Αντιφάσεις και Αντιστάσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και πολλές φορές καθορίζει τις καθημερινές κουβέντες , πόσο μάλλον σε μια περίοδο σαν αυτή του Μουντιάλ το καλοκαίρι. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο δεν παραμένει μόνο άλλο ένα άθλημα αλλά κάτι πολύ παραπάνω που αντανακλά την κοινωνία και αντανακλάται σε αυτήν. Έτσι υπάρχει με τεράστιες και πολύπλευρες αντιφάσεις και αντιθέσεις.

Πρώτη αντίφαση και πιο χαρακτηριστική της εποχής που ζούμε, είναι η τόσο οφθαλμοφανής αντίθεση που υπάρχει στο ποδόσφαιρο: αφενός σωματεία, παίκτες, διαφημιστικές κλπ. και αφετέρου ο απλός ο κόσμος, οι εργαζόμενοι που δέχονται την καταπίεση καθημερινά από τα αφεντικά. Το καλοκαίρι του ‘14 στο Μουντιάλ της Βραζιλίας είχαν προκαλέσει σοκ οι εικόνες με τις φαβέλες και την φτώχεια , με παιδιά που δεν έχουν να φορέσουν παπούτσια δίπλα στα διαμαντένια γήπεδα των εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων. Όσοι βέβαια προσπάθησαν να αντιδράσουν δέχτηκαν βίαιη καταστολή και διώξεις επειδή κατά το κράτος χάλαγαν αυτήν την όμορφη ποδοσφαιρική γιορτή. Ένα πανό σε διαδήλωση πριν το τελικό έγραφε «Ονομάστε με Νεϊμάρ και ασχοληθείτε με την υγεία μου» και περιγράφει πολύ ωραία πως το αυτονόητο γίνεται παράλογο και κανονικότητα σε αυτή την κοινωνία όπου όλοι μπορούν να βλέπουν «μπαλίτσα» και συνάμα να εθελοτυφλούν.

Στο ίδιο πλαίσιο βλέπουμε την πλέον συναρπαστική μεταγραφή: αυτή του Κ.Ρονάλντο στην Γιουβέντους  με κόστος πάνω από 200εκ. ευρώ και συμβόλαιο 30εκ. ετησίως . Η οικογένεια Ανιέλι είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Γιουβέντους και του ομίλου Fiat, με την Fiat να είναι ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους του συλλόγου.  Για ακόμη μία φορά η αντίθεση κεφαλαίου εργασίας βγάζει είναι εξόφθαλμη στο ποδόσφαιρο με ένα άτομο να παίρνει όσα δεν θα πάρουν όλοι οι εργαζόμενοι της Fiat μαζί ποτέ. Το κωμικοτραγικό είναι πως οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που παράγουν τον πλούτο ώστε να μπορεί η οικογένεια Ανιέλι να παίρνει τον Ρονάλντο (την ιμιτασιόν εκδοχή ) και κάθε Ρονάλντο. Για αυτό τον λόγο και οι εργάτες της Fiat εκείνες τις ημέρες ξεκίνησαν απεργία με την ανακοίνωση:

«Αντιμέτωποι με τόση ενοχή δεν μπορούμε από το να προχωρήσουμε σε απεργία. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι ενώ οι εργαζόμενοι εξακολουθούν για χρόνια να κάνουν τεράστιες οικονομικές θυσίες η ίδια η εταιρεία αποφασίσει να δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την αγορά ενός ποδοσφαιριστή. Μας λένε ότι η στιγμή είναι δύσκολη. Και ενώ οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους σφίγγουν όλο και περισσότερο τις ζώνες τους, η εταιρεία αποφασίζει να επενδύσει πολλά χρήματα σε μόνο έναν άνθρωπο! Είναι εντάξει; Είναι φυσιολογικό για ένα άτομο να κερδίζει εκατομμύρια και χιλιάδες οικογένειες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν έως τα μέσα του μήνα;

