Βλέποντας τους τρελούς στους καθρέφτες των φυσιολογικών: μια σύντομη ανατομία της ψυχικής υγείας (1ο μέρος)

Η Λίθος της Τρέλας, Jan Anders van Hemessen, 1550-55

Η διάγνωση των ψυχικών “ασθενειών”

Το κυρίαρχο μοντέλο της ψυχιατρικής τονίζει με κάθε ευκαιρία, ότι οι ψυχικές “ασθένειες” είναι οντότητες διακριτές από την ψυχική «υγεία» και ότι το βλέμμα ενός πεπειραμένου ψυχιάτρου θα μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει έναν ψυχικά «ασθενή» από έναν «υγιή». Μας δίνεται, με τον τρόπο αυτό, να καταλάβουμε, ότι η διάγνωση μιας ψυχικής «ασθένειας» είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει αντικειμενικές αξιολογήσεις, περίπου όπως η διάγνωση μιας πνευμονίας ή ενός αυτοάνοσου νοσήματος. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από ειδήμονες της ψυχικής υγείας που διατυμπανίζουν σε όλους τους τόνους, ότι οι ψυχικές παθήσεις είναι τώρα πια, μέσω των προόδων της ιατρικής, εύκολα διαχειρίσιμες και ότι δε διαφέρουν σε τίποτα από τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας. Απλά χρειάζεται να “σβήσουμε” από το μυαλό μας τα “ταμπού” και να απευθυνόμαστε δίχως δισταγμούς στους γιατρούς μας για να μας χορηγούν την κατάλληλη αγωγή. Είναι όμως τόσο ρόδινη η εικόνα της μοντέρνας  φροντίδας ψυχικής υγείας; Μπορούμε τόσο εύκολα να εντοπίσουμε έναν άνθρωπο που πάσχει και, αν ναι, όντως παρουσιάζει τόσο χτυπητές διαφορές από τους “φυσιολογικούς”;

Μια από τις πιο βασανιστικές και εμβληματικές ψυχικές “παθήσεις” είναι η “σχιζοφρένεια”. [Διευκρίνιση: οι διαγνώσεις και οι διαγνωστικές ταμπέλες όπως “σχιζοφρένεια”, “μανιοκατάθλιψη“, “καταθλιπτική διαταραχή“ κλπ. από τώρα και στο εξής θα τίθενται εντός εισαγωγικών για να δηλωθεί ότι οι γράφοντες δε συμφωνούν με τις κυρίαρχες κατηγοριοποιήσεις της ψυχιατρικής]. Τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς ενός “σχιζοφρενούς” είναι, σύμφωνα με την ψυχιατρική, οι παρανοϊκές ιδέες, ο αποδιοργανωμένος λόγος, η ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, οι ακουστικές ή οπτικές παραισθήσεις κλπ. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει πολυάριθμες έρευνες και μελέτες από αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια για να διευκρινιστεί η επιδημιολογική εξάπλωση των ψυχικών αυτών προβλημάτων στο γενικό πληθυσμό. Είναι ενδιαφέρον να δούμε τα ευρήματα μερικών εξ αυτών των ερευνών. Για παράδειγμα, μια αμερικανική μελέτη του 1983 βρήκε ότι σε δείγμα 375 σπουδαστών κολεγίου ένα υψηλότατο ποσοστό, της τάξης του 39%, είχαν τουλάχιστον μία φορά ακούσει φωνές που εξέφραζαν μια σκέψη τους μεγαλόφωνα. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι ένα 5% έκανε διάλογο με τη φωνή αυτή[1]. Μια βρετανική μελέτη από το πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ ερεύνησε την ύπαρξη παρόμοιων εμπειριών. Στη διάρκεια της μελέτης δόθηκε σε 150 προπτυχιακούς σπουδαστές αντίστοιχο ερωτηματολόγιο και τα αποτελέσματα ήσαν συγκρίσιμα με εκείνα των Αμερικανών, καθώς περίπου ένα 35% ανέφεραν άκουσμα φωνών για μια τουλάχιστον φορά[2] στη διάρκεια της ζωής τους. Εντυπωσιακά ήσαν και τα αποτελέσματα δεύτερης έρευνας από το ίδιο πανεπιστήμιο ένα χρόνο μετά πάλι σε προπτυχιακούς σπουδαστές[3] . Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν από δύο ακόμα αμερικανικές μελέτες σε σπουδαστές κολλεγίων[4] [5].

