Ας μιλήσουμε για την Καταλονία


Στην επικράτεια της Καταλονίας την Κυριακή 1 Οκτώβρη διεξήχθη δημοψήφισμα με ένα και μόνο ερώτημα: «Επιθυμείτε να γίνει η Καταλονία ανεξάρτητο κράτος με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας;» Το δημοψήφισμα είχε προκηρυχθεί από την κυβέρνηση της αυτόνομης περιοχής της Καταλονίας, η οποία αποτελείται από συνασπισμό αστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με πρωθυπουργό τον Carles Puigdemont. Η κυβέρνηση σχηματίστηκε στις εκλογές του 2015 με βασικό προγραμματικό στοιχείο τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής από το ισπανικό κράτος. Στην τοπική καταλανική βουλή ο κυβερνητικός συνασπισμός κατάφερε να σχηματιστεί με ψήφο ανοχής από το αντικαπιταλιστικό, αντι-ΕΕ κόμμα CUP με ενοποιητικό στοιχείο το ζήτημα της ανεξαρτησίας.

Η ισπανική κυβέρνηση του PP με πρωθυπουργό το Mariano Rajoy έκρινε το δημοψήφισμα ως απειλή για την ακεραιότητα της χώρας, στη συνέχεια το ανώτατο δικαστήριο το έκρινε ως αντισυνταγματικό κι αυτό οδήγησε στην αποστολή περίπου 10,000 αντρών των ισπανικών δυνάμεων καταστολής  στην Καταλονία για να σταματήσουν τη διεξαγωγή του. Καθ’ όλη την εβδομάδα πριν την 1η του Οκτώβρη, οι ισπανικές δυνάμεις άσκησαν εκτεταμένη βία με αποτέλεσμα να υπάρξουν κοντά στους 1000 τραυματίες την Κυριακή, ενώ προσπάθησαν να εμποδίσει τη διαδικασία με κάθε μέσο: από το κλείσιμο των ιστοσελίδων της καταλανικής κεντρικής εφορευτικής επιτροπής ως την κλοπή των καλπών από τα εκλογικά κέντρα για την ακύρωση της.

Παρά την καταστολή όμως, υπήρξε μαζική αντίδραση για την υπεράσπιση του δημοψηφίσματος με δεκάδες χιλιάδες να σχηματίζουν αλυσίδες γύρω από τα εκλογικά κέντρα, επιτροπές στους χώρους δουλειάς, στα πανεπιστήμια κι στα σχολεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα παρά την βίαιη αντίδραση του ισπανικού κράτους, το 43% να καταφέρει να ψηφίσει με το 90% να τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας. Συνέχεια των μαζικών κινητοποιήσεων ήταν η πανεργατική απεργία στην Καταλονία στις 3 Οκτώβρη εν μέσω διαπραγματεύσεων για το μέλλον της περιοχής με την καταλανική κυβέρνηση να προσπαθεί να διαχειριστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Την ίδια ημέρα, ο Ισπανός μονάρχης Φελίπε με επίσημη ανακοίνωση καταδίκασε τους απεργούς και το δημοψήφισμα, καλώντας για επιστροφή στη συνταγματική νομιμότητα.

Στις 10 Οκτώβρη στη συνεδρίαση της καταλανικής βουλής ανακοινώθηκε η πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης ζήτησε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, αλλά ξεκαθάρισε πως η διαδικασία θα προχωρήσει μέσα από τη διαπραγμάτευση μιας ομαλής πορεία με την ισπανική κυβέρνηση. Την επόμενη μέρα, στις 11 Οκτώβρη, ο Rajoy ζήτησε από τον Puigdemont  να ξεκαθαρίσει αν κήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία, δηλώνοντας πως σε τέτοια περίπτωση θα γίνει χρήση του Άρθρου 155 του ισπανικού συντάγματος με σκοπό την αναστολή της αυτονομίας της περιοχής κι το πέρασμα της διακυβέρνησής της στην Μαδρίτη.

Τα παραπάνω ήταν μια σύντομη ανασκόπηση των γεγονότων. Παρ’ όλα αυτά το ζητούμενο δεν είναι μια χρονολογική παράθεση όσων συνέβησαν, αλλά η συμβολή στη διατύπωση μιας διεθνιστικής, επαναστατικής απάντησης στο ερώτημα που τέθηκε στην καταλανική κοινωνία και τις συνέπειες που αυτό είχε πανευρωπαϊκά.

Ως εκ τούτου, για να δοθεί επαρκώς μια τέτοια απάντηση καλούμαστε να εξετάσουμε τις διάφορες τοποθετήσεις, να αναλύσουμε τη μέθοδό κι τα συμπεράσματα τους εστιάζοντας στις απαντήσεις που δόθηκαν εντός του κινήματος.

