Η εγκάθειρξη ως εργαλείο ποινικοποίησης της ανεργίας και της μη-παραγωγικότητας στον καπιταλισμό

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από την Ιστορία της Τρέλας του Μichel Foucault. Εξετάζοντας την Τρέλα (συνεπώς και τη Λογική) στην αρχαιολογική κίνησή τους, ο Foucault θα ιχνηλατήσει την πορεία της έννοιας της Τρέλας ως πορεία της εδραίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (κι προϋπόθεσή του). Στους χώρους των Γενικών Νοσοκομείων (οι οποίοι σε μεταγενέστερες εποχές θα μετατραπούν σε ψυχιατρεία και χώροι κανονικοποίησης) κατά τον 17ο και 18ο αιώνα θα γεννηθούν διεργασίες οι οποίες μέσω ωμής βίας, καταπίεσης στα πλαίσια της εγκάθειρξης (η οποία θα χαρακτηριστεί ως «θεραπεία») θα ποινικοποιήσουν και θα περιθωριοποιήσουν ομάδες του πληθυσμού που θα χαρακτηριστούν ως μη-παραγωγικές για την ανερχόμενη αστική τάξη: «τρελούς» (που δεν χωρούν στη νέα αστική νομοθεσία), άνεργους, άεργους πρώην χωρικούς που έχουν εκδιωχτεί από τα κοινοτικά βοσκοτόπια, φτωχούς των πόλεων, όποιον αντιδρά και κρίνεται «εκτός τάξης». 

Ωστόσο, το μήνυμα της βαρβαρότητας της εγκάθειρξης δεν έχει αποδέκτη τους έγκλειστους αλλά αυτούς που είναι έξω και αρχίζουν να διαμορφώνονται ως εργατική τάξη, στην οποία πρέπει να εγκατασταθεί μία νέα εργασιακή ηθική. Το νέο ήθος ως ήθος αποδοχής της εκμετάλλευσης μπορεί να σταθεροποιηθεί μόνο ως αποτέλεσμα εκφοβισμού και τιμωρίας σε περίπτωση παραβίασης του στα αρχικά στάδια του ως την αφομοίωσή του από τους υποτελείς.

Αυτή είναι η εποχή που ξεκινά ο στιγματισμός των ανέργων ως «πλεονάζων πληθυσμός» (και της αντιδραστικής υπόνοιας πως η ζωή τους αξίζει λιγότερο από την «παραγωγική ζωή»). Οι τεχνικές του σύγχρονου στιγματισμού με τον ποινολόγιο του ΟΑΕΔ που θεσπίζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προς όφελος του ελληνικού κεφαλαίου και η κοινωνική προσταγή προς τους ανέργους να εργαστούν σε οποιεσδήποτε συνθήκες αν θέλουν να επιβιώσουν βρίσκουν την ιστορική μήτρα στην εγκάθειρξη που ξεκίνησε το ευρωπαϊκό κεφάλαιο τον 17ο αιώνα.

Η Αναγέννηση ελευθέρωσε τις φωνές της τρέλας, μα είχε κιόλας δαμάσει τη βία τους. Η κλασσική εποχή θα την φιμώσει, πραξικοπηματικά, με μια παράξενη χειρονομία.

Γνωρίζουμε κατά ότι τον 17ο αιώνα είχαν δημιουργηθεί μεγάλα ιδρύματα εγκάθειρξης, όπου ο ένας στους εκατό κατοίκους του Παρισιού είχε βρεθεί κλεισμένος, έστω και για λίγου μήνες στη ζωή του. Εξίσου καλά γνωρίζουμε ότι η απολυταρχική εξουσία είχε συχνά κάμει χρήση αυθαίρετων μέτρων φυλάκισης· μας είναι όμως λιγότερο γνωστό τι είδους νομική συνείδηση μπορούσε να υποκινεί τέτοιες μεθόδους. Από την εποχή του Pinel, του Tuke, του Wagnitz, γνωρίζουμε ότι επί ενάμιση αιώνα οι τρελοί έμπαιναν συχνά υπό περιορισμό σε τέτοια ιδρύματα, κι ότι μια μέρα θα τους ανακαλύψουμε στο Γενικό Νοσοκομείο, μες στα μπουντρούμια των κάτεργων· επίσης θα παρατηρήσουμε ότι αποτελούσαν κι αυτοί μέρος του έγκλειστου πληθυσμού των Workhouses ή των Zuchthausern. Μα δυστυχώς ποτέ δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια ποιά ήταν η δικιά τους θέση εκεί μέσα, ούτε και ποιό νόημα είχε η συγκάτοίκηση των τρελών με τους φτωχούς, τους άνεργους και τους κατάδικους. Ο Pinel κι η ψυχιατρική του 190ου αιώνα τους τρελούς θα τους βρούνε μέσα σε τέτοια ιδρύματα, κι ας μην το λησμονάμε, μέσα σ’ αυτά θα τους αφήσουν, όχι όμως και δίχως να καυχώνται ότι τάχα τους «απελευθέρωσαν». Από τα μέσα του 18ου αιώνα, η τρέλα συνδέθηκε με τη βασιλεία αυτή των ιδρυμάτων εγκάθειρξης, κι ακόμη περισσότερο, με τη χειρονομία που την τέτοια εγκάθειρξη την όριζε σαν φυσικό χώρο της τρέλας.