Το 1991 σε μελέτη που διεξήχθη σε δείγμα 18.000 συμμετεχόντων, ένα 13% ανέφερε ότι τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του είχε ακούσει φωνές. Οι γυναίκες ανέφεραν ακουστικές παραισθήσεις σε ποσοστό διπλάσιο σε σχέση με τους άνδρες. Τα άτομα που ανέφεραν τα βιώματα δεν είχαν κάποια ψυχιατρική διάγνωση[6].  Αντίστοιχα το 2000, σε έρευνα σε δείγμα 761 συμμετεχόντων στο Dunedin της Ν. Ζηλανδίας[7] βρέθηκε ένα 7% με εμπειρία ακουστικών παραισθήσεων ενώ ένα 20,1% βρέθηκε να έχει παρανοϊκές ιδέες. Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα επελέγησαν προσεκτικά ώστε να μην περιληφθούν άνθρωποι με ψυχιατρική διάγνωση. Τέλος, σε μια σημαντική τους εργασία στο έγκριτο περιοδικό Schizophrenia Research επιστήμονες έδειξαν ότι, σε σύνολο 7000 συμμετεχόντων και αφού αποκλείστηκαν όσοι είχαν αλκοολικές παραισθήσεις, ένα 6,2% ανέφερε ακουστικές παραισθήσεις δίχως δυσφορία (δεν ένιωθαν ενόχληση από το βίωμα αυτό)[8].

Επιπλέον, κάποιοι από μας ενδεχομένως να πιστεύουν σε όντα ή βιώματα που για κάποιους άλλους είναι εξωπραγματικά και ολωσδιόλου αδιανόητα. Έτσι, μια αμερικανική μελέτη που προσπάθησε να διερευνήσει τις λεγόμενες “παραφυσικές” εμπειρίες βρήκε ότι σε σύνολο 1.236 ατόμων που πήραν μέρος στην έρευνα, ένα ποσοστό 25% πίστευαν σε φαντάσματα ενώ ένα 10% ανέφεραν ότι είχαν βιώσει την παρουσία ενός φαντάσματος μια φορά στη ζωή τους[9].

Σε μια έρευνα που διενεργήθηκε από το Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του Λονδίνου συγκρίθηκαν ομάδες “ψυχωτικών” καθώς και ατόμων που ανήκαν σε θρησκευτικές κοινότητες (μέλη της κέλτικης θρησκείας των Δρυίδων και μέλη της ομάδας Χάρε Κρίσσνα). Οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να διακρίνουν ποια άτομα ανήκαν στη μία ομάδα και ποια στην άλλη, κάτι που δείχνει ότι αμφότερες οι ομάδες μοιράζονταν κοινά χαρακτηριστικά[10]. Μια από τις πιο αλλόκοτες εμπειρίες που σχετικά συχνά αναφέρονται από άτομα, κυρίως στις ΗΠΑ, είναι και οι επαφές με όντα από εξωγήινους πολιτισμούς. Συχνά το κυρίαρχο μοντέλο θέτει, εκ των υστέρων πάντα, σε άτομα που αναφέρουν τέτοιου είδους εμπειρίες τη διάγνωση της ψύχωσης. Μια μελέτη που διενεργήθηκε σε μεγάλο δείγμα ατόμων το 1996, υπολόγισε τον αριθμό των ανθρώπων που είχαν στο παρελθόν εμπειρία απαγωγής από εξωγήινους στα 3,7 εκατομμύρια[11]. Άλλη αμερικανική μελέτη δεν κατάφερε να εντοπίσει ψυχοπαθολογικά ευρήματα σε άτομα που ανέφεραν εμπειρίες επαφής με εξωγήινους[12].

