Τελικά, μάλλον δεν μας κυβερνάν οι τράπεζες

Μεταφράζουμε το άρθρο του μαρξιστή οικονομολόγου Michael Roberts που μας μεταφέρει γλαφυρά τα βασικά σημεία της ολομέλειας της ΔΠΠΠΟ. Πρόκειται για ένα άρθρο το οποίο θίγει ζητήματα που χρήζουν ανάλυσης από όποιον θέλει να ερμηνεύσει, να αποδομήσει κι εν τέλει να ανατρέψει την υπάρχουσα καπιταλιστική νεωτερικότητα. Η αξία του κειμένου αυτού εντοπίζεται στο εύρος των θεμάτων που θίγει και όχι στο βάθος της ανάλυσης που χαρακτηρίζει τον Roberts. Ωστόσο, να σημειώσουμε ότι έχει μεγάλη σημασία για τον αναγνώστη να διαβάσει εν ευθέτω χρόνο τις παραπομπές που ενσωματώνει ο γράφοντας στο κείμενό του. Τονίζουμε ότι δεν υιοθετούμε απαραίτητα τα συνολικά συμπεράσματα του γράφοντα. Επίσης υπενθυμίζουμε ότι τα σχόλια του μεταφραστή σημειώνονται με αγκύλες.

Από Transhammer Gendersickle

Το φετινό συνέδριο της Διεθνής Πρωτοβουλίας για την Προώθηση της Πολιτικής Οικονομίας [από και στο εξής θα αναφέρεται ως ΔΠΠΠΟ] στην Πούλα της Κροατίας είχε ως κεντρικά θέματα α)Την Κατάσταση του Καπιταλισμού και την β)Κατάσταση της Πολιτικής Οικονομίας. Οι περισσότερες τοποθετήσεις/θέσεις επικεντρώθηκαν στον πρώτο ζήτημα αν και οι παρουσιάσεις της ολομέλειας στόχευσαν και στα δύο. 

Εντυπωσιάστηκα απ’ τον αριθμό των γραπτών (ΔΠΠΠΟ 2018 – Περιλήψεις) που αφορούσαν στην Βραζιλία, την Κίνα και την Τουρκία -σημάδι των καιρών- αλλά και απ’ τη σχετικά νεαρή ηλικία των παρευρισκόμενων στο κοινό, ιδιαίτερα αυτών που είχαν έρθει απ’ την Ασία και τον “Νότο”. Τα γνώριμα πρόσωπα Μαρξιστών και μη ορθόδοξων οικονομολόγων απ’ τη γενιά του 50’ (τη δική μου) είχαν μειωμένη παρουσία.

Προφανώς ήταν ακατόρθωτο να παρακολουθήσω όλες τις συζητήσεις του συνεδρίου γι’ αυτό κι επικεντρώθηκα σε αυτές που αφορούν στην μακροοικονομία και τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ενημερωτικά, η δική μου συζήτηση ήταν απ’ τις πρώτες του συνεδρίου [12-14 Σεπτεμβρίου 2018]. Η συζήτηση που εισηγήθηκα είχε τίτλο Τα όρια διαχείρισης της οικονομικής πολιτικής την εποχή της χρηματιστικοποίησης (financialisation), και παρουσίασα την εργασία μου στα Όρια της δημοσιονομικής πολιτικής (Τα όρια της δημοσιονομικής πολιτικής ).

Αυτό που ισχυρίστηκα, είναι ότι κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης του 1930 [το Κραχ], Ο Κέυνς είχε αναγνωρίσει ότι ότι μία απλώς διαφορετική νομισματική πολιτική δεν θα ήταν επαρκής για να καταφέρει να βγάλει τις υφεσιακές οικονομίες απ’ την κατάπτωσή τους, είτε με χρήση συμβατικής νομισματικής πολιτικής (αλλαγή του επιτοκίου δανεισμού), είτε με χρήση “μη συμβατικής” νομισματικής πολιτικής (οι κεντρικές τράπεζες ν’ αγοράσουν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ‘τυπώνοντας’ χρήματα). O Κέυνς κατέληξε πως η δημοσιονομική τόνωση ήταν η μόνη λύση για να μπορέσουν οι κυβερνήσεις να κρατήσουν την καπιταλιστική οικονομία σε λειτουργία.

