Ernst Bloch: ο Marx ως στοχαστής της επανάστασης

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από τη σειρά συζητήσεων με κεντρικό ομιλητή τον Ernst Bloch και εκτυλίχτηκαν στην Κόρτσιουλα της – τότε – Γιουγκοσλαβίας το 1968 και εκδόθηκαν στα ελληνικά με τον τίτλο Ουτοπία και Επανάσταση (εκδ. Έρασμος, μετ. Στ. Ροζάνης). 

Η εξέγερση ή τουλάχιστον η δυσαρέσκεια υπήρξε σε όλες τις εποχές. Όμως σε κάθε δέκα επαναστάσεις αντιστοιχούν εκατοντάδες χιλιάδες πόλεμοι. Εντούτοις, έγιναν δέκα, δεκαπέντε ή είκοσι επαναστάσεις (όσο περισσότερες, τόσο το καλύτερο). Αλλά ο πρώτος άνθρωπος που στοχάστηκε την επανάσταση ήταν ο Καρλ Μαρξ. Έτσι προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα τα οποία θα ήθελα να διατυπώσω υπό μορφήν θέσεων:

1. Η λέξη-κλειδί, «Δυσαρέσκεια». Η δυσαρέσκεια είναι εύκολο να υπάρχει απλωμένη παντού και χωρίς αμφιβολία είναι καλύτερη από το τίποτα. Το πόσο είναι θετική μπορεί να διαπιστωθεί στις μέρες στο ξεσήκωμα των φοιτητών. Όμως ποιος είναι ο δρόμος που οδηγεί από την αρχικά ψυχολογική κατάσταση της δυσαρέσκειας στην εξέγερση; Η δυσαρέσκεια δεν αρκεί. Ο καθείς πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι δεν θέλει, αλλά επίσης και τι θέλει. Στη λογική υπάρχει η έννοια του limes (ορίου). Όταν αισθανόμαστε την ύπαρξη ενός ορίου, το έχουμε ήδη επεξεργασθεί νοητικά. Η νοσταλγία του φυλακισμένου για ελευθερία περιέχει την έννοια της ελευθερίας.

Ο Καρλ Μαρξ, που διείδε τη δυσαρέσκεια, που έθεσε βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους χωρίς ποτέ να ξεχνά τον έσχατο στόχο που εξυπονοείται μέσα τους, ζήτησε την εξάλειψη όλων των όρων που κάνουν τον άνθρωπο να είναι ένα καταπιεσμένο, χαμένο, αξιοκαταφρόνητο, λησμονημένο ον. Αυτό το διαπίστωσε όχι μόνο αρνητικά, αλλά απολύτως θετικά. Το άλμα από την κατάσταση της αναγκαιότητας στην κατάσταση της ελευθερίας γίνεται ξεκάθαρο, στ’ αλήθεια, με την προκλητικότητα μιας συνθηματολογίας, εξαιτίας της εξίσωσης φιλοσοφίας και πράξης. Το σημείο μέσα από το οποίο ο Μαρξ μετέτρεψε τη δυσαρέσκεια ήταν η αντίφαση με δυο μορφές: ο υποκειμενικός παράγων και τα όρια του, προπάντων ο αντικειμενικός παράγων μέσω του οποίου η ψυχική προδιάθεση της επανάστασης και η αποκλειστικά αφηρημένη Ουτοπία βρίσκονται αντιμέτωπες με την παρακμή τους.

Η αντίφαση είναι υποκειμενικά «αντιφατική» και κατά συνέπεια επαναστατική∙ αντικειμενικά είναι μια ασυνέπεια, κυρίως μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής. Υπάρχει μια βασική αντίφαση μεταξύ του συλλογικού τρόπου παραγωγής του εργοστασίου, ο οποίος επέβαλλε την κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία, και της ιδιωτικής οικειοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας με τη μορφή του κέρδους. Αυτή η βασική αντίφαση, που ο Μαρξ έφερε στο φως με εξαιρετική οξύτητα, διατηρείται στον προηγμένο καπιταλισμό, ακόμη και όταν αποκρύβεται μέσα από ένα σωρό έξυπνες ασυναρτησίες για κοινωνική συμμετοχή, ιδιαίτερα στη Δυτική Γερμανία. Οι λέξεις «καταπιεστής-καταπιεζόμενος» δεν είναι πλέον στη μόδα, και δεν μπορούμε να μιλάμε για την εξαθλίωση του προλεταριάτου. Ωστόσο, ο Μπρεχτ πρότεινε μια άλλη αντίθεση: «διευθύνοντες-διευθυνόμενοι». Αλλά οι διευθυνόμενοι είναι οι ίδιοι φτωχοδιάβολοι όπως πριν οι προλετάριοι∙ απλώς έχουν πιο όμορφο όνομα.