Σε μια γαλλική μελέτη του 1998 (νοτιοδυτική Γαλλία, περιοχή Ακουιτανίας), το 46,9% των ερωτηθέντων ανέφεραν τουλάχιστον μία τηλεπαθητική επικοινωνία, το 42,2% ανέφεραν ότι πολλά «αθώα γεγονότα» που είχαν πέσει στην αντίληψή του είχαν «διπλά-κρυφά μηνύματα», ένα 25%  ότι κάποια στιγμή στη ζωή του ένιωσαν ότι άγνωστοι άνθρωποι τους καταδίωκαν, ενώ ένα 23,4% ανέφεραν ότι δρούσαν πάνω του σκοτεινές δυνάμεις[13]. Τέλος, σε μια πολύ πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Schizophrenia Research, οι Elahi και συνεργάτες έδειξαν ότι υπάρχει κατανομή της υπο-κλινικής παράνοιας (πάει να πει ιδέες και συναισθήματα που δεν προκαλούν ακραία δυσφορία στο άτομο) και της «κλινικής» παράνοιας πάνω σε έναν συνεχή άξονα δίχως κάποιο όριο να διαχωρίζει τους «υπο-κλινικούς» από τους «κλινικούς παρανοϊκούς» σε μικτό δείγμα 2836 ατόμων.

Προφανώς με όλα αυτά δεν προσπαθούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε όλοι τρελοί, αλλά ότι οι παρανοϊκές ιδέες, οι παραισθήσεις κλπ., δεν είναι τόσο σπάνιο φαινόμενο μέσα στο γενικό πληθυσμό και ενδεχομένως να αποτελούν ένα, έστω ακραίο, χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η βιολογική προέλευση των ψυχικών “ασθενειών”

Η μονοαμινική θεωρία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής

Μια πρόχειρη περιήγηση σε site του διαδικτύου που ασχολούνται με ζητήματα ψυχολογίας ή ψυχολογικών προβλημάτων θα αρκούσε για να μας δημιουργηθεί η ακλόνητη πεποίθηση ότι η σύγχρονη ψυχιατρική έχει εντοπίσει τις αιτίες των πιο σοβαρών από τις ψυχικές «ασθένειες», τουτέστιν της ψύχωσης, της μανιοκατάθλιψης (διπολικής διαταραχής) και της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Από τις καθημερινές τηλεοπτικές εκπομπές που σκοπό έχουν να ενημερώσουν ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, να “ευαισθητοποιήσουν” το πλατύ κοινό γύρω από ζητήματα ψυχικής υγείας, μέχρι τα δημοσιεύματα που εμφανίζονται σε έγκριτα ιατρικά περιοδικά, επαναλαμβάνεται αδιάκοπα ένα μήνυμα: οι αιτίες των ψυχικών “ασθενειών“ έχουν προσδιοριστεί επακριβώς και βρίσκονται στη βιοχημεία του εγκεφάλου μας. Είναι, όμως, έτσι;