Στην τρέχουσα όμως Μακρά Κρίση [Long Depression], η οποία κρατά 10 χρόνια πλέον, η συμβατική (μηδενικά επιτόκια) αλλά και μη συμβατική (ποσοτική χαλάρωση [μία ιδέα εδώ]) νομισματική πολιτική απεδείχθη γι’ άλλη μια φορά ατελέσφορη. H πολιτική της νομισματικής χαλάρωσης ουσιαστικά κατόρθωσε μόνο να επαναφέρει την τραπεζική ρευστότητα (με λίγα λόγια έσωσε τις τράπεζες) και πυροδότησε μία έκρηξη κίνησης στην αγορά μετοχών και ομολόγων. Η ‘πραγματική’ ή παραγωγική οικονομία έχει μαραζώσει με χαμηλή πραγματική ανάπτυξη των ΑΕΠ [Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν] και χαμηλούς μισθούς κι επενδύσεις.

Στην συζήτηση όπου εισηγήθηκα, η Μαρία Ιβάνοβα του Πανεπιστημίου Goldsmith στον Λονδίνο επίσης παρουσίασε στη δική της έρευνα (Ιβάνοβα – Ποσοτική Χαλάρωση: Μία Νεκροψία) και έδειξε καθαρά πώς οι συμβατικές και μη συμβατικές νομισματικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α. [FED, Federal Reserve System] δεν βοήθησαν παρά ελάχιστα την οικονομική ανάπτυξη την αύξηση των επενδύσεων και οδηγούν σε μία νέα αύξηση χρηματοοικονομικών κεφαλαίων και αύξηση των εταιρικών χρεών. Αυτή η αύξηση αναμένεται ν’ αποτελέσει έναν αδύναμο κρίκο στην κυκλοφορία του κεφαλαίου στην επόμενη οικονομική κατάπτωση.

Κεϋνσιανές δημοσιονομικές πολιτικές σπανίως εφαρμόζονται τα τελευταία δέκα χρόνια (αντ’ αυτού η πολιτική της λιτότητας [austerity] σε δαπάνες και προϋπολογισμούς κρατών αποτελεί τον κανόνα σήμερα). Οι Κεϋνσιανοί υποστηρικτές λοιπόν επιμένουν ότι η εφαρμογή δημοσιονομικών δαπανών θα είχαν αντιστρέψει τη σημερινή κατάσταση. Και πράγματι, Ο Πολ Κρούγκμαν [Paul Krugman] ισχυρίστηκε τα παραπάνω στην εφημερίδα New York Times όσο διεξαγόταν το συνέδριο της ΔΠΠΠΟ.

Στη δική μου έρευνα ωστόσο, αναφέρομαι στις αποδείξεις του Κρούγκμαν και δείχνω ότι κατά το παρελθόν η πολιτική αύξησης των κυβερνητικών δαπανών και/ή πολιτική ανοχής των δημοσιονομικών ελλειμμάτων πολύ λίγο επηρέασαν την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση επενδύσεων. Και αυτό διότι, σε μια καπιταλιστική οικονομία, όπου το 80 με 90% όλων των παραγωγικών επενδύσεων γίνεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις που παράγουν για το κέρδος, αυτό που καθορίζει αποφασιστικά την επένδυση είναι ο βαθμός της κερδοφορίας του κεφαλαίου και όχι οι κυβερνητικές δαπάνες που υποτίθεται ευνοούν τη ‘συvολική ζήτηση’ . Τα τελευταία δέκα χρόνια απ’ το ξέσπασμα της Κρίσης, ενώ η κερδοφορία έχει αυξηθεί για ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, η μέση κερδοφορία κεφαλαίου έχει παραμείνει χαμηλότερη απ’ τα προ κρίσης επίπεδα! (ανατρέξτε στον πίνακα που ακολουθεί ο οποίος βασίζεται στην AMECO).

Την ίδια στιγμή, τα εταιρικά χρέη εκτοξεύονται στα ύψη καθώς δανείζονται με οριακά μηδενικό επιτόκιο δανεισμού για ν’ αγοράσουν τις δικές τους μετοχές (και ν’αυξήσουν την τιμή τους) και/ή να αυξήσουν το μέρισμα των μετόχων.