Μια ημερομηνία μπορεί να σταθεί ενδεικτική: 1656, χρονιά που εκδίδεται το διάταγμα για την ίδρυση του Γενικού Νοσοκομείου, στο Παρίσι. Με μια πρώτη ματιά, μοιάζει ότι πρόκειται μάλλον για μια μεταρρύθμιση, για μαι διοικητική αναδιοργάνωση. Διάφορα ιδρύματα που ήδη υπάρχουν, ενώνονται κάτω από κοινή διοίκηση: η Salpetriere, που είχε ξαναχτιστεί στην διάρκεια της προηγούμενη βασιλείας για να στεγάσει ένα οπλοστάσιο, η Bicetre που ο Λουδοβίκος ΙΓ’ είχε θελήσει να αφιερώσει στον Άγιο Λουδοβίκο, για να στεγαστούν οι απόστρατοι Ανάπηροι. «Ο Οίκος και το Νοσοκομείο της μεγάλης και της μικρής Pitie, το Refuge που βρίσκεται στο προάστιο του Saint-Victor, ο Οίκος και τον Νοσοκομείο του Scipion, ο Οίκος της Savonerie μ’ όλα του τα διαμερίσματα, κήπους και κτίσματα παντός είδους». «Όλ’ αυτά τώρα προσφέρονται στους φτωχούς του Παρισιού, «όλων των φύλων, ηλικιών και καταγωγής, δεν έχουν επάγγελμα και σ’ όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται, σε γέρους ή ανάπηρους, αρρώστους ή σ’ ανάρρωση, ακόμη καί σ’ ανίατους». Μ’ αυτόν τον τρόπο βρίσκουν στέγη και τροφή τόσο εκείνοι που πηγαίνουν από μόνοι τους, όσο και οι μεταφερόμενοι με επέμβαση της βασιλικής ή της δικαστικής εξουσίας.

Εξίσου πρέπει να υπάρχει κάποια μέριμνα και για όσους δεν κατορθώνουν να βρουν θέση εκεί μέσα· πρέπει κι αυτοί να συντηρηθούν, να ευπρεπιστούν εν γένει. Τη φροντίδα τους αναλαμβάνουν διευθυντές, που διορίζονται εφ’ όρου ζωής κι επιβάλλουν την εξουσία τους όχι μονάχα μέσα στο Γενικό Νοσοκομείο, αλλά σ’ ολόκληρη την πόλη του Παρισιού και σ’ όσους εξαρτιώνται από τη δικαιοδοσία τους: «Έχουν κάθε δικαίωμα εξουσίας, διεύθυνσης, διοίκησης, εμπορικών συναλλαγών, αστυνόμευσης, εφαρμογής του νόμου, δίκης και καταδίκης πάνω σ’ όλους τους φτωχούς του Παρισιού, τόσο μέσα όσο κι έξω από το Γενικό Νοσοκομείο». Οι διευθυντές διορίζουν επιπλέον κι ένα γιατρό, με αποδοχές 1000 λίρες τη χρονιά· η διαμονή του είναι στην Pitie, αλλά πρέπει να επισκέπτεται κάθε Οίκο του Νοσοκομείου δύο φορές την εβδομάδα.