Σύμφωνα με την επιστημονική συναίνεση η αιτία της κατάθλιψης είναι η υπο-παραγωγή ή μειωμένη διαθεσιμότητα ενός νευροδιαβιβαστή που ονομάζεται σεροτονίνη, και ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη διάθεσή μας, τις διεργασίες της μνήμης και τον ύπνο. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να αναφερθεί εν συντομία ότι η σεροτονίνη και τα νευρωνικά κυκλώματα που λειτουργούν με την απαραίτητη μεσολάβησή της βρίσκονται κατά κύριο λόγο στο εγκεφαλικό στέλεχος, το κατώτερο δηλαδή τμήμα του εγκεφάλου μας. Οι σχετικές ιατρικές μελέτες που έχουν ασχοληθεί με τα επίπεδα της διαθέσιμης σεροτονίνης στους εγκεφάλους καταθλιπτικών “ασθενών” έχουνε δώσει αντιφατικά αποτελέσματα. Δύο εξ αυτών έδειξαν χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης στους εγκεφάλους «καταθλιπτικών» συγκριτικά με τους εγκεφάλους «φυσιολογικών» ατόμων [14] [15], ενώ δύο άλλες έρευνες έδειξαν υψηλότερα επίπεδα σεροτονίνης στους εγκεφάλους «καταθλιπτικών» σε σύγκριση με «υγιείς» [16] [17]. Τέλος επειδή υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι οι βαρύτερες μορφές κατάθλιψης συναντώνται σε ανθρώπους που τελικά προχωρούν στην απονενοημένη πράξη και θέτουν τέλος στη ζωή τους, διεξήχθησαν και έρευνες σε εγκεφάλους αυτοχείρων. Οι εν λόγω μελέτες δεν κατέδειξαν καμία διαφορά στα επίπεδα σεροτονίνης «ασθενών» και «υγιών» εθελοντών. Κοινώς τα ερευνητικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν τη θεωρία του ελλείμματος σεροτονίνης.

Η ντοπαμινική θεωρία της σχιζοφρένειας

Αν όμως η μονοαμινική θεωρία της κατάθλιψης συνιστά μια εξαιρετικά δημοφιλή και ιδιαίτερα διαδεδομένη άποψη της κυρίαρχης ψυχιατρικής, τότε η ντοπαμινική θεωρία της σχιζοφρένιας αποτελεί το Ιερό Δισκοπότηρο, τουτέστιν το θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο έχει οικοδομηθεί η άποψη περί βιολογικής αιτιολογίας των ψυχικών “ασθενειών”.

Ως προς τη ντοπαμινική θεωρία της σχιζοφρένειας θα πρέπει να σημειωθούν τα κάτωθι: λόγω βιολογικών περιορισμών του ανθρώπινου σώματος δεν είναι εφικτή η μέτρηση της ολικής ντοπαμίνης σε ζώντες ανθρώπους. Άρα όλες οι μετρήσεις γίνονται σε νεκρούς και από κει εξάγονται συμπεράσματα. Αρχικά να διευκρινίσουμε κάποια ζητήματα της ανθρώπινης βιολογίας. Από τη Βιολογία του Λυκείου-Γυμνασίου θυμόμαστε ότι η νευρική δραστηριότητα περιλαμβάνει τη μετάδοση ηλεκτρικών παλμών από το ένα νευρικό κύτταρο στο άλλο. Η μάζα του εγκεφάλου αποτελείται από ομαδοποιήσεις νευρωνικών κυκλωμάτων, καθεμία από τις οποίες διακρίνεται από τις υπόλοιπες από το είδος του νευροδιαβιβαστή που αποτελεί, ούτως ειπείν, το λιπαντικό της, τουτέστιν το χημικό που διευκολύνει το άλμα του ηλεκτρισμού από το ένα κύτταρο στο άλλο. Έτσι συναντάμε σεροτονικά κυκλώματα, ντοπαμινικά, και ούτω καθεξής. Η κίνηση του ηλεκτρικού παλμού (ή «ώσης») είναι αυστηρά μονόδρομη (πάντα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και ποτέ αντίστροφα) ενώ τα σημεία σύνδεσης των κυττάρων ονομάζονται συνάψεις. Στην επιφάνεια του κυττάρου-αποδέκτη της ηλεκτρικής ώσης υπάρχουν ειδικές “θέσεις” που ονομάζονται υποδοχείς. Ακριβώς σ’ αυτούς τους υποδοχείς είναι που “προσδένεται” ο νευροδιαβιβαστής, για παράδειγμα η ντοπαμίνη, με σκοπό να διευκολύνει την κίνηση του ηλεκτρικού σήματος.

