Μαρξ εναντίον Λασάλ: εργατική αυτενέργεια εναντίον καπιταλιστικού κράτους

Δημοσιεύουμε το παρακάτω υποκεφάλαιο από την «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή) του Καρλ Μαρξ. Το έργο αποτελεί ένα σύνολο σημειώσεων του Μαρξ που ασκούσαν κριτική στο πρόγραμμα που θα υιοθετούσε το ενωτικό συνέδριο του 1875 στην πόλη της Γκότα μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (στο όποιο ήταν προσκείμενοι οι Μαρξ και Ένγκελς) και της Γερμανικής Εργατικής Ένωσης που είχε ιδρυθεί από τον Φέρντιναντ Λασάλ.

Η θεωρία του Λασάλ απέρριπτε το διεθνισμό του Μαρξ και τον αντικαθιστούσε με τη συγκρότηση των εργατών, πρώτα και κύρια ως εθνική εργατική τάξη. Αυτό οδηγούσε τους Λασαλικούς συχνά να στηρίζουν τα πολεμοκάπηλα σχέδια της πρωσικής μοναρχίας και να στρέφονται ενάντια στους Πολωνούς και Τσέχους εργάτες που μετανάστευαν στα γερμανικά κρατίδια. Ωστόσο, η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του έργου του Λασάλ και του Μαρξ ήταν η στάση τους απέναντι στο Κράτος. Για το Μαρξ, το Κράτος είναι μηχανισμός ταξικής κυριαρχίας για τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Μηχανισμός ο οποίος πρέπει να ανατραπεί επαναστατικά και να απονεκρωθεί το ίδιο και οι συνθήκες που το γεννούν στο δρόμο για την πανανθρώπινη χειραφέτηση. Για τον Λασάλ, αντίθετα, το Κράτος είναι η «τελειότερη» μορφή της κοινωνικής οργάνωσης και συνεπώς αποτελεί αταξικό προοδευτικό μηχανισμό, ο οποίος θα αποτελέσει τον βασικό μηχανισμό της χειραφέτησης του ανθρώπου όταν βρεθούν στα «ηνία» του προοδευτικές και εργατικές δυνάμεις.

Η κριτική του Μαρξ δεν εκδόθηκε εκείνη την εποχή με ρητή απόρριψη έκδοσης από το κομματικό τυπογραφείο υπό το φόβο πως θα δημιουργήσει ρήγματα στην επερχόμενη ένωση και θα αποτελέσει τροχοπέδη στη συσπείρωση γύρω από το νέο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Θα εκδιδόταν μόλις το 1891 με επιμονή του Ένγκελς καθώς το κόμμα θα υιοθετούσε ένα νέο πρόγραμμα, το οποίο φαινομενικά απέρριπτε βασικές λασαλικές αρχές – αλλά διατηρούσε όλη τη μεθοδολογία της στρατηγικής του. Αυτό θα αποδεικνυόταν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου οι σοσιαλδημοκράτες θα στήριζαν με όλα τα μέσα τη δική τους αστική τάξη και το δικό τους κράτος ενάντια σε κάθε έννοια εργατικού διεθνισμού. Στο πρόγραμμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το 1921 στο Γκόρλιτζ, η οριστική επιστροφή του Λασάλ θα γινόταν επίσημη καθώς θα αναγνωριζόταν η «μεγάλη συμβολή» του και το έργο του θα αποτελούσε τον βασικό πυλώνα του προγράμματος. 

Στο παρακάτω υποκεφάλαιο ο Μαρξ ασκεί κριτική στην πολιτική των Λασαλικών μέσω της οποίας ζητούσαν από το καπιταλιστικό κράτος να ιδρύσει κρατικές επιχειρήσεις κάτω από το έλεγχο των εργαζόμενων ως μέσο απελευθέρωσης της εργατικής τάξης. Ο Μαρξ αναδεικνύει το ρεφορμιστικό πυρήνα ενός τέτοιου αιτήματος: η χειραφέτηση των εργατών ή θα είναι έργο των ίδιων ή δε θα υπάρξει. Δεν μπορεί να προκύψει μέσα από το καπιταλιστικό κράτος, από το οποίο θα ζητούν – υπό τη δική του ιδιοκτησία – να τους παραχωρήσει τον έλεγχο κάποιων επιχειρήσεων με χρηματοδότηση. Αντίθετα,  για τον Μαρξ χρειάζεται η ανατροπή «των τωρινών όρων παραγωγής» και του Κράτους τους. Οι συνεταιριστικές εργατικές οργανώσεις, επομένως, αφενός πρέπει να εντάσσονται σ’αυτή τη στρατηγική, αφετέρου στο τώρα μπορούν να αξιοποιηθούν χειραφετητικά για τον Μαρξ μόνο στο βαθμό που είναι «ανεξάρτητα δημιουργήματα των εργατών και δεν τις προστατεύουν ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι αστοί.»