Απαρχής, ένα πράγμα είναι σαφές: το Γενικό Νοσοκομείο δεν είναι ένα ιατρικό ίδρυμα. Η δομή του είναι μάλλον μισο-νομική, είναι ένα είδος διοικητικής υπόστασης που, πλάι στις ήδη καθορισμένες εξουσίες της και ξέχωρα από κείνες των δικαστηρίων, μπορεί κι αυτή ν’ αποφασίζει, να καταδικάζει και να εκτελεί αποφάσεις. «Για το λόγο αυτό οι διευθυντές θα ‘χουν στη διάθεση τους φυλακές, πασσάλους, λαιμαριές και μπουντρούμια στο εν λόγω Γενικό Νοσοκομείο και θα τα χρησιμοποιούν αποκλειστικά κατά την κρίση τους, χωρίς επιπλέον κανείς να μπορεί να εφεσιβάλει αποφάσεις τους για πρόσωπα που διαμένουν στο Νοσοκομείο· όσο για τα πρόσωπα που διαμένουν εκτός, οι αποφάσεις επίσης θα εκτελούνται κατά γράμμα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αναίρεση, έκκληση ή έφεση που έγινε ή θα γίνει και χωρίς καν να λαμβάνονται υπόψη· επίσης δεν θα λαμβάνεται υπόψη καμιά υπεράσπιση».

Υπέρτατη αρχή, δικαιοδοσία απόλυτη χωρίς δικαίωμα έφεσης, εκτελεστικά δικαιώματα που κανείς δεν μπορεί να αναιρέσει – το Γενικό Νοσοκομείο είναι μια παράξενη εξουσία που ιδρύει ο βασιλιάς ανάμεσα στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη και που εξαντλεί τα όρια του νόμου: είναι μια τρίτη δύναμη καταπίεσης. Οι τρελοί που βρήκε ο Pinel τη Salpetriere και στην Bicetre, ανήκαν σ’ αυτόν ακριβώς τον κόσμο.

Οι στόχοι κι η λειτουργία του Γενικού Νοσοκομείου δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την ιατρική. Το ίδρυμα αυτό είναι καθαρό δημιούργημα της τάξης που προσπαθούν να επιβάλουν στη Γαλλία η μοναρχία και οι αστοί, που την εποχή αυτή οργανώνονται σαν κατεστημένο. Εξαρτάται άμεσα από τη βασιλική εξουσία, που απλά το τοποθετεί κάτω από την εξουσία της αστικής διοίκησης. Το Μεγάλο Ελεονομείο του Βασιλείου που, στον τομέα της πολιτικής της δημόσιας αγαθοεργίας έπαιζε άλλοτε ρόλο παράγοντα θρησκευτικού και εκκλησιαστικού, ξάφνου βρίσκεται ξεπερασμένο. Ο βασιλιάς θεσπίζει: «Είμαστε προστάτες και συντηρητές του Γενικού Νοσοκομείου, ιδρυμένου υπό την αιγίδα της βασιλικής εξουσίας, και διατάζουμε να μην εξαρτάται πια κατά οποιονδήποτε τρόπο από το Μεγάλο Ελεονομείο, ούτε κι απ’ οποιονδήποτε άλλον μεγάλο αξιωματούχο μας, κι αντίθετα να αφαιρεθεί απόλυτα από την δικαιοδοσία των υπαλλήλων τόσο της εκκλησίας όσο και του Μεγάλου Ελεονομείου και οποιωνδήποτε άλλων, στους οποίους απαγορεύουμε ρητά την κάθε είδους επέμβαση».

Η αρχική προέλευση του σχεδίου αυτού ήταν κοινοβουλευτική, κι οι δύο πρώτοι διευθυντές που διορίστηκαν ήσαν ο πρόερδρος της Βουλής κι ο Βασιλικός Επίτροπος. Σύντομα όμως τους αντικατέστησαν ο Αρχιεπίσκοπος Παρισίων, ο πρόεδρος του συμβουλίου εμμέσου φορολογίας, ο πρόεδρος του ελεγκτικού συμβουλίου, ο αρχηγός της αστυνομίας και ο δημοτικός Άρχοντας, πρόεδρος των εμπόρων. Από τότε το «Μεγάλο Προεδρείο» στερείται από κάθε ρόλο ουσιαστικό και περιορίζεται μόνο στον συμβουλευτικό. Η πραγματική διοίκηση κι οι διάφορες αρμοδιότητες του περνούν σε φορείς, που διορίζονται με ειδική απόφαση. Κι αυτοί είναι οι αληθινοί κυβερνήτες, οι εκπρόσωποι της βασιλικής εξουσίας και των αστικών συμφερόντων, στον κόσμο της φτώχειας και της αθλιότητας. Η Επανάσταση δεν παρέλειψε να τους παράσχει αυτή την αναγνώριση: «Διαλεγμένοι ανάμεσα στους καλύτερους αστούς…, προσκόμισαν στη διοίκηση στόχους ανιδιοτελείς και αγνές προθέσεις».