Η έρευνα γύρω από τα βιολογικά αίτια της σχιζοφρένειας επικεντρώνεται στη μέτρηση της ολικής ντοπαμίνης στους εγκεφάλους “ασθενών“ και κατά δεύτερο λόγο στη μέτρηση των μετασυναπτικών υποδοχέων, δηλαδή των θέσεων πρόσδεσης που βρίσκονται πάνω στα κύτταρα-αποδέκτες. Ενδεχόμενη υψηλή ποσότητα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο ή αυξημένη παρουσία ντοπαμινικών υποδοχέων θα σήμαινε υπερλειτουργία του κυκλώματος ντοπαμίνης (όσο περισσότεροι υποδοχείς υπάρχουνε τόσο περισσότερη ντοπαμίνη προσδένεται και άρα η λειτουργία αυξάνει) και κατά συνέπεια διαταραχή του συναισθήματος. Ας δούμε τι έχει βρεθεί μέχρι και σήμερα.

Οι πιο μεγάλες μελέτες που έχουνε πραγματοποιηθεί έχουνε δείξει ότι υπάρχει η ίδια ποσότητα ντοπαμίνης και D2
υποδοχέων στους εγκεφάλους «ασθενών» και «υγιών».[18] Επίσης, όσον αφορά την προσδοκία κάποιων επιστημόνων ότι θα εντόπιζαν αυξημένους υποδοχείς ντοπαμίνης στους εγκεφάλους «ψυχωτικών», η έρευνα έδειξε ίδιο αριθμό D1 υποδοχέων[19] (οι ντοπαμινικοί υποδοχείς στον εγκέφαλό μας είναι πέντε τύπων D1-D5) ή μειωμένο αριθμό υποδοχέων[20]. Επίσης μεγάλο κομμάτι των ισχυρισμών περί της ντοπαμινικής προέλευσης της ψύχωσης έχει να κάνει με τα αποτελέσματα της χορήγησης διεγερτικών σε ανθρώπους όπως η κοκαΐνη, οι μεθαμφεταμίνες (κοινώς MDMA ή ecstasy) κλπ. που «μοιάζουν» με της ψύχωσης. Τα διεγερτικά είναι γνωστό ότι αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό την έκκριση ντοπαμίνης και άρα το σκεπτικό των επιστημόνων ήταν ότι, αφού τα συμπτώματα της δηλητηρίασης από κόκα ή ecstasy μοιάζουν με αυτά της ψύχωσης, άρα και η ψύχωση οφείλεται στην αυξημένη ντοπαμίνη. Όμως, όπως δείχτηκε τις προηγούμενες δεκαετίες, τα συμπτώματα της ψυχικής κρίσης από μεθαμφεταμίνη ή κόκα δεν έχουν καμία σχέση με την ιδιοπαθή ή «κανονική» ψύχωση και μόνο καταχρηστικά συγκρίνονται μαζί της. [21] Για παράδειγμα, η «ψύχωση» από ecstasy περιλαμβάνει ακραίο άγχος, αυξημένη σεξουαλική επιθυμία, οπτικές παραισθήσεις, έντονη κινητική δραστηριότητα, επαναλαμβανόμενες κινήσεις δίχως κάποιο νόημα κ.α. που σπανιότατα βλέπει κανείς στην «ιδιοπαθή» ψύχωση.

Κάποιοι επιστήμονες προτείνουν μια εξήγηση για τις περιπτώσεις εκείνες που όντως εντοπίζεται υψηλή ποσότητα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Έχει βρεθεί ότι η ντοπαμίνη αυξάνεται αισθητά σε «φυσιολογικά» άτομα όταν υπάρχουνε καταστάσεις ακραίου στρες.[22] Βρέθηκε ότι οι άνθρωποι που ακούνε φωνές ή έχουνε ακουστικές ή οπτικές παραισθήσεις έχουνε συνήθως αυξημένο άγχος.[23] Άρα, πιθανότατα, η αυξημένη ντοπαμίνη (αν και όταν εντοπίζεται) οφείλεται στο στρες λόγω των ασυνήθιστων βιωμάτων ή στο στρες της ψυχικής κρίσης και άρα είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία των ακραίων βιωμάτων.

