Τι μένει στους εργαζόμενους να κάνουν, όταν ένα εργοστάσιο κλείνει;

Το α’ τρίμηνο του 2019 η εταιρεία Frigoglass, η οποία δραστηριοποιείται στην υαλουργία και την επαγγελματική ψύξη, εμφάνισε καθαρά κέρδη 2,03 εκ. ευρώ ενώ τον πέρυσι την ίδια περίοδο είχε ζημία 3,6 εκ. Τότε η εταιρεία δήλωνε πως «τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου ενισχύουν τις προσδοκίες για αύξηση πωλήσεων και βελτίωση του περιθωρίου κέρδους το 2019».[1] Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, θα ανακοίνωνε πως προχωρά στο κλείσιμο του εργοστασίου της στην Κάτω Αχαϊα. [2]

Κάπως έτσι, 91 εργαζόμενοι οδηγούνται στην ανεργία – χωρίς να συνυπολογίζουμε όλους αυτούς οι οποίοι εξαρτώνται έμμεσα οικονομικά από τη λειτουργία της μονάδας. Σύμφωνα με την εταιρεία, από πλευράς της έγιναν όλες οι δυνατές κινήσεις για να καταστεί ανταγωνιστικό-παραγωγικό το εργοστάσιο, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Αυτό που μένει τώρα είναι «να διαμορφωθούν από κοινού οι βέλτιστοι δυνατοί όροι και συνθήκες αποχώρησης των επηρεαζόμενων υπαλλήλων, σύμφωνα με τις δυνατότητες του Ομίλου». Φυσικά, ο όμιλος θα συνεχίσει σε άλλους πιο κερδοφόρους προορισμούς τις επενδύσεις του.

Οι εργαζόμενοι αντιδρούν. Ζητούν να μην κλείσει το εργοστάσιο. Στην Πάτρα έγινε μεγάλο συλλαλητήριο συμπαράστασης και με παρέμβαση του ΕΚ Πάτρας οργανώθηκε τριμερής συνάντηση των εργαζόμενων, του υπουργείου Εργασίας και της εταιρείας για να βρεθεί λύση.  Η σύσκεψη με το γ.γ. του υπουργείου Α. Νεφελούδη δεν είχε αποτέλεσμα. Η εταιρεία επιμένει να κλείσει το εργοστάσιο.

Τα τελευταία 10 χρόνια η παραπάνω αλληλουχία γεγονότων έχει παιχτεί πολλές φορές σε όλες τις εκδοχές της. Σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις – αργά ή γρήγορα – είχε το ίδιο αποτέλεσμα: η επιχείρηση να κλείσει, οι εργαζόμενοι να βγουν στην ανεργία.

Ανεξαρτήτως της ανικανότητας ή της διαφθοράς της διαχείρισης, μια εταιρεία κατά κύριο λόγο κλείνει επειδή αποτυγχάνει να σταθεί επιτυχώς απέναντι στους ανταγωνιστές της (κι επομένως να καταφέρει κάποια άλλη μονάδα να κλείσει και κάποιοι άλλοι εργαζόμενοι να μείνουν άνεργοι). Ειδικά σε περιόδους κρίσεων, αυτή η διαδικασία εντείνεται. Πριν φτάσει στην τελική απόφαση να κλείσει, η εταιρεία συχνά ζητά από τους εργαζόμενους να δεχτούν μειώσεις μισθών. Πολλοί το δέχονται με μεγάλη αυτοθυσία διότι μπροστά στον ορίζοντα της μακροχρόνιας ανεργίας (ειδικά αν εργάζονται για δεκαετίες ολόκληρες στον ίδιο χώρο), μοιάζει φαινομενικά με μια καλύτερη επιλογή – να δεχτούν κάποια «βραχυπρόθεσμα» μέτρα. Τέτοιες επιλογές ωστόσο συχνά απλώς επιβραδύνουν το κλείσιμο της μονάδας καθώς η ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης δεν εξαρτάται μονοσήμαντα από το μισθολογικό κόστος των προϊόντων της.

Τότε αρχίζουν κινητοποιήσεις, απεργίες και συναντήσεις με το υπουργείο. Όλες αυτές οι κινήσεις έχουν ένα στόχο: η εταιρεία να μην κλείσει τελικά τη μονάδα.