Ας μιλήσουμε για το ισπανικό κράτος

Η καταστολή των τελευταίων εβδομάδων δεν ήταν παρά η έκφραση της σημασίας που αποδίδει η ισπανική αστική τάξη στη διατήρηση της εναιότητας του ισπανικού κράτους στην παρούσα μορφή του, δηλαδή αυτή του «καθεστώτος του 78’», του καθεστώτος που διαμορφώθηκε μετά το θάνατο του δικτάτορα Φράνκο μέσα από τη συνεργασία του μεγάλου κεφαλαίου, της μοναρχίας, κι των πρώην αξιωματούχων της δικτατορίας. Υπό αυτό το σύστημα, διασφαλίζεται η ηγεμονία του ισπανικού κεφαλαίου στη λήψη αποφάσεων στο ισπανικό κράτος, ενώ ταυτόχρονα παραχωρούνται πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα σε αυτόνομες περιοχές όπως η Καταλονία και η Χώρα των Βάσκων έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αποδοχή της ηγεμονίας αυτής από τα αστικά και μεσοαστικά στρώματα στις μειονοτικές περιοχές.

Η ανισομέρεια στις παραχωρήσεις από πλευράς του κράτους σε συνδυασμό με την οικονομική βαρύτητα της κάθε περιοχής συνολικά για την ισπανική οικονομία έχει επιδράσει και στις διαφορετικές μορφές που έχει πάρει το αυτονομιστικό κίνημα σε κάθε περιοχή καθώς και τη στάση της αντίστοιχης αστικής τάξης.

Για παράδειγμα, το δικαίωμα συλλογής φόρων που αποδόθηκε στη Χώρα των Βάσκων και στη Ναβάρρα μαζί με τις γενναίες επιδοτήσεις προς τους ντόπιους βιομήχανους οδήγησε στην πλήρη αντίθεση τους προς την αυτοδιάθεση των Βάσκων και τη ρητορική για μια μετριοπαθή αυτονομία εντός ενός «πιο ομοσπονδιακού κράτους». Αντίθετα, η πάλη για αυτοδιάθεση διατυπώνεται κατά βάση από εργατικές μάζες και οργανώσεις ριζωμένες σε αυτές. Επομένως, στο βασκικό κίνημα η υλοποίηση της εθνικής αυτοδιάθεσης ιστορικά περιλαμβάνει ως θεμελιώδες κομμάτι της την πάλη κατά των Βάσκων βιομήχανων και των αντεργατικών πολιτικών τους.

Το κράτος δεν έχει μόνο συνέχεια έχει και ιστορική εξέλιξη

Το «καθεστώς του ‘78» στην Ισπανία αντανακλά όσον αφορά τις ενδοαστικές σχέσεις, το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της κάθε (μετέπειτα) αυτόνομης περιοχής, το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις αντίστοιχες αστικές τάξεις και την φάση στην οποία βρισκόταν ο ισπανικός καπιταλισμός εκείνη την εποχή.

Ύστερα από 30 χρόνια οι συσχετισμοί αυτοί θα άλλαζαν. Περιοχές όπως η Καταλονία αναπτύχθηκαν με γοργούς ρυθμούς, φτάνοντας να παράγουν το 19% του ΑΕΠ της χώρα. Αυτό δε θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει την ανάγκη στην ντόπια αστική τάξη να διεκδικήσει μεγαλύτερη αυτονομία, αυτοδιοίκηση κι να ενισχύσει τις αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό της.

Κι αν οι Καταλανοί αστοί το 2009-10 ζητούσαν ισότιμο δημοσιονομικό-φορολογικό καθεστώς με τη Χώρα των Βάσκων αλλά και μείωση της φορολογίας τους, το ισπανικό κεντρικό κράτος για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση οδηγούνταν στην περαιτέρω συγκεντροποίηση των θεσμών και της οικονομικής πολιτικής του, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια διαπραγμάτευσης για περαιτέρω αυτονομία στην Καταλονία.[1] Παράλληλα, αύξησε σε όλα τα επίπεδα τις αντεργατικές επιθέσεις. Αυτό που σήμερα ερμηνεύεται από τους αστούς δημοσιογράφους ως «ανικανότητα διαπραγμάτευσης» του Rajoy με τους αυτονομιστές πέρα από ζητήματα ιδιοσυγκρασίας αντανακλά εν μέρει και τη θέση στην οποία βρίσκεται ο ισπανικός καπιταλισμός.

