Ο άνθρωπος: έμβιο ζώο ή αθάνατη μοναδικότητα;

Αναδημοσιεύουμε το κεφάλαιο με τίτλο «Ο άνθρωπος: έμβιο ζώο ή αθάνατη μοναδικότητα;» από το έργο του Alain Badiou, «Ηθική: Δοκίμιο για τη Συνείδηση του Κακού» (εκδ. Προοπτικές, μετ. Β. Σκολίδη). Υπό το πρίσμα της τοποθέτησης του Badiou αναδεικνύονται ως έκφραση της αστικής ηθικής και του διαχωρισμού που αυτή προωθεί ανάμεσα σε ζωές άξιες να βιωθούν και άλλες που δεν χωρούν στην αστική κοινωνία και την παραγωγική της δομή, δύο πρόσφατα, φαινομενικά, ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα.

Το πρώτο αφορά τις δηλώσεις του «ανθρωπιστή» υπουργού Μουζάλα σε επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Ελληνικό κατά τη διάρκεια απεργίας πείνας για τις συνθήκες κράτησης πως «Σε όποιον δεν αρέσει το Ελληνικό, ας φύγει». Το δεύτερο, έχει να κάνει με τις επιτροπές του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες ζητούν πιστοποιημένη βεβαίωση για το προσδόκιμο όριο ζωής των καρκινοπαθών για να εγκρίνουν τη χορήγηση της θεραπείας. Το μήνυμα κοινό: η καπιταλιστικά μη-παραγωγική ζωή του υποτελή δεν έχει άλλη αξία πέρα την ικανότητα της να τερματιστεί. 100 χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ας επιμείνουμε στο εξής: κάθε μη-παραγωγικό σύστημα για τη Χειραφέτηση του Ανθρώπου δεν έχει άλλη αξία πέρα από την ικανότητα του να τσακιστεί εν τη γενέσει του Κομμουνισμού.

Η καρδιά του ζητήματος είναι η υπόθεση ενός οικουμενικού Υποκειμένου άνθρωπος, ικανού να εντάξει την ηθική στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρωπιστικές ενέργειες.

Είδαμε ότι η ηθική υποτάσσει την ταυτοποίηση αυτού του υποκειμένου στην οικουμενική αναγνώριση του κακού που υφίσταται. Η ηθική ορίζει άρα τον άνθρωπο ως θύμα. Θα πει κάποιος: «Μα όχι! Ξεχνάτε το ενεργό υποκείμενο, εκείνο που παρεμβαίνει ενάντια στη βαρβαρότητα!». Πράγματι, ας είμαστε συγκεκριμένοι: ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι ικανό να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως θύμα.

Αυτό τον ορισμό είναι που πρέπει να δηλώσουμε απαράδεκτο. Και τούτο για τρεις βασικούς λόγους.

  1. Πρώτα απ’ όλα, διότι η κατάσταση θύματος, ζώου που υποφέρει, αποστεωμένου ετοιμοθάνατου, εξομοιώνει τον άνθρωπο με τη ζωική του υποδομή, με την απερίφραστη ταυτότητα του εμβίου (η ζωή, όπως λέει ο Μπισά, δεν είναι παρά «το σύνολο των λειτουργιών που ανθίστανται στο θάνατο»). Βέβαια, η ανθρωπότητα είναι ένα ζωικό είδος. Είναι θνητή και αρπακτική. Αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από αυτούς τους ρόλους συνιστά την ειδοποιό διαφορά της μέσα στον κόσμο των έμβιων οργανισμών. Ως δήμιος, ο άνθρωπος είναι μια ζωική αχρειότητα, αλλά πρέπει να έχουμε το κουράγιο να πούμε ότι ως θύμα δεν αξίζει γενικά περισσότερο. Όλες οι αφηγήσεις βασανισθέντων και διασωθέντων το αναδεικνύουν με τρόπο εκφραστικό: αν οι δήμιοι και οι γραφειοκράτες των φυλακών και των στρατοπέδων φτάνουν να μεταχειρίζονται τα θύματά τους σαν ζώα προορισμένα για το σφαγείο, και με τα οποία εκείνοι, οι καλοθρεμμένοι εγκληματίες, δεν έχουν τίποτα το κοινό, είναι επειδή τα θύματα έχουν μεταβληθεί πραγματικά σε ζώα. Κάναμε ό, τι έπρεπε γι’ αυτό.