 


«Για να ανοίξει το δρόμο προς τη λύση του κοινωνικού ζητήματος, το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα απαιτεί να ιδρυθούν παραγωγικοί συνεταιρισμοί, με κρατική βοήθεια κάτω από το δημοκρατικό έλεγχο του εργαζόμενου λαού. Οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί πρέπει να δημιουργηθούν για τη βιομηχανία και τη γεωργία σε τέτοια έκταση που απ’ αυτούς να ξεπηδήσει η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας.»

Ύστερα από το λασαλικό «σιδερένιο νόμο του μισθού», το γιατροσόφι του προφήτη! Ο «δρόμος ανοίγεται» με αξιοπρέπεια. Στη θέση της ταξικής πάλης που υπάρχει, μπαίνει μια δημοσιογραφική φράση: «το κοινωνικό ζήτημα» που «ανοίγουν το δρόμο» προς τη«λύση» του. Η «σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας» αντί να «ξεπηδά» από την επαναστατική διαδικασία μετατροπής της κοινωνίας, «ξεπηδά» από την «κρατική βοήθεια» που δίνει το κράτος σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, που «τους δημιουργεί»αυτό, κι όχι ο εργάτης.

Είναι αντάξιο της φαντασίας του Λασάλ ότι με κρατικά δάνεια μπορεί κανένας να χτίσει μια καινούργια κοινωνία ακριβώς όπως φτιάχνει έναν καινούργιο σιδηρόδρομο! Από ένα υπόλειμμα ντροπής βάζουν την «κρατική βοήθεια» «κάτω από το δημοκρατικό έλεγχο του εργαζόμενου λαού». Πρώτο, ο «εργαζόμενος λαός» στη Γερμανία αποτελείται στην πλειοψηφία του από αγρότες και όχι από προλετάριους.

Δεύτερο, στα γερμανικά «δημοκρατικός» θα πει «volksherrschaftlich». Τι σημαίνει όμως «λαοκρατικός έλεγχος του εργαζόμενου λαού»; Και μάλιστα όταν πρόκειται για λαό εργατών, που μ’ αυτές τις διεκδικήσεις που βάζει στο κράτος εκφράζει ότι έχει πλήρη συνείδηση πως ούτε κυριαρχεί ούτε είναι ώριμος να κυριαρχήσει!

Είναι περιττό να επεκταθούμε εδώ στην κριτική της συνταγής που έγραψε ο Μπισέ τον καιρό του Λουδοβίκου Φιλίππου σαν αντίβαρο στους γάλλους σοσιαλιστές, και που τη δέχτηκαν οι αντιδραστικοί εργάτες του Ατελιέ. Ούτε το γεγονός ότι βάλανε αυτή την ειδική θαυματουργή θεραπεία στο πρόγραμμα αποτελεί την πέτρα του σκανδάλου, αλλά ότι γενικά από την άποψη του ταξικού κινήματος γυρίζουν πίσω στην άποψη του κινήματος των αιρέσεων.

Το ότι οι εργάτες θέλουν να δημιουργήσουν τους όρους της συνεταιριστικής παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα και πρώτα στη χώρα τους, δηλαδή σε εθνική κλίμακα, σημαίνει μονάχα ότι δουλεύουν για την ανατροπή των τωρινών όρων παραγωγής και δεν έχει τίποτα το κοινό με την ίδρυση συνεταιριστικών οργανώσεων με κρατική βοήθεια! Όσο για τις τωρινές συνεταιριστικές οργανώσεις έχουν κάποια αξία μόνο εφόσον είναι ανεξάρτητα
δημιουργήματα των εργατών και δεν τις προστατεύουν ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι αστοί.