Τα ελάχιστα περιθώρια που έχει τροφοδοτούν και τη συνολική αντιδραστική στροφή της ηγεσίας του. Σε ολόκληρη την Ισπανία, στις συγκεντρώσεις ενάντια στο δικαίωμα των Καταλανών για αυτοδιάθεση σημαντικό ρόλο είχαν φασιστικές οργανώσεις που καλούσαν ανοιχτά σε αιματοκύλισμα της περιοχής. Η συμμετοχή τους έγινε με την ενεργή στήριξη του PP και του PSOE. Οι εικόνες σοσιαλδημοκρατών, φιλελεύθερων κι φασιστών σε κοινές διαδηλώσεις όπου τα ισπανικά ΜΑΤ ηρωοποιούνταν ως προστάτες της «έννομης τάξης» αποτελούν τη συμπύκνωση της τοποθέτησης των Ισπανών αστών.

Εκτός από δεξιά υπάρχει κι αριστερά πτέρυγα του καπιταλισμού

Μαζί με την εγχώρια σοσιαλδημοκρατία του PSOE που ξεσπάθωσε κατά του «καταλανικού εθνικισμού», όλη η διεθνής σοσιαλδημοκρατία καταδίκασε τις «μονομερείς ενέργειες των Καταλανών». Το σημείο διαφοροποίησης μεταξύ της «παραδοσιακής» σοσιαλδημοκρατίας του PSOE και της «ριζοσπαστικής» πτέρυγας της ήταν το ζήτημα της αστυνομικής καταστολής: το PSOE την επιδοκίμασε, ενώ ο θίασος Κόρμπυν, Μελανσόν κ.α. ζήτησε από την ΕΕ να διασφαλίσει πως δε θα υπάρξει «αντι-δημοκρατική», βίαιη καταστολή.

Οι αναφορές στη δημοκρατία που καταλύεται είναι βαθιά αντιφατικές, μεταφυσικές κι αυτό-αναιρούμενες. Η αστική δημοκρατία την οποία επικαλούνται οι σοσιαλδημοκράτες είναι η πολιτειακή μορφή που διασφαλίζει τη συνέχεια του του Κράτους. Κι όταν η συνοχή του απειλείται – κι πράγματι ένα αποσχιστικό κίνημα την απειλεί – τότε είναι η ίδια η αστική δημοκρατία που επιβάλλει τη χρήση βίας για την προστασία του Κράτους – ενός κράτους του οποίου την ενιαιότητα στηρίζουν.

Σε εγχώριο επίπεδο, το Podemos αμφιταλαντεύτηκε μεταξύ της συμμετοχής στις ισπανικές εθνικιστικές πορείες, της καταδίκης της καταστολής, της καταδίκης της βίας «απ’ όπου κι αν προέρχεται» για να καταλήξει τελικά να ψηφίζει λευκό αρχικά κι στη συνέχεια δια στόματος της πολυδιαφημισμένης «κινηματικής δημάρχου» της Βαρκελώνης, Άντα Κολάου να καταδικάζει το δημοψήφισμα κι να δηλώνει την Κυριακή 8 Οκτώβρη πως «Τα αποτελέσματα (του δημοψηφίσματος της 1ης Οκτωβρίου) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας».[2] Η τοποθέτηση του Podemos ολοκληρώθηκε με την ελπίδα πως οι 2 λαοί από κοινού θα αποφασίσουν για το μέλλον της Καταλονίας ενάντια σε όλες τις εθνικιστικές υστερίες.

Το να ζητάς από κοινού να αποφασίσουν αυτός που κατέχει το μονοπώλιο της βίας κι αυτός στον οποίο ασκείται αυτό το μονοπώλιο, είναι ταυτόσημο με το να αρνείσαι στο δεύτερο το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος ελεύθερα για το μέλλον του.

Στην Ελλάδα, η αφηρημένη συναδέλφωση των λαών ενάντια στους εθνικισμούς στα χέρια των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έφτασε στα ύψη της φαρσοκωμωδίας στο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος καταδίκασε το δημοψήφισμα ως ενδοαστική αντιπαράθεση άνευ σημασίας για την εργατική τάξη της Καταλονίας, η οποία δεν πρέπει να παλέψει υπό ξένες σημαίες. Ο «διεθνιστής» στα έξω, συνεργάτης των εθνικιστών ΑΝΕΛ στα μέσα, Σαραντάκος βέβαια ήταν ειλικρινής στην κατακλείδα του άρθρου του:

Πάντως, η απόσχιση εδαφών έξω από πλαίσια νομιμότητας ανοίγει ασκούς του Αιόλου (ναι, ασκούς, τι να προφτάσει ένα τσουβαλάκι) για άλλες περιοχές, πιο κοντινές μας -κοιλάδα του Πρέσεβου, Θράκη, γιατί όχι και Κρήτη[3]

Παρά τις υπερβολές περί Θράκης κι Κρήτης, αναδεικνύεται μια βασική αλήθεια: ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ενάντιος στο δικαίωμα της αυτοδιάθεση των Καταλανών είναι η ανησυχία του για τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να έχει στα Βαλκάνια και τη Μ. Ανατολή για τα συμφέροντα της δικής μας αστικής τάξης.