Αυτή η δομή, δημιούργημα της αστικής τάξης και της μοναρχίας και που ήταν οργανωμένη απολυταρχικά, σύντομα θ’ απλωθεί σ’ ολόκληρη τη Γαλλία. Ένα βασιλικό διάταγμα της 16ης Ιουνίου του 1676, θεσπίζει την ίδρυση «ενός γενικούς νοσοκομείου σε κάθε πόλη του Βασιλείου». Οι τοπικές αρχές είχαν κιόλας σπεύσει να προνοήσουν για το μέτρο· η αστικής τάξης της Λυών είχε οργανώσει κιόλας από το 1612 ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, που λειτουργούσε με τρόπο ανάλογο. Ο Αρχιεπίσκοπος της Tours, πολύ περήφανος γι’ αυτό, δηλώνει στις 10 Ιούλη του 1676 ότι η μητρόπολή του πρόβλεψε ευτυχώς τις ευσεβείς προθέσεις του Βασιλιά, χτίζοντας το γενικό νοσοκομείο που ονομάζεται Charite πριν ακόμη χτιστεί εκείνο των Παρισίων, και σύμφωνα με κανόνες που χρησίμευσαν σαν πρότυπο σ’ όποιον έχτισε ανάλογο ίδρυμα, μέσα ή έξω απ’ το Βασίλειο. Η Charite της Tours είχε πράγματι ιδρυθεί το 1656 κι ο Βασιλιάς της είχε δωρίσει εισοδήματα 4000 λιρών. Γενικά νοσοκομεία ανοίγονται σ’ ολόκληρη τη Γαλλία: στις παραμονές της Επανάστασης υπάρχουν τουλάχιστον σε 32 επαρχιακές πόλεις.

Η εκκλησία, όσο κι αν κρατήθηκε μακριά από την οργάνωση των γενικών νοσοκομείων – εξαιτίας της συμμαχίας ανάμεσα στην βασιλική εξουσία και την αστική τάξη – δεν έμεινε και τελείως αμέτοχη στην υπόθεση. Μεταρρυθμίζει τα νοσοκομειακά της ιδρύματα κι ανακατανέμει τα εισοδήματα τους· επιπλέον δημιουργεί ειδικά τάγματα μοναχών, που οι στόχοι τους είναι αρκετά ανάλογοι με κείνους των γενικών νοσοκομείων. Ο Vincent de Paul αναδιοργανώνει το Saint-Lazare, το σημαντικότερο παλιό λεπροκομείο του Παρισιού. Στις 17 Γενάρη 1632 υπογράφεται ένα συμβόλαιο για την ίδρυση του «Prieure», μετοχίου του Saint-Lazare, από το τάγμα των Κογκρεγκανιστών· εκεί τώρα θα πρέπει να γίνονται δεκτά «πρόσωπα που κρατούνται κατ’ εντολής της Αυτού Μεγαλειότητος». Το τάγμα των Καλών Υιών ανοίγει παρόμοια νοσοκομεία στη Βόρεια Γαλλία. Οι αδερφοί του Sain-Jean de Dieu, που ίδρυσαν το τάγμα τους στα 1602, ανοίγουν πρώτα την Charite του Παρισιού στο προάστιο Saint-Germain κι έπειτα το Charenton, που θα εγκατασταθούν στις 10 Μάη του 1645. Οι ίδιοι επίσης ιδρύουν την Charite του Senlis, χι μακριά από το Παρίσι, στις 27 Οκτώβρη του 1670. Λίγα χρόνια πρωτύτερα η δούκισσα του Bouillon τους είχε δωρήσει τα ακίνητα και τα εισοδήματα του λεπροκομείου που είχε ιδρυθεί τον 14ο αιώνα από τον Thibaut de Champagne, στο Chateau-Thierry. Δικές τους επίσης ήσαν οι Charites του Saint-Yon, του Pontorson, του Cadillac, του Romans. Οι Λαζαριστές ιδρύουν στη Μασσαλία, το 1699, το νοσοκομείο του Saint-Pierre. Κι αργότερα, τον 18ο αιώνα, ιδρύονται το Armentieres (1712), το Mareville (1714), ο Αγαθός Σωτήρας της Caen (1735)· το Saint-Meins της Rennes ανοίγει λίγο πριν από την Επανάσταση (1780).