Όπως βλέπουμε η τεκμηρίωση δυο απόλυτα διακριτών πόλων ψυχικής υγείας-ασθένειας όπου οι δυο δεν συναντώνται και συνυπάρχουν σε καμία πτυχή της κίνησης της ζωής και το πέρασμα από τον ένα στον άλλο μπορεί να εντοπιστεί με «αντικειμενική» βιολογική ακρίβεια, καταρρέει. Στα επόμενα μέρη θα συνεχίσουμε την εξέταση των θεωριών για την προέλευση της ψυχικής ασθένειας και τον ρόλο της ψυχιατρικοποίησης και βιολογικοποίησης ως προς αυτήν. Στο τελικό μέρος του άρθρου, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε κάποια θεμελιακά – για εμάς – σημεία για το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαμορφώθηκε το δίπολο ψυχική υγεία-ασθένεια και την λειτουργία του σήμερα.

 

Βιβλιογραφία

[1] T.B. Posey και Mary Losch (1983) “Auditory Hallucinations of Hearing Voices in 375 Normal Subjects” περιοδικό Imagination, Cognition and Personality τεύχος 2, σσ. 99-113

[2] R.P. Bentall και P.D. Slade (1985) “Reliability of Measure of Disposition towards Halucinations” περιοδικό Personality and Individual Differences τεύχος 6, σσ. 527-529

[3] H.F. Young, R. Bentall, P.D. Slade, M.E. Dewey (1986) “Dispositions towards Hallucinations, Gender and IQ score” περιοδικό Personality and Individual Differences τεύχος 7, σσ.247-249

[4] T R. Barett, J.B. Etheridge (1992) “Verbal Halucinations in Normals: I. People who Hear Voices” περιοδικό Applied Cognitive Psychology τεύχος 6, σσ. 379-387                                                              

[5] T. R. Barett, J.B. Etheridge (1993) “Verbal Hallucinations in Normals: ΙΙ. Self reported Imagery vividness” περιοδικό Personality and Individual Differences τεύχος 15, σσ. 61-67                            

[6] A. Y. Tien (1991) “Distribution of Hallucinations in the Population” περιοδικό Social Psychiatry & Psychiatric Epidemiology τεύχος 26, σσ. 287-292

[7] R.Poulton, A.Caspi, T. E. Moffitt, M. Cannon, R. Murray, H Harrington (2000) “Children’s self-reported Psychotic Symptoms and Schizophreniform Disorder: a 15-year old longitudinal study” περιοδικό Archives of General Psychiatry τεύχος 57, σσ. 1053-1058

[8] J. van Os, Μ. Hanssen, R. V. Bijl, A. Ravelli (2000) “Strauss (1969) revisited: A Psychosis Continuum in Normal population?” περιοδικό Schizophrenia Research τεύχος 45, σσ. 11-20

[9] G.H.Gallup και F.Newport (1991) “Belief in Paranormal Phenomena among adult Americans” περιοδικό Sceptical Inquirer τεύχος 15, σσ. 137-146

[10] E. Peters, S. Day, J. McKenna, G. Orbach (1999) “Delusional Ideation in Religious and Psychotic Populations”, περιοδικό British Journal of Clinical Psychology τεύχος 38, σσ. 83-96

[11] S.Newman και R.F. Baumeister (1996) “Towards an explanation of UFO abduction phenomenon”, περιοδικό Psychological Inquiry τεύχος 7, σσ. 99-126                                                                            

[12] N.P.Spanos, P.A.Cross, K.Dickson, S.C.DuBreuil (1993) “Close Encounters: examination of UFO experiences” περιοδικό Journal of Personality and Social Psychology τεύχος 102, σσ. 624-632                