Είμαστε όλοι εξαρτημένοι από το ίδιο αφεντικό, αλλά σε αυτήν την στιγμή τεράστιας κοινωνικής δυσκολίας, αυτή η άνιση μεταχείριση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Οι εργαζόμενοι της Fiatέχουν υπηρετήσει την εταιρεία για τουλάχιστον τρεις γενιές, πλουτίζοντας όποιον κινείται γύρω στην εν λόγω εταιρεία, και σε αντάλλαγμα έλαβαν πάντα και μόνο μια ζωή δυστυχίας. Η εταιρεία θα μπορούσε να επενδύσει σε μοντέλα αυτοκινήτων που διασφαλίζουν το μέλλον των χιλιάδων ανθρώπων και όχι μόνο σε έναν άνθρωπο. Προτιμούν τον κόσμο του παιχνιδιού, την διασκέδαση γιαο,τιδήποτε άλλο. Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης κηρύσσει απεργία από την Κυριακή (22:00) 15 Ιουλίου μέχρι την Τρίτη (06:00), 17 Ιουλίου 2018».


Από τη δική μας μπάντα τώρα, η σχέση κινήματος και πολιτικής στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι ένα μεγάλο ζήτημα που κρύβει μέσα του αντιφάσεις, οι οποίες ξεκινούν από το ότι ενώ μπορεί να δηλώνεις αριστερός, κομμουνιστής, αναρχικός κλπ., στην πράξη οδηγείσαι να υπερασπίζεσαι και μια εταιρία-σύλλογο με έναν τρόπο κυρίως ιδεαλιστικό ξεχνώντας ότι ο ταξικός σου εχθρός είναι ο κάθε Μαρινάκης και ΜελισσανίδηςΓι’αυτό και στη σχέση μας με το ποδόσφαιρο πρέπει να κατανοούμε αυτή την πραγματικότητα: αρκεί λοιπόν να το βλέπουμε ρομαντικά και να παθιαζόμαστε χωρίς όμως να εθελοτυφλούμε.

Κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι πολλές φορές κάνουμε τα στραβά μάτια προσπαθώντας να μείνουμε στο ποδοσφαιρικό κομμάτι παραβλέποντας τη σαπίλα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Και αυτό επειδή δεν θέλουμε να παραδώσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας στους εφοπλιστές που παρασιτούν στις πλάτες του ποδοσφαίρου. Δεν πρέπει να παραδώσουμε  τις χαρές, τις συγκινήσεις και αυτό το συναίσθημα της αγωνίας περιμένοντας  το ντέρμπι της Κυριακής.

Το κίνημα για αυτόν το λόγο θα πρέπει να δώσει τη μάχη και εντός γηπέδων ακριβώς επειδή αγγίζει πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας από αυτό που μπορούμε να φανταστούμε. Το ελπιδοφόρο είναι πώς υπάρχουν κύτταρα ζωής και ελπίδας στο ποδόσφαιρο που μπορούν να παίξουν έναν καθοριστικό παράγοντα στη συνείδηση του κόσμου του. Κινήματα που θέτουν το αντιπρόταγμα ενός άλλου ποδοσφαίρου μακριά από κέρδη.

Η Ομόνοια ιδρύθηκε το 1948 την περίοδο του εμφύλιου στην Ελλάδα και δεν μπορούσε η Κύπρος και ο αθλητισμός να μείνουν ανεπηρέαστοι. Τον Μάιο του 1948, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ) προτρέπει τους Γυμναστικούς Συλλόγους στην Κύπρο να υπογράψουν δηλώσεις εθνικοφροσύνης και υπέρ της τότε κυβέρνησης των Αθηνών. Η πλειοψηφία των συλλόγων υπακούει, ενώ όσοι αθλητές αντιδρούν εκδιώκονται ή απέχουν από τους Παγκύπριους Αθλητικούς Αγώνες.  Οι εθνικόφρονες αθλητικοί παράγοντες της εποχής, επιχειρούν να επιβάλουν την ιδεολογία τους στους προοδευτικούς αριστερούς αθλητές, απαιτώντας την ιδεολογική τους συμμόρφωση και την υποταγή τους σε ιδέες και αξίες που δεν μοιράζονταν.