Το φαινόμενο αποκτά διαστάσεις ευρωπαϊκές. Η επικράτηση της απολυτης Μοναρχίας και η ζωηρή καθολική αναγέννηση στην εποχή της Αντι-Μεταρρύθμισης, του δώσαν στη Γαλλία έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα όπου η εξουσία συγκρούεται, αλλά και συνεργάζεται με την Εκκλησία. Αλλού έχουμε διαφορετικές μορφές του, ωστόσο χρονικά το εντοπίζουμε με αρκετή ακρίβεια. Οι μεγάλοι ξενώνες των μοναστηρίων, οι οίκοι εγκάθειρξης, έργα της θρησκείας και της δημόσιας τάξης, έργα αρωγής, αλλά και τιμωρίας, κρατικής φιλευσπλαγχνίας και πρόνοιας, αποτελούν δημιούργημα της κλασικής εποχής: χρονικά καλύπτουν την έκτασητης κι είναι σχεδόν σύγχρονοι με τη γέννηση της. Στις γερμανόφωνες χώρες ιδρύονται τα αναμορφωτήρια, τα Zuchthausern· το πρώτο χρονικά, προηγείται από το αντίστοιχο του γαλλικό (μ’ εξαίρεση την Charite της Λυών) κι ανοίγει στο Αμβούργο το 1620. Τα άλλα ιδρύθηκαν στο δεύτερο μισό του αιώνα: Βασιλεία (1667), Breslau (1668), Φρανκφούρτη (1684), Spandau (1684), Konigsberg (1691). Συνεχίζουν να πληθαίνουν τον 18ο αιώνα· πρώτα στη Λειψία αργότερο στο Brieg και στο Osnabruck (1756) και τέλος το 1771, στο Torgau.

Στην Αγγλία, οι ρίζες της εγκάθειρξης είναι παλιότερες. Μια πράξη του 1575, που αφορύσε ταυτόχρονα «στην τιμωρία των αγυρτών και στην ανακούφιση των φτωχών», θεσπίζει την δημιουργία αναμορφωτηρίων, houses of correction, ενός τουλάχιστον σε κάθε κομητεία. Η συντήρηση τους θα καλύπτεται από ένα φόρο, αλλά παροτρύνεται και το κοινό να προσφέρει εθελοντική οικονομική ενίσχυση. Στην πραγματικότητα όμως φαίνεται ότι το μέτρο αυτό διόλου δεν εφαρμόστηκε γιατί, λίγα χρόνια αργότερα, αποφασίζουν να επιτρέψουν τη λειτουργία και ιδιωτικών επιχειρήσεων: δεν είναι ανάγκη πια να έχει κανείς επίσημη άδεια για ν’ ανοίξει ένα νοσοκομείο ή ένα αναμορφωτήριο· μπορεί ο καθένας να το κάνει, κατά την θέλησή του. Στις αρχές του 17ου αιώνα έχουμε γενική αναδιοργάωνση: πρόστιμο 5 λιρών σε κάθε ειρηνοδίκη που δεν θα προσαρμοστεί αμέσως στις νέες εντολές και δεν θα τις εφαρμόσει στην επικράτεια του· σύμφωνα με αυτές είναι υποχρεωμένος να οργανώσει εργαστήρια, βιοτεχνίες (μύλους, κλωστήρια, υφαντήρια) που βοηθούν στη συντήρηση των αναμορφωτηρίων κι εξασφαλίζουν εργασία στους τρόφιμους· ο ειρηνοδίκης κρίνει ποιοί θα σταλούν σ’ αυτά. Η ανάπτυξη αυτών των Bridwells δεν υπήρξε και πολύ αξιόλογη: συχνά αφομοιώθηκαν προοδευτικά από τις φυλακές, των οποίων ήσαν παραρτήματα. Δεν κατόρθωσαν να εξαπλωθούν στην Σκωτία. Αντίθετα, τα workhouses (οίκοι εργασίας) γνώρισαν καλύτερη τύχη.

Χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Μια πράξη του 1670 προσδιορίζει το νομικό χαρακτήρα των workhouses, κι υποχρεώνει τους δικαστικούς υπαλλήλους να ελέγξουν την εξόφληση των ειδικών φόρων, και την καταβολή τους στα ιδρύματα που συντηρούνται μ’ αυτό τον τρόπο· τον ανώτατο έλεγχο της διοίκησής τους, τον αναθέτει στον ειρηνοδίκη. Το 1697 πολλές ενορίες του Bristol ενώνονται για να φτιάξουν το πρώτο workhouse της Αγγλίας, και να συστήσουν σωματείο που θα το διευθύνει. Εν’ άλλο ιδρύεται το 1703 στο Worcester και, την ίδια χρονιά, ένα τρίτο στο Δουβλίνο, κι έπειτα στο Plymout, στο Norwich, στο Hull, στο Exeter. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο αριθμός του φτάνει τα 126 συνολικά. Ο νόμος του Gilbert, παρέχει όλες τις ευκολίες στις ενορίες για να ιδρύσουν καινούργια· και παράλληλα ενισχύει τον έλεγχο και τη δύναμη του ειρηνοδίκη. Κι ακόμη για ν’ αποφύγουν τη μετατροπή των workhouses σε νοσοκομεία, διατάζουν να διώχνονται με αυστηρότητα όσοι αρρωσταίνουν από κολλητικές κι επιδημικές ασθένειες.

Σε λίγα χρόνια ένα ολόκληρο δίκτυο από τέτοια ιδρύματα καλύπτει την Ευρώπη. Ο Howard, στα τέλη του 18ου αιώνα, ξεκινάει να τα επισκεφτεί. Διασχίζοντας την Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία θα προσκυνήσει όλα τα σπουδαία ιδρύματα εγκάθειρξης -«νοσοκομεία, φυλακές, κάτεργα»- και το αίσθημα φιλανθρωπίας του θα θιγεί βαθύτατα, βλέποντας να κλείνουν στους ίδιους τοίχους ποινικούς κατάδικους, νέα παιδιά που τάραζαν την ησυχία του σπιτιού τους ή σπαταλούσαν τα λεφτά του μπαμπά τους, απόκληρους και τρελούς.

Το γεγονός φανερώνει πόσο κιόλας είχε χαθεί εκείνη η αντίληψη για το θεσμό της εγκάθειρξης, που γεννήθηκε με τέτοια βιάση και τόσο αυθόρμητα στην κλασσική Ευρώπη. Πριν περάσουν εκατόν πενήντα χρόνια, η εγκάθειρξη θα ‘χει καταντήσει ένα αποκρουστικό αμάλγαμα ετερόκλητων στοιχείων. Όμως το ξεκίνημα της θα ‘πρεπε να το χαρακτηρίζει κάποια ενότητα, που να δικαιολογεί και τον επείγοντα χαρακτήρα της. Ανάμεσα στις διάφορες μορφές εγκάθειρξης και στην κλασσική εποχή που τη γέννησε, θα πρέπει να υπάρχει κάποια συνάφεια, και δεν αρκεί απλά και μόνο να επικαλούμαστε την ευαισθησία της προεπαναστατικής εποχής για να την ερμηνεύσουμε. Ποιά πραγματικότητα διακρίνουμε πίσω απ’ το πλήθος των φτωχών, των άνεργων και των τρελών που, σχεδόν από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκαν μαντρωμένοι κι αποκλεισμένοι απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, πιο αυστηρά κι απ’ τους λεπρούς; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια μετά την ιδρυσή του, μονάχα το Γενικό Νοσοκομείο στέγαζε 6000 άτομα, 1% περίπου του πληθυσμού.