Άλλωστε, κομμάτι της νομικής επιχειρηματολογίας υπέρ της ανεξαρτησίας στην Καταλονία είναι το προηγούμενο της μονομερούς διακήρυξης ανεξαρτησίας του Κοσόβου το 2008, το οποίο η Ισπανία δεν έχει αναγνωρίσει ως ανεξάρτητο κράτος, ακριβώς διότι δε θέλει να νομιμοποιήσει το μονομερές δικαίωμα στην απόσχιση.

Παρόμοιες διεργασίες λαμβάνουν χώρα κι στο Ιρακινό Κουρδιστάν με τις ΗΠΑ – μέχρι πρότινος βασικούς υποστηρικτές των Κούρδων στο Β. Ιράκ – να καταδικάζουν το δημοψήφισμα για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Σ’αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αναγνωστεί κι η διπλή δήλωση στήριξης του προέδρου Τραμπ και εν μέρει της ΕΕ προς την ισπανική κυβέρνηση κι ενάντια στο καταλανικό δημοψήφισμα.

Αναζητώντας το κίνημα στα σοκάκια της Βαρκελώνης

Η ισπανική κυβέρνηση κι ο βασιλιάς Φελίπε είναι ενάντια στο δημοψήφισμα διότι υπερασπίζονται τα συμφέροντα των Ισπανών αστών. Το ίδιο κι η ντόπια σοσιαλδημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ίδια θέση για τα συμφέροντα των δικών του αστών. Ο Τραμπ για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, κι η ΕΕ διότι δε θέλει να καταρρεύσει μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες της λόγω απόσχισης. Επομένως, ανεξαρτήτως επιχειρηματολογίας όλοι είναι υπέρ της καταστολής και κατά κάθε δικαιώματος στην αυτοδιάθεση.

Οι δυνάμεις του κινήματος τι άποψη έχουν;

Το ΚΚΕ επαναλαμβάνοντας με περίσσεια ταξική φρασεολογία τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει πως:

«καταδικάζει τη βάρβαρη κρατική βία και καταστολή, που άσκησε η ισπανική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια του χθεσινού δημοψηφίσματος στην Καταλονία. Αυτή η πολιτική οξύνει εθνικιστικές και διχαστικές λογικές κι απ’ τις δυο πλευρές, ενώ τροφοδοτεί τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς στην Ισπανία, που είναι ξένοι προς τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα.

Τέτοιες ενέργειες, που θέτουν ζήτημα αλλαγής συνόρων, ανοίγουν επικίνδυνους δρόμους και συγκαλύπτουν το αντικειμενικό γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας οξύνεται ακόμη περισσότερο σε όλες τις χώρες. [..]Μόνο σε μια σοσιαλιστική Ισπανία μπορούν να ικανοποιηθούν οι λαϊκές ανάγκες, να επιλυθούν ζητήματα σεβασμού των εθνικών, ιστορικών, πολιτιστικών παραδόσεων.»[4]

Συνεπώς, σύμφωνα με το ΚΚΕ το δημοψήφισμα: 1) εκφράζει ενδοαστικούς ανταγωνισμούς  2) τα ζητήματα «εθνικών παραδόσεων»  μπορούν να επιλυθούν μόνο σε μια σοσιαλιστική Ισπανία 3) καταδικάζει κάθε αλλαγή συνόρων ως αποπροσονατολισμό από την ταξική πάλη 4) καταδικάζει τον ισπανικό κι τον καταλανικό εθνικισμό ως εξίσου επικίνδυνους 5) τέλος, καταδικάζει τη βία του ισπανικού κράτους.

Παρόμοια στάση απέναντι στο δημοψήφισμα είχε αρχικά κι διατηρεί μερικώς η αναρχοσυνδικαλιστική εργατική ομοσπονδία CGT, η οποία αν κι βρίσκεται στον αντίποδα του μετασταλινικού ΚΚΕ καταλήγει να προσεγγίζει (με μια πιο αντι-κρατική χροιά) την τοποθέτησή του ανά σημεία. Η συζήτηση κι διαπάλη εντός της CGT, η οποία ορθώς έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με τα αντικαπιταλιστικά σχήματα στη γενική απεργία της 3 Οκτώβρη, αποτυπώνεται στην αθρογραφία του Tomás Ibáñez, στην εφημερίδα της CGT “Κόκκινο και Μαύρο”:

«Ήταν τεράστια η ισχύς του αφηγήματος που βασίστηκε στο «δικαίωμα του αποφασίζειν» στην κάλπη και στην απαίτηση της ελευθερίας του εκλέγειν. Επιπλέον, κατάφερε να αποκρύψει το γεγονός ότι όλα αυτά ήταν μέρος της καμπάνιας της κυβέρνησης για να προωθήσει αυτό το αφήγημα.