Κυβερνητικές δαπάνες για κοινωνικές παροχές και δημόσιες υπηρεσίες καθώς και περικοπές φόρων για την αύξηση της “ζήτησης των καταναλωτών” είναι η αυτό που θεωρούν οι περισσότεροι Κεϋνσιανοί τη σωστή πολιτική. Όμως δε θα μπορούσε μία απλή πολιτική να λύσει το πρόβλημα (το ίδιο θα πίστευε και ο Κέϋνς τη δεκαετία του ‘40). Πράγματι, αυτό που απαιτείται είναι μία μαζική στροφή στην ‘κοινωνικοποίηση των επενδύσεων’, για να χρησιμοποιήσουμε και τον Κεϋνσιανό όρο. Για παράδειγμα, θα πρέπει μία κυβέρνηση ν’ αναλάβει το ρόλο του κύριου όγκου των επενδύσεων αλλά και τους τομείς που θα πραγματοποιηθούν.

Τη δεκαετία του ‘40, Ο Κέϋνς υποστήριξε ότι το 75% του συνόλου των επενδύσεων σε μία [κρατική] οικονομία θα πρέπει να είναι κρατική επένδυση, μειώνοντας έτσι τον ρόλο του [ιδιωτικού κεφαλαίου] καπιταλιστικού τομέα στο ελάχιστο (δείτε τα βιβλία Budget Deficits, Stabilization Policy and Liquidity Preference: Keynes’s Post-War Policy Proposals”, in F. Vicarelli (editor), Keynes’s Relevance Today, London, Macmillan, pp. 28-50).

Βεβαίως, μία τέτοια πολιτική έχει εφαρμοστεί σε μία οικονομία σε κατάσταση πολέμου. Σε καιρό ειρήνης θα υπήρχε εναντίωση σε αυτή και θα τη διέκοπταν εν τάχει. Και αυτό διότι θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπως τόνισε ο Michael Kalecki στο πόρισμά του το 1943.

Στο σήμερα, το Εργατικό Κόμμα του Ηνωμένου Βασιλείου [Labour Party, LP], θέλει να στήσει μία “Κεϋνσιανού τύπου” Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία θα επενδύει σε υποδομές κλπ, παράλληλα με τις πέντε [5] μεγάλες τράπεζες του ΗΒ[Αγγλίας] οι οποίες θα συνεχίσουν και αυτές να διεξάγουν “επιχειρηματικές δραστηριότητες”[business as usual γράφει εύστοχα ο Michael Roberts] όπως παροχή στεγαστικών δανείων και άλλους κερδοσκοπικούς τυχοδιωκτισμούς.

Σύμφωνα με τις προτάσεις του Εργατικού Κόμματος [ΕΚ στο εξής], ακόμη κι αν αυτές εφαρμοστούν στο μέγιστο, θα αποτελούν μόνο το 3.5% του ΑΕΠ, δηλαδή λιγότερο από το συνολικά 20% που αποτελούν οι επενδύσεις. [Το υπόλοιπο 16,5% δηλαδή επαφίεται στο ιδιωτικό κεφάλαιο]. Αυτό φαντάζει αρκετά μακριά απ’ την “κοινωνικοποίηση” που περιέγραψε ο Κέϋνς ακόμη κι αν εφαρμοστεί πλήρως… [τα συμπεράσματα για το τι κόμμα είναι το ΕΚ του Κόρμπιν δικά σας!].

Μήπως όμως η εκδοχή Κεϋνσιανής δημοσιονομικής τόνωσης που εφαρμόζει ο Πρόεδρος Τραμπ (τεράστιες περικοπές φόρων για το πλούσιους και μεγάλες επιχειρήσεις, αύξηση δηλαδή του δημοσιονομικού ελλείμματος) πετυχαίνει; Είναι πολύ ειρωνικό αν σκεφτούμε ότι ο Τραμπ εφαρμόζει Κεϋνσιανή πολιτική.

Σίγουρα ο ίδιος πιστεύει πως λειτουργεί – καθώς η οικονομία των ΗΠΑ έχει ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4% για την ώρα και ο επίσημος δείκτης ανεργίας έχει φτάσει σε σχεδόν ιστορικά χαμηλά. Ωστόσο, μία εξαίσια έρευνα του Trevor Evans της Σχολής Οικονομικών του Βερολίνου, έρχεται να γειώσει αυτή την αισιοδοξία. Με μία πληθώρα δεδομένων, έδειξε ότι τα συνολικά εταιρικά κέρδη στην πραγματικότητα παραμένουν στάσιμα και το συνολικά εταιρικά χρέη αυξάνονται την ίδια στιγμή που που οι μισθοί παραμένουν σταθεροί και η αγορά ομολόγων και μετοχών διογκώνεται επικίνδυνα. Η οικονομική φούσκα του Τραμπ είναι πολύ πιθανόν να ξεφουσκώσει και να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα στην οικονομία.