 Το ότι ορισμένοι ωστόσο παραμένουν ακόμη άνθρωποι, και με τη μαρτυρία τους το επιβεβαιώνουν, είναι γεγονός αποδεδειγμένο.  Όμως, ακριβώς, αυτό γίνεται πάντοτε μέσα από μια ανήκουστη προσπάθεια, που τη χαιρετίζουν οι παρευρισκόμενοι μάρτυρες, στους οποίους εγείρει αστείρευτη ευγνωμοσύνη σαν μια σχεδόν ακατανόητη αντίσταση, μέσα τους, εκείνου του στοιχείου που δεν συμπίπτει με την ταυτότητα του θύματος. Εδώ βρίσκεται ο άνθρωπος, αν επιμείνουμε να τον στοχαστούμε: στο στοιχείο εκείνο που συμβάλλει, όπως τονίζει ο Βαρλάμ Σαλαμόφ στις Αφηγήσεις από τη ζωή στα στρατόπεδα, στο να είναι ένα ζώο αφάνταστα πιο ανθεκτικό από τα άλογα όχι χάρη στο εύθραυστο σώμα του, αλλά χάρη στο πείσμα του να μείνει αυτό που είναι, δηλαδή, συγκεκριμένα κάτι διαφορετικό από ένα θύμα, κάτι διαφορετικό από ένα είναι-προς-θάνατον, και επομένως: κάτι διαφορετικό από έναν θνητό.


Ένας αθάνατος: ιδού αυτό που οι χειρότερες καταστάσεις οι οποίες είναι δυνατόν να του επιβληθούν αποδεικνύουν ότι είναι ο Άνθρωπος, στο βαθμό που ιδιαιτεροποιείται μέσα στο πολύμορφο και αρπακτικό κύμα της ζωής. Από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε προκειμένου να σκεφτούμε οτιδήποτε αφορά τον Άνθρωπο. Ώστε αν υπάρχουν «ανθρώπινα δικαιώματα», ασφαλώς δεν είναι δικαιώματα ζωής εναντίον του θανάτου, ή δικαιώματα της επιβίωσης εναντίον της αθλιότητας. Είναι τα δικαιώματα του Αθανάτου που αυτό-επιβεβαιώνονται, ή τα δικαιώματα του Απείρου που ηγεμονεύουν πάνω στο ενδεχόμενο του πόνου και του θανάτου. Το ότι στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε και όλα θα γίνουν χώμα δεν αλλάζει σε τίποτε την ταυτότητα του Ανθρώπου ως αθανάτου, τη στιγμή κατά την οποία επιβεβαιώνει αυτό που είναι αντικρούοντας το θέλω-να-είμαι-ζώο στο οποίο η περίσταση τον εκθέτει. Και κάθε άνθρωπος, το ξέρουμε, με απρόβλεπτο τρόπο, είναι ικανός να είναι αυτός ο αθάνατος, σε μεγάλες ή μικρές περιστάσεις, για μια σημαντική ή δευτερεύουσα αλήθεια, δεν έχει σημασία. Σε κάθε περίπτωση, η υποκειμενοποίηση είναι αθάνατη, και κάνει τον Άνθρωπο. Πέρα από αυτό, υπάρχει ένα βιολογικό είδος, ένα «άπτερο δίποδο» πολύ αμφίβολης γοητείας.