Στις 23 Μαΐου του 1948, ο ΑΠΟΕΛ, με την ευκαιρία των Πανελληνίων Αγώνων Στίβου, στέλνει τηλεγράφημα στον ΣΕΓΑΣ, με την ευχή να « τερματιστεί η εθνοκτόνος ανταρσία» . Οι αριστεροί αθλητές του ΑΠΟΕΛ αντιδρούν, θεωρώντας τον χαρακτηρισμό «εθνοκτόνος ανταρσία» ως πρόκληση και πολιτική τοποθέτηση του σωματείου. Ο ποδοσφαιριστής Κώστας Λυμπουρής αποβάλλεται δια παντός, ενώ άλλοι τρεις τιμωρούνται επ’ αόριστον: Οι Αγησίλαος Τσιαλής, Γωγάκης, Καραγιάννης και Γεώργιος Χριστοδούλου. Έτσι οι ποδοσφαιριστές που διώχτηκαν από τον ΑΠΟΕΛ βάδισαν προς την ημέρα ορόσημο τις 4 Ιούνη που έμελlε να αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα την πορεία της ιστορίας του κυπριακού αθλητισμού με την ίδρυση της Ομόνοιας.

Όμως με τα χρόνια ακόμη και η Ομόνοια δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στην βάναυση πραγματικότητα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Έτσι οι οπαδοί της αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, δημιουργώντας μία αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα στα πρότυπα και τις αξίες με τα οποία ιδρύθηκε η Ομόνοια απέναντι στον τωρινό εξευτελισμό του συλλόγου από τα συμφέροντα με μόνο γνώμονα την αγάπη για την ομάδα τους. Απόσπασμα από την ανακοίνωση διαφοροποίησης από την επίσημη ομάδα:

Ξέρετε εμείς ορκιστήκαμε να την αγαπάμε μέχρι τον θάνατο, αλλά ποτέ δεν προβλέψαμε ότι ο δικός της θάνατος θα ερχόταν πριν τον δικό μας. Δυστυχώς όμως ήρθε και δεν είμαστε από αυτούς που βλέπουν φαντάσματα. Εμείς κατάμουτρα την είδαμε την αλήθεια και με θάρρος την αντιμετωπίζουμε.

Πέθανε αδέλφια, εκείνο που μας παρέδωσαν οι Πατεράδες μας, το έθαψαν κάποιοι για να καλύψουν τα εγκλήματα τους και κανένα ψεύτικο αντίγραφο δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Δεν φεύγουμε εμείς απ’ την ΟΜΟΝΟΙΑ, καμιά απόφαση για να αποχωρήσουμε δεν πάρθηκε, καμιά διάσπαση δεν υφίσταται, δεν υπάρχει η ποδοσφαιρική ΟΜΟΝΟΙΑ για να αποχωρήσουμε ή να διασπαστούμε εμείς. Η δική μας απόφαση είναι ξεκάθαρη, δεν θα ακολουθήσουμε την επένδυση κάποιου Παπασταύρου, δεν θα ακολουθήσουμε αυτό που δημιουργήθηκε στην θέση της ομάδας μας, δεν θα ακολουθήσουμε κάτι ξένο με τα ιδανικά, τις αρχές και τις αξίες που μας έκαναν να αγαπήσουμε την ΟΜΟΝΟΙΑ, δεν θα ακολουθήσουμε κάτι φτιαχτό που απλά κάποιοι πουλημένοι αποφάσισαν να του φορέσουν το σήμα με το περήφανο τριφύλλι.

Επιτρέψτε μας στα δικά μας παιδιά να τους διδάξουμε άλλα πράγματα, να τους λέμε ότι η ΟΜΟΝΟΙΑ είναι ιδέα και να μην σκύβουμε το κεφάλι, να τους πούμε ότι είναι «και του λαού ομάδα» και να μην τους λέμε ψέματα.