Ας σταθούμε στο εξής: ο παραδοσιακός συνδικαλισμός ωθεί τους εργαζόμενους να απευθύνονται στο κράτος να διαμεσολαβήσει μεταξύ αυτών και των καπιταλιστών όταν απειλούνται με μαζική ανεργία. Πρωτίστως όμως το ζήτημα – δηλαδή το κλείσιμο μιας επιχείρησης – προκύπτει από τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και συνεπώς δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω της παρέμβασης του συλλογικού οργανωτή των επιμέρους κεφαλαίων, το κράτος – ακόμα κι αν αυτό λόγω κοινωνικής πίεσης, αποφασίσει να παρέμβει. Γι’αυτό και στις περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις οι λύσεις τις οποίες προτείνει το οποιοδήποτε υπουργείο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αφορούν τη μετακύλιση μέρους του πάγιου κόστους της επιχείρησης στο κράτος και στη συνέχεια από το κράτος μέσω της φορολογίας στην μεγάλη πλειοψηφία. Για παράδειγμα, όταν προσδιορίζονται νέες ακόμη πιο χαμηλές, βιομηχανικές τιμές κατανάλωσης ενέργειας για ένα εργοστάσιο που απειλείται με κλείσιμο, η διαφορά των τιμολογίων, την οποία δεν πληρώνουν οι καπιταλιστές συσσωρεύεται ως έμμεση ζημία της ΔΕΗ και έπειτα το δημόσιο καλείται να την καλύψει.

 Την ίδια στιγμή ο καπιταλιστής-παράσιτο, στην ουσία λαμβάνει κρατικές επιδοτήσεις ως λύτρα για να μην απολύσει εργαζόμενους. Παρ’ όλα αυτά η επιχείρηση κάποια στιγμή κλείνει ούτως ή άλλως γιατί η αδυναμία της να σταθεί στην καπιταλιστική αγορά δεν είχε να κάνει απλώς με τα κόστη της αλλά τη συνολική της ανταγωνιστικότητα-παραγωγικότητα-κερδοφορία. Επομένως, το αποτέλεσμα του κρατικού παρεμβατισμού αυτού του τύπου είναι το εξής: καθυστέρηση των απολύσεων, επιδοτήσεις για το κεφάλαιο και φορολογία για την μεγάλη πλειοψηφία ως ότου κλείσει οριστικά η επιχείρηση. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε και για τα πολιτικά αποτελέσματα μιας τέτοιας τακτικής. Ουσιαστικά, οι εργαζόμενοι είναι διαρκώς εξαρτημένοι όχι μόνο από την εργοδοσία αλλά και από το ποια πολιτική δύναμη έχει αναλάβει την κυβερνητική διαχείριση, καθώς η δική της γενική στρατηγική επηρεάζει το αν θα συνεχίσει να επιδοτεί την εργοδοσία για να μην προχωρήσει σε απολύσεις.

Η άλλη εκδοχή της πολιτικής, η οποία ψάχνει στον παρεμβατισμό του κράτους την «λύση» είναι αυτή που λέει «κρατικοποίηση με εργατικό έλεγχο». Κατ’ αυτήν, αν το ιδιοκτησιακό καθεστώς άλλαζε από ιδιωτικό σε κρατικό με μέγιστη συμμετοχή στην διοίκηση της επιχείρησης από τους εργαζόμενους, τότε οι αντιφάσεις της λειτουργίας της εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής θα εξαφανίζονταν. Αυτή η θέση, στην ουσία, φετιχοποιεί την μορφή της ιδιοκτησίας (ιδιωτική ή κρατική) και συσκοτίζει  το ότι το Κράτος είναι  σύνολο μηχανισμών άσκησης ταξικής εξουσίας με αποτέλεσμα:

1) η ιδιοκτησία του καπιταλιστικού κράτους στην λογική της να εμφανίζεται ως γενικά καλύτερη για τους από κάτω σε σύγκριση με αυτή των ιδιωτών καπιταλιστών σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μπορεί να συνυπάρχει αρμονικά με δομές χειραφέτησης των εργατών.

2)να αποδίδεται στην κρατική ιδιοκτησία η φετιχιστική ιδιότητα της θωράκισης απέναντι στην λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς, δηλαδή να θεωρείται πως επειδή και μόνο οι εργαζόμενοι σε ιδιώτες θα γίνουν εργαζόμενοι του κράτους, δεν θα ανακύψουν οι οικονομικές αιτίες, οι οποίες οδήγησαν εξαρχής στο κλείσιμο της μονάδας και την απόλυσή τους. Αυτή η θεώρηση πως το κράτος διαθέτει παντοδυναμία θωράκισης παραβλέπει πως κάθε παραγωγή προϊόντων-υπηρεσιών η οποία εντάσσεται έμμεσα ή άμεσα στην αγορά και συνεπώς  έχει επιπτώσεις από αυτήν. Στον 20ο αιώνα, ακόμη και η πλήρης κρατικής ιδιοκτησία σε επίπεδο χώρας εντός μπλοκ χωρών με αντίστοιχη κρατική ιδιοκτησία δεν μπόρεσε να σταματήσει τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως ολότητα: ως παγκόσμια αγορά.