Και είναι ακριβώς αυτή η πτυχή που δεν πρέπει να υποτιμούν αυτοί που, χωρίς να είναι εθνικιστές, βλέπουν στις κινητοποιήσεις υπέρ του δημοψηφίσματος μια ευκαιρία την οποία οι ελευθεριακοί δεν θα έπρεπε να χάσουν, ώστε να ανοίξουν χώρους δυνατοτήτων −αν όχι επαναστατικών, τουλάχιστον φορέων ισχυρής κοινωνικής αναταραχής− και να ριχτούν στη μάχη που φέρνει αντιμέτωπες τις κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Καταλονίας.

Δεν πρέπει να την υποτιμούν. Διότι όταν ένα κίνημα πάλης είναι σε μεγάλο βαθμό εθνικιστικό, κι έτσι είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι πιθανότητες μιας απελευθερωτικής αλλαγής είναι  απολύτως μηδενικές .»[5]

Για τον Ibáñez, η καταστολή είναι υπαρκτή αλλά είναι αποτέλεσμα ενδοαστικών- ανταγωνισμών, κι είναι το αφήγημα της καταλανικής κυβέρνησης το οποίο είναι ο τροφοδότης κι ηγεμόνας των κινητοποιήσεων, οι οποίες εν τέλει είναι ελεγχόμενες από αυτήν κι έχουν σε «μεγάλο βαθμό εθνικιστικό» πρόσημο.

Η διερεύνηση των παραπάνω θέσεων εντός του κινήματος απαιτεί την εξέταση τριών επιμέρους ζητημάτων: 1)τι συνιστά δικαίωμα στην αυτοδιάθεση; 2)τι ζητούν οι Καταλανοί αστοί; 3)γιατί βγήκαν στους δρόμους οι Καταλανοί εργάτες; .

Ψιλά γράμματα στο κενό μεταξύ πράξεων κι συνθημάτων

Αν στα λόγια όλες οι οργανωμένες δυνάμεις του κινήματος αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, όταν έρχεται η ώρα για την υλοποίηση του, τότε μπαίνουν μια σειρά προϋποθέσεις οι οποίες μετατρέπουν τη διεθνιστική αλληλεγγύη προς τους υποτελείς σε καταδίκη της προσπάθειάς τους να σηκώσουν κεφάλι. Κι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά σύμπραξη με τον εθνικισμό της άρχουσας τάξης ενάντια στις μειονότητες. Σύμπραξη δηλαδή με τον κρατικό εθνικισμό στο όνομα της πάλης κατά του «αναδυόμενου εθνικισμού».

Πρώτον, πρέπει να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στον κρατικά επιχορηγούμενο, με στρατό κι ναυτικό, εθνικισμό του κυρίαρχου κεφαλαίου και αυτόν μιας μειονότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, κινδυνεύουμε να εξισώσουμε τον ισπανό ΜΑΤα που ρίχνει το ξύλο με την 80χρονη που πήγε να ψηφίσει κι δέχτηκε το ξύλο. Αυτό που ονομάζεται μειονοτικός εθνικισμός δεν είναι ο εθνικισμός ενός υπαρκτού κράτους με παγιωμένα αστικά συμφέροντα. Η πολιτική οικονομία του κάθε «εθνικισμού» δεν επιτρέπει μια τέτοια ταύτιση κι σύγκριση. Η τεχνητή ταύτιση τους μπορεί να οδηγήσει μόνο σε αντιδραστικά συμπεράσματα κι υποτίμηση των πραγματικών καθηκόντων της πραγματικής ζωής. Ιστορικά, όποιος ταύτισε τον Παλαιστινιακό με τον Ισραηλινό «εθνικισμό», τον Ιρλανδικό με το Βρετανικό, απλώς έδωσε άλλοθι κι αθώωσε τους καταπιεστές του υπαρκτού κράτους.

