναι να συγκεντρώσει το υλικό που χρειάζεται γι’ αυτό. Ποιος λ.χ. έχει διαβάσει έστω και μόνο το γέρο Γκ. φον Γκίλιχ, που στη συλλογή του, που αποτελείται από στεγνά στοιχεία, έχει ωστόσο τόσο υλικό για την εξήγηση αναρίθμητων πολιτικών γεγονότων!

Άλλωστε, το ωραίο παράδειγμα που έδωσε ο Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ» θα πρέπει, νομίζω, να σας απαντά αρκετά στα ερωτήματά σας, ακριβώς γιατί είναι ένα πρακτικό παράδειγμα. Πιστεύω επίσης ότι έχω θίξει κιόλας τα περισσότερα σημεία στο «Αντι-Ντύρινγκ», Ι, κεφ. 9-11, και ΙΙ κεφ. 2-4, καθώς και ΙΙΙ, κεφ. 1 ή στην εισαγωγή και ύστερα στο τελευταίο μέρος του «Φόϊερμπαχ».

Παρακαλώ να μην ψιλοκοσκινίσετε την κάθε λέξη από τα παραπάνω, μα να έχετε πάντα υπόψη τη συνοχή. Λυπάμαι που δεν έχω τον καιρό να σας τα γράψω επεξεργασμένα με την ίδια ακρίβεια που θα ήμουνα υποχρεωμένος να τα γράψω για τη δημοσιότητα…

25 Γενάρη 1894, Λονδίνο