Αυτή η θεώρηση υποθέτει θα υπάρχει δυνατότητα συνεχούς κρατικού παρεμβατισμού για τη σωτηρία μιας επιχείρησης δηλαδή πως θα γίνεται διαρκή μετακύλιση του κόστους λειτουργίας της για να κρατηθεί ζωντανή.

Φυσικά, κανένα κράτος δεν μπορεί να μετακυλύει για πάντα το κόστος μιας επιχείρησης για να την κρατάει τεχνητά λειτουργική. Αν δεν επιτελεί κάποια πραγματική λειτουργία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αργά ή γρήγορα θα κλείσει. Και τότε το κράτος θα δράσει με τον πιο κατασταλτικό τρόπο απέναντι στους εργαζόμενους. Το κράτος είναι εργοδότης και ως τέτοιος θα σταθεί απέναντι στην εργατική τάξη – εκμεταλλευτικά και καταπιεστικά. Ακριβώς γι’αυτό δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει «κρατικοποίηση με εργατικό έλεγχο» καθώς αυτή θα συνεπαγόταν μια ουδέτερη σχέση ανάμεσα στην εργοδοσία και τους εργαζόμενους – δηλαδή ένα ουδέτερο κράτος-ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής. Ωστόσο, ούτε το κράτος είναι ουδέτερο, ούτε τα αφεντικά υπάρχουν έξω από την εκμεταλλευτική τους σχέση με τους εργάτες.

Ας επιστρέψουμε τώρα στο αρχικό ερώτημα μας: Τι μένει στους εργαζόμενους να κάνουν, όταν ένα εργοστάσιο κλείνει;

Δεν διεκδικούμε πως μπορούμε να δώσουμε μια ολοκληρωμένη θεωρητική απάντηση σε στρατηγικά και τακτικά ερωτήματα, στα οποία δεν υπάρχουν ως τώρα αντίστοιχες κινηματικές απαντήσεις – με εξαίρεση το εγχείρημα της ΒΙΟΜΕ. Στόχος ωστόσο αυτού του κειμένου είναι (και) να ξεκινήσει ένα διάλογο σχετικά με την απαιτούμενη κινηματική κατεύθυνση. Καταγράφουμε ως σημεία αφετηρίας ενός τέτοιου διαλόγου:

1)Οι εργαζόμενοι μπορούν να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουν στην παραγωγική διαδικασία μόνο όταν την ελέγχουν οι ίδιοι έξω από γραφειοκρατικές διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία και την αναζήτηση μιας πλασματικής, «καλής» κρατικοποίησης. Γι’αυτό το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουν-απαλλοτρίωσουν τον εργατικό χώρο. Σε αυτή την μάχη είναι κρίσιμη η ολόπλευρη στήριξη τους από την τοπική κοινωνία και το εργατικό κίνημα

2) Η πολιτική στήριξη για να αμυνθεί μια απαλλοτριωμένη επιχείρηση απέναντι στην κρατική καταστολή είναι αναγκαίος όρος για τη συνέχιση της ύπαρξης της, αλλά όχι επαρκής. Ξεκινάμε με την υλική παραδοχή πως κάθε τι υπάρχει εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η υπέρβαση του δεν είναι κάτι, το οποίο μπορεί να ολοκληρωθεί με την ανατροπή των καπιταλιστών ως τάξης σε εθνική κλίμακα (πόσο μάλλον στην κλίμακα μιας επιχείρησης). Απαιτούνται συνολικές οικονομικές-κοινωνικές διεργασίες σε παγκόσμιο επίπεδο για να υπερβούμε τη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς, της μισθωτής εργασίας και του χρήματος ως γενικού ισοδύναμου της αξίας.