Ειδικά, στην περίπτωση της Καταλονίας ποτέ δεν εκδηλώθηκε κανένα ρατσιστικό παραλήρημα, καμία φασιστική ρητορική στο αυτονομιστικό κίνημα σε αντίθεση με τις διαδηλώσεις υπέρ της Ισπανίας, στις οποίες πρωταγωνίστησαν τα απομεινάρια της δικτατορίας του Φράνκο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσπάθεια της καταλανικής αστικής τάξης να στρέψει τους καταλανούς εργάτες ενάντια στους εργάτες των φτωχών ισπανικών περιοχών με το επιχείρημα «η φορολογία αυξήθηκε γιατί πληρώνουμε για τους τεμπέληδες του νότου». Απέναντι σ’ αυτό το χιλιοφορεμένο παραμύθι το εργατικό κίνημα απάντησε διεθνιστικά εστιάζοντας στην κεντρική κυβέρνηση και τις ευθύνες του καταλανικού κεφαλαίου.

Αυτή είναι κι η μόνη δυνατότητα διεθνιστικής αλληλεγγύης. Η πάλη ενάντια στα αφεντικά κι η αναγνώριση της πλήρους ισοτιμίας μεταξύ τους. Εκεί βρίσκεται η ουσία του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Στη δυνατότητα για κάθε εθνοτική ομάδας αν η ίδια το θελήσει να αποσχιστεί από το κυρίαρχο κράτος.

 Δηλαδή: η ισότητα μεταξύ των εθνών προϋποθέτει τη δυνατότητα για μια μειονότητα να αλλάξει τα σύνορα του κυρίαρχου κράτος κι να δημιουργήσει δική της κρατική υπόσταση. Άρα: όταν το ΚΚΕ χαρακτηρίζει την αλλαγή συνόρων ως επικίνδυνη, στην πράξη τάσσεται υπέρ της ενότητας του ισπανικού κράτους κι ενάντια στην αυτοδιάθεση των Καταλανών. Και έτσι, όταν το ΚΚΕ καταδικάζει την καταστολή αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ανούσια δήλωση, καθώς όταν στηρίζεις το Κράτος δεν μπορείς παρά να στηρίζεις κι την προστασία του μονοπωλίου του να αποφασίζει για τα σύνορά του.

Ωδή στην ενδοαστική πάλη που δεν ήταν εκεί

Ας περάσουμε τώρα στους περίφημους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς. Χωρίς καμία ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της καταλανικής αστικής τάξης, χωρίς κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει πως για το καταλανικό κεφάλαιο είναι ζωτικής σημασίας η απόσχιση, μερίδα της CGT, το ΚΚΕ, κι διάφοροι κυβερνητικοί σαλτιμπάγκοι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως το δημοψήφισμα δημιουργήθηκε από τους καταλανούς αστούς που λίγο-πολύ κορόιδεψαν τους αφελείς εργάτες για να το στηρίξουν. Το μόνο τεκμήριο τους είναι η ανάγνωση της επιφάνειας του ζητήματος: το δημοψήφισμα το κάλεσε ένας αστικός κυβερνητικός συνασπισμός.

Κι όμως, ο συνασπισμός αυτός προέκυψε από τη διάσπαση του παραδοσιακού αστικού κόμματος, μια διάσπαση στην οποία αποτυπώθηκε η διάσπαση της συμμαχίας μεταξύ του μεγάλου βιομηχανικού-χρηματιστηριακού κεφαλαίου που επιθυμεί μεγαλύτερη αυτονομία (με έλεγχο στην φορολογία) αλλά όχι απόσχιση – κι έβλεπε το δημοψήφισμα ως μέσο πίεσης προς αυτό –  κι μικροαστικών κι μεσοαστικών στρωμάτων που επιθυμούν τη συγκρότηση μιας δικής τους εθνικής αγοράς για να μπορέσουν να αναπτυχθούν οικονομικά μακριά από τον συγκεντρωτικό ρόλο της Μαδρίτης.

Το μεγάλο σχίσμα στους Καταλανούς αστούς έγινε εμφανές τη μέρα της απεργίας: η ένωση του μεγάλου κεφαλαίου Foment del Treball Nacional καταδίκασε την απεργία, ενώ ο σύνδεσμος μικρών επιχειρήσεων CECOT την υποστήριξε κλείνοντας εθελοντικά τα καταστήματα του σε συμφωνία με τα γραφειοκρατικά συνδικάτα κι την καταλανική κυβέρνηση, η οποία προσπάθησε να περάσει το μήνυμα πως «στις 3 Οκτώβρη απεργεί όλο το έθνος».  