Εάν δεν ξεκινήσουμε από αυτό το σημείο (το οποίο πολύ απλά διατυπώνεται: ο Άνθρωπος σκέφτεται, ο Άνθρωπος υφαίνεται από μερικές αλήθειες), εάν ταυτίσουμε τον Άνθρωπο με την καθαρή πραγματικότητα του εμβίου, καταλήγουμε αναπόφευκτα στο πραγματικό αντίθετο αυτού που η αρχή [ principe ] φαίνεται να υποδεικνύει. Διότι το «έμβιο ον» είναι στην πραγματικότητα άξιο περιφρόνησης, οπότε και θα το περιφρόνησουμε. Ποιος δεν βλέπεις ότι στις ανθρωπιστικές αποστολές, στις παρεμβάσεις, στις αποβάσεις φιλάνθρωπων λεγεωνάριων, το υποτιθέμενο οικουμενικό Υποκείμενο διασπάται; Από την πλευρά των θυμάτων, το εξαγριωμένο ζώο που εκθέτουμε στην οθόνη. Από την πλευρά του ευεργέτη, η συνείδηση και η επιτακτικότητα. Και γιατί αυτή η διάσπαση βάζει πάντα τους ίδιους στους ίδιους ρόλους; Ποιος δεν νιώθει ότι αυτή η ηθική που σκύβει στη μιζέρια του κόσμου κρύβει, πίσω από τον Άνθρωπο-θύμα, τον Άνθρωπο τον καλό, τον Άνθρωπο τον λευκό; Καθώς η βαρβαρότητα της κατάστασης δεν τίθεται υπό σκέψη παρά με όρους «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»,   – ενώ πρόκειται πάντα για μια πολιτική κατάσταση που εγκαλεί μια πολιτική σκέψη-πρακτική, και στην οποία ενέχονται επιτόπου, πάντοτε, αυθεντικοί πρωταγωνιστές  – , εκλαμβάνεται, από τα ύψη της φαινομενικής μας πολιτικής ηρεμίας, σαν η απολίτιστη κατάσταση που απαιτεί από τον πολιτισμένο μια εκπολιτιστική παρέμβαση. Όμως κάθε παρέμβαση στο όνομα του πολιτισμού απαιτεί μια αρχική περιφρόνηση της όλης κατάστασης, των θυμάτων συμπεριλαμβανομένων. Και γι’ αυτό η ηθική, ύστερα από δεκαετίες θαρραλέας κριτικής της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, συμπορεύεται σήμερα με μια απεχθή αυτοϊκανοποίηση των «Δυτικών», με τη διατυμπανιζόμενη θέση πως η μιζέρια του τρίτου κόσμου είναι το αποτέλεσμα της αβελτηρίας του, της ίδιας του της μηδαμινότητας, εν ολίγοις: της ιδιότητας του υπανθρώπου.

  1. Δεύτερον, διότι αν η ηθική «συναίνεση» στηρίζεται στην αναγνώριση του Κακού, αυτό συνεπάγεται ότι κάθε απόπειρα να συσπειρωθούν οι άνθρωποι γύρω από μια θετική ιδέα του Καλού, και ακόμη περισσότερο να ταυτοποιηθεί ο Άνθρωπος μέσα από αυτό το σχέδιο, αποτελεί στην πραγματικότητα την αληθινή πηγή του ίδιου του κακού. Είναι αυτό που μας κοπανάνε δεκαπέντε χρόνια τώρα: κάθε σχέδιο επανάστασης, που χαρακτηρίζεται «ουτοπικό», καταλήγει, μας λένε, στον εφιάλτη του ολοκληρωτισμού. Κάθε θέληση να εγγραφεί μια ιδέα της δικαιοσύνης ή της ισότητας καταλήγει στο χειρότερο. Κάθε συλλογική θέληση του Καλού φέρνει το Κακό.