Επιπροσθέτως, ο καθηγητής Arturo Guilen του πανεπιστημίου Μετροπολιταν στην πόλη του Μεξικό (..\..\Downloads\iippe-2018-inglc3a9s.pptx) μας υπενθύμισε ότι η μεσοπρόθεσμη ανοδική πορεία της οικονομίας των Η.Π.Α ήταν πολύ αδύναμη καθώς παρατηρείται πολύ μικρή αύξηση της παραγωγικότητας και οι παραγωγικές επενδύσεις “σέρνονται”. Με αυτή την έννοια, οι Η.Π.Α υπέφεραν από “κοσμική στασιμότητα” όχι όμως για τους λόγους που παραθέτουν οι Κεϋνσιανοί όπως ο Larry Summers (έλλειψη ζήτησης) ή οι νεοκλασικοί κριτικοί όπως ο Robert Gordon (αναποτελεσματικές καινοτομίες) αλλά λόγω της χαμηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Σε μία άλλη συζήτηση, ο Joseph Choonara, προχώρησε ακόμη παραπέρα. Ο Choonara είδε ότι η κρίση που διανύουμε έχει τη ρίζα της στη μεγάλη πτώση του ποσοστού κερδοφορίας την περίοδο απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘40 έως και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η νεοφιλελεύθερη περίοδος που ακολούθησε ανέπτυξε νέους μηχανισμούς αναβολής των κρίσεων, όπως η χρηματιστικοποίηση και επέκταση της πίστωσης. Στη Μακρά Κρίση, απ’ το 2009, καθοδηγούμενη κυρίως απ’ την κεντρική τράπεζα, το χρέος συνεχίζει να στοιβάζεται. Το αποτέλεσμα είναι μία οικονομικά ευάλωτη και αβέβαιη ανάκαμψη, η οποία βάζει τα θεμέλια για το ξέσπασμα μίας νέας κρίσης.

Υπήρχαν βεβαιώς και συζητήσεις για την Μαρξική οικονομική θεωρία στο συνέδριο της ΔΠΠΠΟ, συμπεριλαμβανομένων μίας οπτικής του γιατί ο Μαρξ αφιέρωσε τόσο χρόνο στο να μάθει τον διαφορικό λογισμό (Andrea Ricci) και μία άλλη συζήτηση που εξηγεί γιατί η επιλογή του Μαρξ να μετατρέψει την αξία [οικονομική έννοια της αξίας] σε τιμές παραγωγής είναι διαλεκτική στη λύση της (Cecilia Escobar).

Επίσης, ο Paul Zaremba απ’ το Πανεπιστήμιο του Buffalo των Η.Π.Α, παρουσίασε μία θέση όπου στηρίζει ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στις Η.Π.Α. δεν αυξήθηκε κατά την μεταπολεμική περίοδο κι επομένως δεν μπορεί να αποτελεί αιτία μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους.

Κατά την προσωπική μου άποψη, τα στοιχεία κι οι ισχυρισμοί του με βρίσκουν αντίθετο. Ο Zarembka ισχυρίζεται ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με το να χρησιμοποιούμε το μεταβλητό κεφάλαιο v στον παρονομαστή του γνωστού τύπου υπολογισμού της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου C/v. Κι αυτό διότι [σύμφωνα με τον Zarembka] η μεταβλητή v μπορεί αν μεταβληθεί χωρίς να μεταβληθεί η τεχνική σύνθεση. Χρησιμοποιεί, αντί του ως άνω τύπου, αυτό που αποκαλεί “υλική σύνθεση του κεφαλαίου”, C/(v+s), συνεπώς η μεταβολή στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (C/v), μπορεί να διακριθεί στον τεχνικό παράγοντα και στον κατανεμητικό παράγοντα [γι’ αυτό και ο παρονομαστής μετατρέπεται σε (v+s)] Με αυτή την προσέγγιση, εκτιμά, βασιζόμενος σε δεδομένα απ’ τις Η.Π.Α, ότι μπορεί να δείξει πως δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των νόμων κίνησης του κεφαλαίου του Μαρξ στον καπιταλισμό και ποσοστού κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Νομίζω πως ο τύπος C/(v+s), έρχεται σε αντίθεση με την οπτική του Μαρξ για τη βασική “τάση” (C/v) στην καπιταλιστική συσσώρευση με την δευτερεύουσα “τάση” (s/v) και καταλήγει να συγχέει την αιτιώδη διαδικασία. Αυτό θέτει τον Μαρξικό “νόμο του κέρδους” ως ασαφή/αόριστο, με τον ίδιο τρόπο που ο Sweezy και ο Heinrich και άλλοι ισχυρίζονται. Όσον αφορά στις εμπειρικές συνέπειες του να αρνηθούμε τη συλλογιστική του Zarembka, σας παραθέτω ένα εξαίσιο κείμενο του Λευτέρη Τσουφλίδη [καθηγητής στο ΠΑΜΑΚ].