Φυσικά, αυτό όχι μόνο δεν έπεισε τους Καταλανούς καπιταλιστές αλλά οδήγησε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις να μεταφέρουν τις έδρες τους εκτός Καταλονίας – οι ίδιες εταιρίες που στις φαντασιακές, ανυπόστατες αναλύσεις των προηγούμενων εβδομάδων προωθούσαν την ανεξαρτησία!  Από την CaixaBank, τη μεγαλύτερη τράπεζα της περιοχής κι τρίτη μεγαλύτερη της Ισπανίας ως τον κολοσσό των τηλεπικοινωνιών Cellnex όλοι μετέφεραν τις έδρες τους στην Ισπανία κι μάλιστα στη Μαδρίτη.[6]

Ως σήμερα, οι ρητές δηλώσεις των ανώτερων αξιωματούχων της ΕΕ πως η Καταλονία θα βρεθεί εκτός ΕΕ αν κηρύξει μονομερή ανεξαρτησία, επιτάχυναν τις τάσεις επιστροφής των Καταλανών αστών στην αγκαλιά της Μαδρίτης – την οποία μάλλον ποτέ δεν εγκατέλειψαν. Ο καταλανικός καπιταλισμός εξάγει κατά 80% στην υπόλοιπη Ισπανία κι αυτό που πάντα επιθυμούσε είναι ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την εξάπλωση του. Μπροστά στο δίλημμα εκτός Ισπανίας-ΕΕ-Ευρωζώνης ή παραμονής στην Ισπανία με το παρόν καθστώς, η επιλογή για αυτό είναι ξεκάθαρη όπως διατύπωθηκε κι μέσα από την ανακοίνωση του think-tank του καταλανικού κεφαλαίου Círculo d‘Economia κατά το οποίο η ανεξαρτητοποίηση θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα κι πρέπει να αποφευχθεί.

Η τάξη που θέλει κι μπορεί

Η καταλανική αστική τάξη εξαρχής στάθηκε απροετοίμαστη, διαιρεμένη, ανίκανη να αποφασίσει για το μέλλον της εν μέσω οικονομικής κρίσης, ετεροκαθοριζόμενη σε κάθε της βήμα από τους ενδοαστικούς κι ταξικούς της αντιπάλους. Μπήκε σε μια διαδικασία πάλης για μια ανεξαρτησία που δεν ήθελε, με εχθρούς εναντίον των οποίων δεν ήθελε να αγωνιστεί, με την ελπίδα πως η ΕΕ θα τη σώσει από τη μίζερη θέση στην οποία βρέθηκε, κι την αγωνία πως οι μαζικές κινητοποιήσεις «δε θα πάνε πολύ μακριά». Η ομιλία του πρωθυπουργού Carles Puigdemont στις 10 Οκτώβρη έδειξε ακριβώς αυτή την αμφιταλάντευση απέναντι στο Ισπανικό κράτος κι την αδυναμία χάραξης πορείας για το αύριο της Καταλονίας.

Κάπως έτσι μοιάζει η ζωντανή ταξική πάλη, κι σ’αυτήν πρέπει να παρεμβαίνουμε τολμηρά χωρίς στρατηγικές εκπτώσεις κι χωρίς υπαναχωρήσεις στην ασφάλεια της αναμονής για τη μέρα που τα ταξικά στρατόπεδα θα είναι όμορφα τακτοποιημένα κι ελέγξιμα όπως τα περιμένουμε στους θεωρητικούς μας υπολογισμούς.

Η πάλη για ανεξαρτησία πήρε σάρκα κι οστά όταν η εργατική τάξη της Καταλονίας πήρε ενεργά θέση. Κι αυτό συνέβη στην κρίση. Διότι αν και η τοποθέτηση της δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε κάποιο «ντούρο» ταξικό ποίημα, εκκινεί από τα ταξικά της συμφέροντα που βλέπει να καταπατώνται με τη νομοθεσία του κεντρικού ισπανικού κράτους στα χέρια του ντόπιου κεφαλαίου. Οι καταλανοί εργάτες δεν έφτασαν στο συμπέρασμα πως χρειάζονται ανεξαρτησία επειδή απλώς κατάπιαν τα παραμύθια των καταλανών αστών.

Με τις απεργίες τους (ενάντια στους ντόπιους βιομήχανους) κέρδισαν την αύξηση του κατώτατου μισθού, κι ενώ αυτό αναγκάστηκε η καταλανική βουλή να το ψηφίσει το 2017, το ισπανικό κεντρικό κράτος απέσυρε το νόμο. Γι’αυτό βλέπουν την ανεξαρτησία ως μέσο υλοποίησης των διεκδικήσεων τους, ως μέσο δημιουργίας μιας άλλης κοινωνίας.

Το να οραματίζεσαι μια άλλη κοινωνία δε σημαίνει πως θα φτάσεις εκεί και δε σημαίνει πως αυτή θα είναι αταξική. Αλλά σημαίνει πως αν παλέψεις μέχρι τέλους, αν ξεκαθαρίσεις το πρόγραμμά σου, έχεις τη δυνατότητα να φτάσεις εκεί.