Ξέρουμε πολύ καλά ότι στις πρώτες επιτυχίες της επένδυσης Παπασταύρου θα μείνουμε μόνοι μας, ξέρουμε πολύ καλά ότι όταν ξεκινήσουν οι μεταγραφές όλα θα ξεχαστούν και θα πάρει ο καθένας τον δρόμο του. Δεν επιλέγουμε όμως τις αποφάσεις μας βάσει του τι θέλουν οι πολλοί αλλά βάσει των αρχών και των αξιών μας. Προτιμάμε αν έτσι διαμορφώθηκε ο κόσμος να μείνουμε μόνοι μας και πιστοί σε αυτά που πρεσβεύουμε, παρά με τους πολλούς και να αλλοιώσουμε τον χαρακτήρα μας.

Ψηλά τα κεφάλια λοιπόν και πάμε να δείξουμε τον άλλο δρόμο, τον δύσκολο δρόμο, τον δρόμο της περηφάνιας. Τους χαρίζουμε τους επενδυτές, τα λεφτά, τα μεγάλα γήπεδα και πάμε στα χωράφια να βρούμε την αξιοπρέπεια μας.

Φτύνουμε τους πουλημένους και πάμε να ιδρύσουμε μια ομάδα με τις αρχές και τα ιδανικά του 48’ με εκείνα που γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές ΟΜΟΝΟΙΑτων, με εκείναν που μας δίδαξαν οι παλαιότεροι και ας τα έχουν ξεχάσει, σημασία έχει ότι εμείς δεν ξεχάσαμε. Δύσκολος ο δρόμος που διαλέξαμε, δεν μας φοβίζει όμως. Στα δύσκολα θα μετρηθούμε. ‘Αλλωστε αν οι ιδρυτές του Α.Σ.Ο.Λ. διάλεγαν τον εύκολο δρόμο, δεν θα υπήρχε σήμερα η ΟΜΟΝΟΙΑ, για αυτό και ως ελάχιστο φόρο τιμής έχουμε καθήκον την ώρα που όλα ξεπουλιούνται να κρατήθούμε πιστοί στις αρχές μας.

Θα χαράξουμε τον δικό μας δρόμο, θα κτίσουμε με τον Λαό που διαφωνεί με το ξεπούλημα, μια ομάδα «Απ’ το Λαό για τον Λαό», μια ομάδα να παίρνουμε τα παιδιά μας, μια ομάδα να δώσει και πάλι χρώμα σταΣαββατοκυρίακα μας, μια ομάδα που θα αντιπροσωπεύει όλα όσα μας έκαναν ΟΜΟΝΟΙΑτες. Θα μας βρίσουν, θα μας κατηγορήσουν και θα μας ρίξουν τόνους λάσπης. Κρατάτε γερά όμως αδέλφια το δίκαιο είναι με το μέρος μας, ξέρουμε όλοι καλά ότι η απόφαση που πάρθηκε από την Γενική Συνέλευση είναι η σωστή. Δεν μπορούσαμε να έχουμε σχέση με το έκτρωμα που δημιούργησαν και ούτε θα έχουμε. Κρατάτε γερά όπως κρατούσαμε τόσα χρόνια στις πορείες, στα συλλαλητήρια, στα σκηνικά και πάνω στα τσιμέντα. Κρατάτε γερά γιατί περήφανα θα περπατήσουμε τον δρόμο μας, με το κεφάλι ψηλά θα πολεμήσουμε, γιατί η λάσπη τους πάντα θα γίνεται εύφορο έδαφος για να σπείρουμε την άνοιξη και θα την σπείρουμε.

Η περίπτωση της Λιβόρνο

Η εκβιομηχάνιση και η ενοποίηση της Ιταλίας είδε το Λιβόρνο να συνεχίσει να χαράζει μια ανεξάρτητη θέση. Οι εργάτες της πόλης και ειδικά οι ναυτεργάτες ήταν ιδιαίτερα πολιτικά ενεργοί. Η ενοποίηση συντέλεσε στο να χαθεί το καθεστώς του αυτόνομου του λιμανιού κάτι που οδήγησε  σε ένα διαρκές αυξανόμενο πολιτικό ακτιβισμό. Η εκβιομηχάνιση του 19ου αιώνα είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας κοινωνικής τάξης της οποία τα μέλη ανήκαν σε αναρχικά και σοσιαλιστικά πολιτικά γκρουπ. Οι κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της δεκαετίας του 1920 έφεραν απεργίες και διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία, κάτι που επηρέασε όπως ήταν λογικό και την κοινωνική ζωή στο Λιβόρνο. 