Όμως αυτή η σοφιστική είναι ολέθρια. Διότι, αν η μόνη δυνατότητα είναι να προβάλουμε, εναντίον ενός a priori αναγνωρισμένου Κακού, την ηθική δέσμευση, από πού θα πηγάσει η προοπτική για τον οποιονδήποτε μετασχηματισμό της υπάρχουσας κατάστασης; Από πού θα αντλήσει ο άνθρωπος τη δύναμη για να είναι ο αθάνατος που είναι; Ποιο θα είναι το πεπρωμένο της σκέψης για την οποία ξέρουμε καλά ότι είναι μια καταφατική επινόηση, αλλιώς δεν είναι σκέψη; Στην πραγματικότητα, το τίμημα που πληρώνει η ηθική είναι ένας παχυλός συντηρητισμός. Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου, εκτός του ότι είναι τελικά είτε βιολογική (εικόνες θυμάτων) είτε «δυτική» (ευαρέσκεια του ένοπλου ευεργέτη), απαγορεύει κάθε πλατύ θετικό όραμα των εφικτών πραγμάτων. Αυτό που εξυμνείται εδώ, αυτό που η ηθική νομιμοποιεί, είναι στην πραγματικότητα η διατήρηση, από την υποτιθέμενη «Δύση», των κεκτημένων της.

Θρονιασμένη σ’ αυτή την κατοχή (υλικών αγαθών, αλλά και κατοχή του είναι της), η ηθική κατά κάποιον τρόπο προσδιορίζει το Κακό ως ό, τι δεν είναι αυτό που ίδια απολαμβάνει. Ωστόσο, ο Άνθρωπος ωςαθάνατος, στηρίζεται στο ανυπολόγιστο και στο αναπόκτητο. Στηρίζεται στο μη-ον. Όταν κανείς του απαγορεύει να διαμορφώσει μια ιδέα για το Καλό, να εντάξει εκεί τις συλλογικές του εξουσίες, να εργαστεί για τον ερχομό αδιανόητων εφικτών πραγμάτων, να σκεφτεί τι μπορεί να γίνει, σε ριζική ρήξη με ό, τι ισχύει, τότε του απαγορεύει, πολύ απλά, την ίδια την ανθρωπιά.

  1. Τέλος, με τον αρνητικό και a priori προσδιορισμό του Κακού η ηθική απαγορεύει στον εαυτό της να σκεφτεί τη μοναδικότητα των καταστάσεων, πράγμα που αποτελεί υποχρεωτική αφετηρία για κάθε καθαρά ανθρώπινη δράση. Έτσι, ο γιατρός που έχει προσχωρήσει στην «ηθική» ιδεολογία θα εξετάσει σε συνελεύσεις και επιτροπές διάφορους τρόπους αντιμετώπισης «των αρρώστων», με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει ο οπαδός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το αδιάκριτο πλήθος των θυμάτων: ως «ανθρώπινο» σύνολο πραγματικών υπανθρώπων. Αλλά ο ίδιος γιατρός δεν θα έχει καμία αντίρρηση προκειμένου ετούτο το συγκεκριμένο άτομο να μη νοσηλευτεί στο νοσοκομείο και με όλα τα απαραίτητα μέσα, επειδή δεν έχει άδεια παραμονής ή κοινωνική ασφάλιση. Η «συλλογική» υπευθυνότητα γαρ, γι’ άλλη μια φορά! Αυτό που καταρρακώνεται εδώ είναι το γεγονός ότι μία μόνο ιατρική κατάσταση υπάρχει: η κλινική κατάσταση, και ότι δεν χρειάζεται καμία «ηθική» (παρά μόνο ένα σαφές όραμα αυτήςτης κατάστασης), για να ξέρουμε ότι στη συγκεκριμένη περίσταση ο γιατρός δεν είναι γιατρός παρά μόνο αν χειρίζεται την κατάσταση με τον κανόνα του μεγίστου δυνατού: να περιθάλψει τούτον τον άνθρωπο που του το ζητάει (εδώ δεν υπάρχει παρέμβαση!) όσο απαιτείται, με όσες γνώσεις διαθέτει, με όλα τα μέσα που ξέρει ότι υπάρχουν και χωρίς να τον απασχολεί τίποτε άλλο.Και να θέλουν να του απαγορέψουν να περιθάλψει για λόγους κρατικού προϋπολογισμού, στατιστικών της θνησιμότητας ή νόμων περί μεταναστευτικών ρευμάτων, δεν έχουν παρά να του στείλουν την αστυνομία! Και μάλιστα το αυστηρά ιπποκράτειο καθήκον του θα ήταν να της αντισταθεί. Οι «επιτροπές ηθικής» και οι λοιποί μηρυκασμοί περί «δαπανών για την υγεία» και «διαχειριστικής ευθύνης», όντας ριζικά αλλότριες προς τη μοναδική, καθαρά ιατρική κατάσταση, δεν γίνεται στην πραγματικότητα παρά να απαγορεύουν να της είναι κανείς πιστός. Γιατί «της είμαι πιστός» θα σήμαινε: χειρίζομαι το εφικτό αυτής της κατάστασης μέχρι τέλους. Ή, αν προτιμάτε, κάνω να επέλθει, στο μέτρο του δυνατού, όλη η καταφατική ανθρωπιά που περιέχει η κατάσταση, δηλαδή προσπαθώ να είμαι ο αθάνατος αυτής της κατάστασης.