Η καταλανική εργατική τάξη είχε κι έχει αυταπάτες για την ΕΕ. Αυταπάτες οι οποίες έσπασαν κι σπάνε όσο αντικειμενικά μάχεται ενάντια στην ΕΕ. Ήταν η πάλη για την ανεξαρτησία η οποία της έσπασε.

Σε κάθε βήμα του δημοψηφίσματος η συνδιαλλαγή με το κράτος κι το κεφάλαιο ή ενάντια σε αυτό, έμπαινε ως προϋπόθεση για την προστασία της αυτοδιάθεσης. Στις σχολές, οι φοιτητές κλήθηκαν να οργανώσουν ανεξάρτητες ή εξαρτημένες από τις πρυτανείες επιτροπές για την άμυνα των εκλογικών κέντρων. Αυτή τη μάχη την κέρδισε η αυτό-οργάνωση. Μπορεί να υπάρξει εμβάθυνση;

Στην απεργία της Τρίτης, οι εργάτες κλήθηκαν να κλείσουν μόνοι τους τα καταστήματα ή να συνεννοηθούν με τα αφεντικά για την ώρα της απεργίας όπως του παρακινούσαν οι γραφειοκρατίες. Αυτή τη μάχη για τώρα την κέρδισαν η CGT κι τα αντικαπιταλιστικά συνδικάτα.

Το να νικάς στις μάχες όμως, δε σημαίνει να κερδίζεις στον πόλεμο. Τα ζωντανά κινήματα πάντα έχουν αντιφάσεις, η επίλυση των οποίων μπορεί αποτελέσει επαναστατικό άλμα ή αντιδραστική υποχώρηση. Το ζητούμενο σήμερα είναι αφενός να μην υποτιμηθεί από εργατικές επαναστατικές δυνάμεις όπως η CGT, η πάλη για την ανεξαρτησία κι η ριζοσπαστικοποίηση που γεννά στις μάζες αφετέρου από δυνάμεις όπως το CUP να μην υποτιμήσουν τον ταξικό αντίπαλο θεωρώντας πως είναι ελέγξιμος λόγω της διάσπασης του, να μην του επιτρέψουν καμία πρωτοβουλία κινήσεων για τις επόμενες κρίσιμες αποφάσεις. Η προώθηση της ανεξαρτησίας δεν μπορεί να γίνει μέσω “συμβολικών” ενεργειών κι “πίεση στη διεθνή κοινότητα” όπως δήλωσε πρόσφατα ηγετικό στέλεχος του CUP.[7] Τέτοιες θέσεις το μόνο που κάνουν είναι να ανοίγουν χώρο για την εδραίωση μια αστικής ηγεμονίας στο κίνημα.

Οι οργανωμένες δυνάμεις πρέπει να θέσουν στο κίνημα το ζήτημα της πολιτικής σύγκρουσης – μέσω των μαζικών αυτο-οργανωμένων θεσμών κι των σωματείων – με το καταλανικό κεφάλαιο και τους εκβιασμούς του για να μην υλοποιηθεί η απόφαση του δημοψηφίσματος. Δηλαδή θα πρέπει να δώσει μάχη για την ταξική κατεύθυνση που αυτό θα πάρει. Κι στην αναζήτηση των διεθνών συμμαχιών του πρέπει να στραφεί πρώτα απ’όλα στους εργάτες της υπόλοιπης Ισπανίας κι στα κινήματα των άλλων χωρών, αντί για τη «διεθνή αστική κοινότητα» που στήριξε την καταστολή κατά του δημοψηφίσματος.

 Το δημοψήφισμα αποτέλεσε την αρχή, αλλά δεν μπορεί να είναι η ολοκλήρωση της ανεξαρτητοποίησης. Αντίθετα, είναι ο βαθμός κινητοποίησης και οργάνωσης των χιλιάδων που κατέβηκαν στους δρόμους η οποία μπορεί να αποτελέσει τη συνέχεια του. Κι αυτή απαιτεί τη συνολική πάλη ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου για μια Καταλονία των ταξικών αναγκών κι επιθυμιών.

Σημειώσεις

[1] Why Secession and Why Now? : The Political Economy of Catalonia’s Push to Exit Spain, Julia Steffen

[2] Κατά της μονομερούς ανακήρυξης ανεξαρτησίας της Καταλωνίας η δήμαρχος της Βαρκελώνης

[3] Η σημαία με τις κίτρινες και τις κόκκινες ρίγες

[4] ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΟΝΙΑ

[5] Δύο κείμενα του Τόμας Ιμπάνιεθ για το ζήτημα της Καταλονίας

[6] The companies leaving Catalonia in the face of political uncertainty

[7] Catalonia: From Referendum to Republic?

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+