Όπως ανέφερα προηγουμένως, υπήρξαν πολλές συζητήσεις στις οποίες δεν μπόρεσα να παρευρεθώ και αφορούσαν στη Βραζιλία, τη Νότιο Αφρική και την Κίνα. Στη συζήτηση για την Κίνα, παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι εισηγητές αποδέχονταν ότι η Κίνα είναι καπιταλιστική με τον ίδιο τρόπο που και η Αμερική είναι καπιταλιστική ή έστω σαν την Ιαπωνία ή την Νότια Κορέα, ίσως μόνο λιγότερο αναπτυγμένη. Ωστόσο, όλοι αναγνώρισαν ότι το κράτος [sic] παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία σε σύγκριση με άλλες καπιταλιστικές χώρες – υπάρχει λοιπόν διαφορά μεταξύ κρατικού καπιταλισμού και καπιταλισμού; Όσον αφορά στη Βραζιλία δεν μπορώ να τοποθετηθώ οπότε σας παραπέμπω στις Περιλήψεις του συνεδρίου της ΔΠΠΠΟ 2018. Στη Βραζιλία θα γίνουν εκλογές μέσα στον μήνα και θα επανέλθω με άρθρο – προς το παρόν σας παραπέμπω εδώ.

Υπήρχαν ενδιαφέρουσες έρευνες πάνω στο ζήτημα της αυτοματοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης[AI] (Martin Upchurch), καθώς και έρευνες για το bitcoin και μια οικονομία χωρίς υλικό χρήμα (Philip Mader) όπως και για το μεγάλο ζήτημα του ιμπεριαλισμού και της θεωρίας της εξάρτησης (που είναι σε κατάσταση λειτουργίας).   

Το κύριο θέμα της ολομέλειας, για την κατάσταση του Καπιταλισμού, το παρουσίασε η Fionna Tregena απ’ το πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ.

Το κυρίαρχο πεδίο της έρευνάς της είναι πάνω στην δομική αλλαγή, κι επικεντρώνεται στην αποβιομηχάνιση. Η καθηγήτρια Tregena, παραθέτει την έννοια της πρώιμης αποβιομηχάνισης. Μπορεί να οριστεί ως αποβιομηχάνιση η οποία έχει ως αφετηρία ένα χαμηλότερο επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και/ή ένα χαμηλότερο ποσοστό του δευτερογενούς τομέα στη συνολική απασχόληση επί του ΑΕΠ συγκριτικά με το τι συμβαίνει διεθνώς. Πολλά παραδείγματα αποβιομηχάνισης εντοπίζονται στην υπο-Σαχάρια Αφρική, ενώ σε μερικές ιδιάζουσες περιπτώσεις παίρνουν τη μορφή προ-βιομηχανικής αποβιομηχάνισης [δηλαδή αποβιομηχάνιση πριν ακόμη ολοκληρωθεί η εκβιομηχάνιση]. Υποστήριξε ότι η πρώιμη αποβιομηχάνιση έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη.

Όσον αφορά στο δεύτερο κεντρικό θέμα της Ολομέλειας, την κατάσταση της Πολιτικής Οικονομίας, ο Andrew Brown του Πανεπιστημίου Leeds εξήγησε ότι ορισμένες αποτυχίες του κυρίαρχου οικονομικού ρεύματος, ιδίως πάνω στην θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Η θεωρία αυτή δεν έχει αναπτυχθεί μέχρι και σήμερα σε μία συγκεκριμένη και ρεαλιστική κατεύθυνση όχι μόνο επειδή εκφράζεται από χυδαίους απολογητές του καπιταλισμού, αλλά επειδή στην ουσία της αφορά σε θεωρητικές ανοησίες. Η θεωρία της οριακής χρησιμότητας δε μπορεί να προσφέρει καμία δυνατότητα κατανόησης των μακροοικονομικών στοιχείων [τάσεων] που οδηγούν στην αναπαραγωγή και ανάπτυξη του οικονομικού συστήματος συνολικά.