[13] H. Verdoux, S. Maurice-Tison, B. Gay, J. van Os, R. Salamon, M. L. Bourgeois (1998) “A Survey of Delusional Ideation in Primary-care Patients” περιοδικό Psychological Medicine τεύχος 28, σσ. 127-134

[14] W.C.Drevets, E. Frank, J.C.Price, D.J.Kupfer, D.Holt, P.J.Greer, Y.Huang (1999) “PET imaging of serotonin 1A receptor binding in depression” περιοδικό Biological Psychiatry τόμος 46, σσ. 1375-1387

[15] P.A.Sargent, K.H.Kjaer, C.J.Bench, E.A.Rabiner, C.Messa, J.Meyer, R.N.Gunn, P.M.Grasby (2000) “Brain serotonin 1A receptor binding measured by positron emission tomography” (2000), περιοδικό Archives of General Psychiatry τόμ. 57, σσ.174-180

[16] R.V.Parsey, M.A.Oquendo, R.T.Ogden, D.M.Olvet (2006) ”Altered serotonin 1A binding in Major Depression” περιοδ. Biological Psychiatry τομ.59, σσ. 106-113

[17] M.Reivich, J.D.Amsterdam, D.J.Brunswick, C.Y.Shiue (2004) “PET brain imaging shows increased serotonin transporter availability in Major Depression” περιοδ. Journal of Affective Disorders, τομ. 82 σσ. 321- 327

[18] G.P.Reynolds & C.Czudek (1988) “Status of the dopaminergic system in post-mortem brain in schizophrenia” περιοδ. Psychopharmacology Bulletin τομ. 24, σσ. 345-347

[19] A.Cross, T.J.Crow, F.Owen (1981) “3H-Flupenthixol binding in post-mortem brains of schizophrenics: evidence for a selective increase” περιοδ. Psychopharmacology (Berl) τομ.74 σσ.122-124

[20] E.Hess, H.S.Bracha, J.Kleinman, I.Creese (1987) “Dopamine receptor subtype imbalance in Schizophrenia” περιοδ. Life Sci τομ.40, σσ.1487- 1497

[21] S.Snyder (1972) “Catecholamines in the brain as mediators of amphetamine psychosis” περιοδ. Archives General Psychiatry τομ.27, σσ. 169-179

[22] 1)C.M.Adler, I.Elman, N.Weisenfeld, L.Kestler, D.Pickar, A.Breier (2000) “Effects of acute metabolic stress on striatal dopamine release in healthy volunteers” περιοδ. Neuropsychopharmacology τομ.22, σσ. 545-550

2)A.Breier (1989) “A.E.Bennett award paper. Experimental approaches to human stress research: assessment of neurobiological mechanisms of stress in volunteers” περιοδ. Biological Psychiatry τομ.26, σσ. 438-462

3)J.M.Finlay & M.J.Zigmond (1997) “The effects of stress on central dopaminergic neurons: possible clinical implications” περιοδ. Neurochemistry Research τομ.22, σσ. 1387-1394 4)M.Frankenhaeuser, U.Lundberg, W.v.Rauste, J.von Wright (1986) “Urinary monoamine metabolites as indices of mental stress in healthy males and females” περιοδ. Pharmacology, Biochemistry & Behavior τομ.24, σσ. 1521-1525

[23] 1)C.M.Pariante, K.Vassilopoulou, D.Velakoulis, L.Phillips, B.Soulsby, D.Smith, A.R.Yung, I.M.Zervas (2004) “Pituitary volume in psychosis” περιοδ. British Journal of Psychiatry τομ.185, σσ. 5-10

2)R.Tandon, C.Mazzara, J.DeQuardo, K.A.Craig (1991) “Dexamethasone suppression test in schizophrenia: relationship to symptomatology, ventricular enlargement and outcome” περιοδ. Biological Psychiatry τομ.29, σσ. 953-964