Αυτή η παραδοχή σημαίνει πως μια απαλλοτριωμένη επιχείρηση θα πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει οικονομικά εντός καπιταλισμού και να παράγει μάλιστα τα αποτελέσματα, τα οποία αποτέλεσαν άμεση αιτία της κατάληψης της: καλοί μισθοί, σταθερή εργασία κλπ.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δυο τρόπους, οι οποίοι στοιχειοθετούν δυο ριζικά διαφορετικές οδούς. Η μια είναι καπιταλιστική, δηλαδή με αυτό-εκμετάλλευση και ωμή ανταγωνιστικότητα, η οποία στο εσωτερικό της θα παράγει ιεραρχία και γραφειοκρατικοποίηση ως την τελική μετατροπή σε μια «κανονική» καπιταλιστική επιχείρηση. Τηρουμένων των αναλογιών, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα αυτή η επιλογή του «καπιταλιστικού δρόμου» εξαρχής για τις οικονομίες χωρών στις οποίες υπήρξαν νικηφόρες επαναστάσεις ήταν βασική αιτία για την τελική αντεπαναστατική μετατροπή τους σε «κανονικά» καπιταλιστικά κράτη.

Αυτή η τάση έχει τις ρίζες της αφενός στον οικονομικό ανταγωνισμό στη βάση του καπιταλισμού και τις πιέσεις που ασκεί, αφετέρου στην πολιτική παραδοχή πως η αγορά και η μισθωτή εργασία είναι ανυπέρβλητοι παράγοντες που θα μας συντροφεύουν για πάντα.

Ο δεύτερος τρόπος λειτουργίας ξεκινά από την αφετηρία πως αν δεν θέλουμε να υπάρχουμε με βάση τις πιέσεις που μας ασκεί ο καπιταλισμός πρέπει να υπερβούμε την αγορά, τη μισθωτή εργασία, το χρήμα. Ως πρώτη διαπίστωση, αυτό σημαίνει πως η απαλλοτριωμένη επιχείρηση χρειάζεται να επεκταθεί κοινωνικά-οικονομικά με
α) τεχνική επαναστατικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας για την μέγιστη κάλυψη πραγματικών αναγκών. Σύνδεση με αντίστοιχα ανεξάρτητα επιστημονικά εγχειρήματα.
β) δικτύωση με άλλα εγχειρήματα για την προμήθεια πρώτων υλών και τη δημιουργία νέων δικτύων διανομής προϊόντων
γ) ενίσχυση παρόμοιων εγχειρημάτων για την κοινή επέκταση στον κάθε κλάδο ενάντια στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις
δ) κατάργηση της εσωτερικής αντίθεσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας ως κομμάτι της κατάργησης της ιεραρχίας και της γραφειοκρατίας
ε) κατάργηση της εξωτερικής αντίθεσης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης με τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Έτσι καταργείται στην πράξη και η τάση αντίληψης του κατειλημμένου χώρου ως «καπιταλιστική ιδιοκτησία των εργατών» και ενισχύονται οι δεσμοί αλληλεγγύης με όλη την κοινότητα.

3) Η υλοποίηση των παραπάνω κατευθύνσεων έχει ως όριο επέκτασης το ίδιο το κράτος ως συλλογικό καπιταλιστή. Μια αντι- και μετα-καπιταλιστική αυτό-οργανωμένη παραγωγική μονάδα θα βρει αναπόφευκτα μπροστά της την καπιταλιστική εξουσία, η οποία θα προσπαθήσει να επαναφέρει την κανονικότητα της αγοράς. Οι επιτυχίες της, οικονομικά και κοινωνικά, εντός του Κράτους θα αναδείξουν σε εμβρυακό επίπεδο τις δυνατότητες ενός άλλου τρόπου παραγωγής – και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη νίκη της – αλλά δεν μπορέσουν ποτέ να ολοκληρωθούν στις υπάρχουσες συνθήκες.

Ένας σύγχρονος και πραγματικός εργατικός έλεγχος χρειάζεται να ενταχθεί σε έναν στρατηγικό σχεδιασμό ανατροπής της άρχουσας τάξης, του κράτους και του τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, οι νίκες του εργατικού ελέγχου χρειάζεται να αποτελέσουν αφετηρία της διατύπωσης αυτού του σχεδιασμού.

Το παρόν κείμενο είναι μια προκαταρκτική εξέταση κρίσιμων ζητημάτων της σύγχρονης στρατηγικής. Την πυροδότησε η ανάγκη να σταθούμε πραγματικά αλληλέγγυοι στους εργαζόμενους της κάθε Frigoglass, τώρα και στο μέλλον. Ελπίζουμε κι αυτή με τη σειρά της να συμβάλλει σε μια ειλικρινή συζήτηση για την χειραφέτηση όλων μας.

Σημειώσεις

[1] Frigoglass: Κέρδη 2 εκατ. ευρώ το α’ τρίμηνο

[2] Σε διακοπή της παραγωγικής της δραστηριότητας στην Κάτω Αχαΐα προχωρά η Frigoglass