Η έννοια της Χρηματιστικοποίησης είναι αυτή που απασχολεί κυρίαρχα τις ολομέλειες της ΔΠΠΠΟ. Είναι μία έννοια που έχει κάποια αξία όταν περιγράφει κανείς την μετατροπή της δομής του χρηματο-οικομονομικού τομέα από “καθαρά” πιστωτικά ιδρύματα σε μη-καταθετικά [τα οποία δε δέχονται καταθέσεις ιδιωτών δηλαδή] χρηματοοικονομικά ιδρύματα και καταπιάνονται με δραστηριότητες που διεξήγαγαν μη-χρηματοοικονομικά ιδρύματα τα τελευταία 40 χρόνια.

Ωστόσο, δυσανασχετώ όταν η έννοια της χρηματιστικοποίησης χρησιμοποιείται για να εξηγήσει την οικονομική κατάρρευση καιτο ότι η Μεγάλη Κρίση που διανύουμε αποτελεί αποτέλεσμα ενός καινούριου “σταδίου” του καπιταλισμού. Όταν η έννοια τίθεται με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά αυτό τίθεται είναι το επιχείρημα πως οι κρίσεις σήμερα δεν προκύπτουν λόγω των πραγματικών τομέων [της παραγωγής, δηλαδή της “πραγματικής οικονομίας”] αλλά λόγω του κερδοσκοπικού χρηματοοικονομικού τομέα. Μία προσέγγιση σαν και αυτή, κατά την άποψή μου, δεν είναι μόνο θεωρητικά λανθασμένη, αλλά δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και καθώς και στις γενικές τάσεις που περιέγραψε ο Μαρξ: ο νόμος της αξίας, ο νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ο νόμος της κερδοφορίας.

Κατ’ εμέ, η χρηματιστικοποίηση δεν είναι ένα καινούριο στάδιο του καπιταλισμού που μας υποχρεώνει ν’ απορρίψουμε τις μαρξική θεωρία που διατυπώνεται στο Κεφάλαιο. Οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές θεωρίες δεν μπορούν να διατυπώσουν την οικονομική πραγματικότητα της χρηματιστικοποίησης και πόσο μάλλον να αντιπαρατεθούν με τη θεωρία του Μαρξ για το ξέσπασμα των κρίσεων στον καπιταλισμό. Κινητήριος δύναμη στον Καπιταλισμό δεν είναι η χρηματοδότηση[το χρήμα] αλλά η κερδοφορία. Το χρήμα δε δημιουργεί αξία ή υπεραξία αλλά αυτό που κάνει είναι να βρίσκει νέες οδούς να τη διαμοιράζει και να τη διανέμει. Στον πυρήνα των κρίσεων παραμένει η παραγωγή αξίας. Ο Νεοφιλελευθερισμός  δεν είναι παρά μία λέξη που επινοήθηκε για να περιγράψει τις πολιτικές επανάκτησης της χαμηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου τα τελευταία 40 χρόνια. Δεν αποτελεί τη σύγχρονη οικονομονική ερμηνεία ενός νεόυ σταδίου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. [ο σύνδεσμος που παρατίθεται εδώ παραπέμπει σ’ ένα κρίσιμο άρθρο του συγγραφέα για την κατανόηση της κρίσης του 2008].

Σίγουρα, κάθε κρίση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και η Μεγάλη ύφεση [η κρίση του 2007-2008] είχε τα δικά της όπως την “οικονομία του παρασκηνίου” όπως hedge-funds, ιδιωτικά ιδρύματα χρηματοδότησης χωρίς εποπτεία χρηματοπιστωτικά προϊόντα όπως CDO κλπ. Παρ’ όλα αυτά, η θεμελιώδης αιτία παραμένει η κερδοσκοπική φύση της παραγωγικής διαδικασίας. Αν χρηματιστικοποίηση σημαίνει για κάποιον ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει πάρει διαζύγιο απ’ το υπόλοιπο καπιταλιστικό σύστημα, αυτό για μένα αποτελεί μέγα λάθος.