2. Το πρώτο πρόβλημα είναι: με ποιόν τρόπο η δυσαρέσκεια γίνεται θετική; Σε ποιόν βαθμό είναι δείκτης αυτού με τον οποίο θα μπορούσε κανείς να ικανοποιηθεί; Το δεύτερο πρόβλημα είναι εκείνο της βίας. Ο Μαρξ όχι μόνο ξανάστησε τη διαλεκτική του Χέγκελ στα πόδια της, αλλά την έμαθε και πώς να περπατά. Όταν οι «αρχές» ασκούν βία, αυτό δεν ονομάζεται βία. Όμως αν ο καταπιεσμένος προσφεύγει έστω και στην πιο αξιοθρήνητη πράξη αυτοάμυνας, τότε η «βία» αυτή θεωρείται έγκλημα στην επί του Όρους Ομιλίας. Όμως ο Ιησούς είπε και άλλα πράγματα: «ούκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν!». Το να μην αντιστέκεται κανείς στο κακό μπορεί να είναι δυνατόν στους ουρανούς, όχι όμως εδώ στην πράξη.

Το πρόβλημα της βίας ερμηνεύτηκε λανθασμένα μέχρι τις μέρες μας ως το κυριότερο πρόβλημα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς στα τέλη του 19ου αιώνα περίμεναν τη μεγάλη καταστροφή σχεδόν από στιγμή σε στιγμή. Πίστευαν ότι οι συνθήκες θα ωρίμαζαν από μόνες τους μέχρι που τα τυχαία και τεχνητά, παλαιομοδίτικα και απαρχαιωμένα εμπόδια απλώς θα έπρεπε να παραμεριστούν σαν ξεραμένα κλαριά, ώστε να γεννηθεί η καινούργια κοινωνία και η ελευθερία. Σήμερα δεν μπορούμε να δούμε έτσι τα πράγματα. Ο κόσμος και οι κοινωνικές συνθήκες έχουν βυθιστεί σε ένα είδος αντικειμενικά πραγματικής ομίχλης που υπάρχει όχι μέσα στο νου. Αυτή η ομίχλη θα διαλυθεί χωρίς αμφιβολία. Όμως προς το παρόν η ιδέα δεν φαίνεται να αναδύεται μέσα από την πραγματικότητα, κι ούτε η πορεία των γεγονότων φαίνεται να τίθεται αυτόματα. Αν παραμείνουμε αδρανείς θα συμβάλουμε στο να εξαφανιστεί αυτό που ήδη έχει επιτευχθεί. Το αίμα που χύθηκε στις επαναστάσεις είναι πολύ λιγότερο αν συγκριθεί με το αίμα που χύθηκε στους πολέμους.

3. Ο ρόλος της τελικής κατάληξης; Αυτό που ο σοσιαλισμός επιθυμούσε ως το τελικό του στόχο πρέπει να παρουσιασθεί σε όλα τα στάδια, αλλιώς οι βραχυπρόθεσμοι σκοποί καταντούν βαρετοί. Η ιδέα του καλύτερου μέλλοντος και του ένθερμου μαζικού κινήματος στον αγώνα για το μέλλον αυτό έχει ξεθωριάσει και πεθάνει μέσα σ’ όλες τις μαρξιστικές συζητήσεις από το 1918, αν και ο στόχος είναι πιο κοντινός. Η κληρονομική σοσιαλιστική γη έχει παραδοθεί στον εχθρό, έχει εγκαταλειφθεί στους ναζί και στην εκκλησιαστική προπαγάνδα.

Ποιος στόχος και για ποιόν σκοπό; Τι επιθυμούμε πραγματικά; Πρέπει να σκεφθούμε πάνω σ’ αυτό. Όχι πια έξω από κάθε συνάφεια μέσα σε μια αφηρημένη Ουτοπία αλλά μέσα στην καινούργια Ιδέα μιας συγκεκριμένης Ουτοπίας όπως μας την είχε δείξει ο Μαρξ, μιας Ουτοπίας που δεν είναι πλέον Ουτοπία διότι είναι συγκεκριμένη∙ δεν έχει χάσει τη θέα της πραγματικότητας. Η Ουτοπία αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί, μέχρι που τελικά να φθάσουμε στη μεγάλη ειρήνη την οποία ο Τόμας Μύντσερ – και όλοι οι άλλοι μεγάλοι επαναστάτες – οραματίσθηκε με το σύμβολο του ουράνιου τόξου, χωρίς τεμπελιά και χωρίς προδοσία στα μέτωπα. Αυτό είναι που ονομάζω θερμό ρεύμα του μαρξισμού και που απαιτεί την πιο ζωντανή μας σκέψη και συζήτηση.

Κόρτσιουλα, 17 Αυγούστου, 1968