Αυτό το κλίμα έντασης βοήθησε στη ανάπτυξη και εδραίωση των κομμουνιστικών ιδεών στο Λιβόρνο, στο οποίο θα υπήρχε έντονη αντίσταση στον φασισμό στα πρώιμα στάδια εμφάνισης του στην χώρα. Η ομάδα της Λιβόρνο λοιπόν αποτέλεσε την ενοποίηση όλων των αγώνων που έδιναν εκτός γηπέδου οι εργαζόμενοι του λιμανιού. Αυτή η αντίληψη των Λιβορνέζων υπάρχει ακόμη και σήμερα στους αγώνες τους ενάντια  στους γνωστούς για τις φασιστικές τους αντιλήψεις τους οπαδούς της Λάτσιο (laziali).

Ένα άλλο και τελευταίο παράδειγμα, αυτή τη φορά από την  Ελλάδα ( σε μια περιοχή που είναι συχνά υποτιμημένη και από εμάς τους ίδιους ποδοσφαιρικά)  είναι η  δράση του Che Guevara Club του Πανσερραϊκού. Το κλαμπ ξεκίνησε την δράση του στα τέλη της δεκαετίας του 90 για  «μια άλλου είδους κερκίδα» και «για έναν άλλου είδους οπαδό» ανεξάρτητα από διοικήσεις , για έναν οπαδό που θα μπορεί να σκέπτεται μέσα και έξω από τα γήπεδ. Σημαντικές είναι οι κοινωνικές δράσεις του κλαμπ με την παρουσία τους εντός και εκτός της εξέδρας του γηπέδου του Πανσερραϊκού με σκοπό να βοηθήσουν όπως μπορούν συλλογικά ή ατομικά την κοινωνία αλλά πάντα σε σύνδεση με αυτό που τους εκφράζει, το ποδόσφαιρο και συγκεκριμένα ο Πανσερραϊκός. Τα παραδείγματα είναι πολλά όπως η συλλογική κουζίνα που έχουν δημιουργήσει, η συλλογή τροφίμων για τους πρόσφυγες στην Ειδομένη, η παρουσία τους σε δικαστικούς αγώνες  του κινήματος. Η κουλτούρα που προάγει το Che Guevara Club είναι η οπαδική κουλτούρα θέλουμε: αυτή που ενώνει και όχι  που χωρίζει την τάξη μας.

Από τον Νίκο Γόδα μέχρι τον Σώκρατες, από τον Λουκαρέλλι ως τον Μαραντόνα υπάρχουν πολλά παραδείγματα συλλόγων και  ποδοσφαιριστών των οποίων η πορεία ζωής δεν σταμάτησε στην πύλη του γηπέδου, αλλά αντιθέτως έφερε τους κοινωνικούς αγώνες μέσα σε αυτό. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι ένας άλλος χώρος κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης όπως ο χώρος εργασίας, το πανεπιστήμιο και κάθε χώρος που οι άνθρωποι υπάρχουν και αναπτύσσουν τις ζωές τους. Γι’ αυτό δεν πρέπει να τον υποτιμούμε, αποδεχόμενοι ουσιαστικά το δόγμα του no politica από την ανάποδη και να τον αφήνουμε χωρίς να παρεμβαίνουμε.

Και μια παραδοχή για το τέλος, είναι αλήθεια πως εξυψώνουμε πολλές φορές μέσω των κοινωνικών δικτύων ανθρώπους του ποδοσφαίρου που δεν το αξίζουν αλλά αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει ένα τεράστιο κενό και το έχουμε ανάγκη μέσα σε αυτόν το βούρκο. Αυτή είναι η κατάσταση του ποδοσφαίρου για όλους τους οπαδούς: να είναι μια από τις καρδιές που μας γεμίζουν ζωή σε έναν άκαρδο κόσμο.