Σίγουρα, μέχρι να φτάσουμε σ’αυτό το σημείο, θα πρέπει να προηγήθηκε κάποια μακρόχρονη διεργασία, κοινή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, που διαμόρφωσε μιαν ιδιαίτερη κοινωνική ευαισθησία και που άξαφνα πέρασε το κατώφλι και φανερώθηκε στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα: αυτή η ευαισθησία ήταν που μονομιάς απομόνωσε την κατηγορία εκείνων που γέμισαν τους τόπους της εγκάθειρξης, τόπους που άλλοτε προορίζονταν για τους λεπρούς. Στα μάτια μας η κατηγορία των ανθρώπων αυτών φαίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη και συγκεχυμένη. Όμως, ενώ αυτή η ευαισθησία για μας είναι αδιαφοροποίητη, για τον άνθρωπο της κλασσικής εποχής θα ‘πρεπε σίγουρα να’ ναι μια αντίληψη διαρθρωμένη με σαφήνεια. Σήμερα, αυτόν τον τρόπο αντίληψης πρέπει να ερευνήσουμε, για να μάθουμε τι λογής ήταν η μορφή ευαισθησίας μπρος στο φαινόμενο της τρέλας, σε μια εποχή όπου συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε σαν εποχή του θριάμβου της Λογικής. Αυτή η χειρονομία, που έχτισε τα σύνορα της εγκάθειρξης, που της μετάγγισε τη δύναμη της για διακρίσεις κι έδωσε την τρέλα μια νέα πατρίδα, όσο συναφής και συντονισμένη κι αν είναι, δεν είναι διόλου απλή.

Διαμορφώνει, σε μια πολυσύνθετη ενότητα, μια νέα ευαισθησία μπρος στη δυστυχία και τα καθήκοντα της φιλανθρωπίας, αλλά συνάμα και νέες μορφές αντίδρασης μπρος στα οικονομικά που προβλήματα που δημιουργεί η ανεργία και η αεργία· γεννά μιας ηθική της εργασίας καθώς και τ’όνειρο μιας πολιτείας, όπου οι ηθικές υποχρεώσεις κι ο αστικός κώδικας θα ‘σφιγγαν γερά τις σχέσεις τους και τα λουριά των πολιτών, κάτω από τις αυταρχικές μορφές του καταναγκασμού. Και τούτα τα θέματα επισημαίνονται κιόλας, αν και καλά κρυμμένα, στη δημιουργία και στην οργάνωση των τόπων της εγκάθειρξης. Κι ακόμη αυτά δίνουν νόημα σε τούτο το είδος της ιεροτελεστίας, και μας δείχνουν με ποιό τρόπο η τρέλα αντιμετωπίστηκε και βιώθηκε στην κλασσική εποχή.

Η εγκάθειρξη, τούτο το μαζικό γεγονός που σημάδια σ’ ολόκληρη την Ευρώπη του 17ου αιώνα, είναι μια υπόθεση «αστυνομίας». Αστυνομίας, με την πολύ συγκεκριμένη έννοια που δίνουν στην κλασσική εποχή στη λέξη αυτή δηλαδή το σύνολο των μέτρων που καθιστούν την εργασία προσιτή και ταυτόχρονα υποχρεωτική, σε όσους στερούνται άλλους πόρους ζωής· οι σύγχρονοι του Colbert είχαν θέσει κιόλας το ερώτημα που θα διατυπώσει αργότερα ο Βολταίρος: «Τι γίνατε μέλος της φρουράς του λαού και δεν έχετε μάθει ακόμη το μυστικό πως ν’ αναγκάζετε όλους τους πλούσιους να στρώνουν στη δουλειά όλους τους φτωχούς; Λοιπόν, σίγουρα, δεν είσαστε απ’ τα σπουδαία στοιχεία της αστυνομίας».

Η εγκάθειρξη, πριν ακόμη αποκτήσει το ιατρικό νόημα της εισαγωγής σε ψυχιατρεία που της δώσαν αργότερα, ή που τουλάχιστον μας αρέσει να της δίνουμε, είχε ελάχιστη σχέση με τη φροντίδα της θεραπείας. Κείνο που την επέβαλε ήταν η προσταγή της εργασίας. Και το αίσθημα της φιλανθρωπίας μας πολύ θα το ‘θελε βέβαια να βρει ίχνη καλής θέλησης γύρω απ’ την αρρώστια, εκεί που δεν βρίσκει δυστυχώς παρά τα σημάδια της κατακραυγής ενάντια στην αεργία.