Στην πραγματικότητας, η υπό ηθικό ιδεολογικό μανδύα γραφειοκρατική ιατρική έχει ανάγκη από «αρρώστους» ως αδιάκριτα ή στατιστικά θύματα, αλλά υπερφορτώνεται γρήγορα από κάθε πραγματική και ιδιαίτερη κατάσταση αιτήματος. Γι’ αυτό η «διαχειριστική», «υπεύθυνη» και «ηθική» ιατρική καταλήγει στην αχρειότητα να αποφασίζει ποιους ασθενείς μπορεί να περιθάλψει το «γαλλικό σύστημα υγείας» και ποιους οφείλει να στείλει, εφόσον ο Προϋπολογισμός και η γνώμη το απαιτούν, να πεθάνουν στα προάστια της Κινσάσας.

Πρέπει να απορριφθεί το ιδεολογικό σύστημα της «ηθικής», να μη γίνει καμία παραχώρηση στον αρνητικό και θυματολογικό ορισμό του ανθρώπου. Αυτό το σύστημα ταυτίζει τον άνθρωπο μ’ ένα απλό θνητό ζώο, είναι το σύμπτωμα ενός ανησυχητικού συντηρητισμού και, με την αφηρημένη και στατιστική γενικότητά του, απαγορεύει να σκεφτεί κανείς τη μοναδικότητα των καταστάσεων. Θα του αντιπαραθέσουμε τρεις θέσεις:

– Θέση 1: Ο Άνθρωπος ταυτοποιείται από την καταφατική του σκέψη, από τις μοναδικές αλήθειες για τις οποίες είναι ικανός, από το Αθάνατο που καθιστά το ανθεκτικότερο και παραδοξότερο από τα ζώα.

– Θέση 2: Το Κακό το προσδιορίζουμε με αφετηρία τη θετική ικανότητα για το Καλό, άρα για ευρεία αντιμετώπιση των εφικτών και για άρνηση του συντηρητισμού , έστω και αν πρόκειται για συντήρηση του Είναι. Και όχι αντιστρόφως

– Θέση 3: Η ανθρωπιά εδραιώνεται στην ταυτοποίηση μοναδικών καταστάσεων. Δεν υπάρχει ηθική γενικώς. Δεν υπάρχει – ενδεχομένως – παρά ηθική των διαδικασιών με τις οποίες επεξεργαζόμαστε τα εφικτά στοιχεία μιας κατάστασης.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+