Η σχετική ανεξαρτησία του αστικού κρατικού μηχανισμού

Μεταφράζουμε το άρθρο του Marcel van der Linden με αρχικό τίτλο The relative independence of the bourgeois state apparatus στο περιοδικό International Socialism το 1980. Γιατί λοιπόν να μεταφράσουμε ένα άρθρο, του οποίου ο τίτλος δηλώνει πως έχει ως αντικείμενο μια – παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις – εν τέλει κοινή παραδοχή για την μεγάλη πλειοψηφία των ρευμάτων εντός του κινήματος; Και ποια είναι τα συμπεράσματα αυτής της παραδοχής; Πως όσο μεγαλύτερη η ανεξαρτησία του κρατικού μηχανισμού από το κεφάλαιο, τόσο μεγαλύτερο το περιθώριο παρέμβασης με τη μορφή της κοινοβουλευτικής κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας. Η συνήθης απάντηση σε αυτή την επιχειρηματολογία ακολουθεί μια συλλογιστική η οποία αρχίζει από την κοινή παραδοχή πως η ανεξαρτησία του μηχανισμού, αφήνει περιθώρια παρέμβασης, αρνείται ωστόσο τη δυνατότητα κυβερνητικής «αλλαγής» της κοινωνίας καθώς αυτή η ανεξαρτησία – και τα περιθώρια που παρέχει –  έχει ως δομικό όριο τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους και επομένως η εκάστοτε απόπειρα αξιοποίησης της σχετικής ανεξαρτησίας του κρατικού μηχανισμού θα οδηγηθεί στο τέλμα και την αστική διαχείριση.

Η ιδιαιτερότητα της ανάλυσης του Marcel van der Linden βρίσκεται ήδη στην άρνηση της κοινής παραδοχής μέσω της εξέτασης του αστικού κρατικού μηχανισμού στα πλαίσια της ιστορικής κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας και όχι ως ενός στατικού μηχανισμού των αστών. Με αυτή την αφετηρία συμπεραίνει πως η σχετική ανεξαρτησία του κράτους, όσο αναπτύσσεται ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα αυξάνεται και ταυτόχρονα το κράτος θα ισχυροποιείται. Η αύξηση της ανεξαρτησίας όμως δεν συνεπάγεται περισσότερο χώρο παρέμβασης, αντίθετα τον περιορίζει ολοένα και περισσότερο και δεν αφήνει περιθώρια για κυβερνητικές λογικές. Έτσι, εξάγει ένα αντιπαραθετικό συμπέρασμα με σχεδόν όλες τις αναλύσεις για τη σχετική ανεξαρτησία – αναλύσεις κατά τις οποίες η ανεξαρτησία του μηχανισμού και τα περιθώρια χρήσης του αντιμετωπίζονται ως ανάλογα ποσά (με τις διαφοροποιήσεις των τοποθετήσεων να εξαντλούνται στο εύρος των δυνατοτήτων που απορρέουν από αυτά τα περιθώρια), ενώ για τον van der Linden η σχέση τους είναι αντιστρόφως ανάλογη.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας διαπίστωσης είναι μεγάλες για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική. Ήδη το 1980 ο van der Linden, θεωρεί πως το κράτος θα αυταρχικοποιηθεί στα πλαίσια της ιστορικής κίνησης του κεφαλαίου και πως αυτή η τάση παρά τις όποιες προσωρινές καθυστερήσεις θα είναι η γενική τάση του αστικού κράτους. Συνεπώς, για τον van der Linden η αυταρχικοποίηση δεν απορρέει κυρίως από κάποια δεξιά/ακροδεξιά κυβέρνηση ούτε από κάποιο περιστασιακό σχέδιο καταστολής που προωθεί ο τάδε ή ο δείνα πρωθυπουργός αλλά από τον ρόλο που καλείται να παίξει το αστικό κράτος ανεξαρτήτως διακυβέρνησης. 

Τέλος, για τον van der Linden η αυξημένη ανάγκη αυταρχικών μέσων διακυβέρνησης θα δημιουργήσει στο μέλλον – ιδωμένο από το 1980 όταν γράφτηκε το άρθρο – συνθήκες υβριδοποίησης των μέσων καταστολής όπου ο εξωτερικός και ο εσωτερικός εχθρός θα αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο εύρος μηχανισμών καταστολής και κοινή χρήση διακριτών και διαφορετικών σωμάτων καταστολής ως τώρα. Η εικόνα ασκήσεων του ελληνικού στρατού με σενάριο την επανακατάληψη κατειλημμένων εργοστασίων από απεργούς μάλλον επιβεβαιώνει μια τέτοια θεώρηση 38 χρόνια μετά.

Πριν από κάποιο καιρό σε αυτό το περιοδικό ο Tim Potter άσκησε κριτική στην θεωρία του «ισχυρού κράτους», η οποία εκφράζεται σε διαφορετικές μορφές από την ιταλική ομάδα Democrazia Proletaria [Προλεταριακή Δημοκρατία] και μερικούς εκπροσώπους από την 4η Διεθνή (IS 2:4, Άνοιξη 1979). Πιστεύω πως ο Potter έθεσε κάποια σημαντικά ερωτήματα, ωστόσο την ίδια στιγμή παρέβλεψε μια θεμελιακή πλευρά της ανάπτυξης των μηχανισμών του αστικού κράτους.

Ιστορικά, μπορούμε να δούμε πως τουλάχιστον σε συνθήκες φεουδαρχικού απολυταρχισμού ο κρατικός μηχανισμός είχε αποφασιστική σημασία ως η μαμή του ανερχόμενου καπιταλισμού. Αλλά στην περίοδο της λειτουργίας και πλήρους επέκτασης του καπιταλισμού, έχει περιοριστεί στο ρόλο της διασφάλισης των καπιταλιστικών σχέσεων και των γενικών εξωτερικών συνθηκών της καπιταλιστικής παραγωγής. Τελικά, αποκτά έναν πιο αποφασιστικό ρόλο ως μηχανισμός βίας, εσωτερικής και εξωτερικής, και ως μια «οικονομική» δύναμη, απευθείας εμπλεκόμενη στη διαδικασία της αναπαραγωγής με την όξυνση των αντιφάσεων στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η φιλελεύθερη φάση της αστικής κοινωνίας, με μια κρατική γραφειοκρατία η οποία ήταν συγκριτικά πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη – αν και σε διαφορετικό βαθμό από χώρα σε χώρα – και έναν κοινοβουλευτισμό ο οποίος λειτουργούσε λιγότερο ή περισσότερο χωρίς εντάσεις, ήταν απλώς μια παροδική φάση από αυτή τη σκοπιά. Η ανάπτυξη του σύγχρονου παρεμβατικού κράτους πρέπει να γίνει κατανοητή ως η εξέλιξη μιας μορφής, η οποία χαρακτηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα, όπου η αντίφαση μεταξύ της αυξανόμενης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ιδιωτικής ιδιοποίησης [appropriation] μπορεί προσωρινά να απομακρυνθεί. Αυτό δείχνει πως μια ανάλυση των συγκεκριμένων κρατικών λειτουργιών πρέπει εφαρμοστεί [στην ανάλυση] της ανάπτυξης των ταξικών σχέσεων και ταξικών αγώνων – οι οποίοι προκύπτουν από τις αλλαγές στην οικονομική βάση – και των συνακόλουθων συνθηκών που απαιτούνται για τη διασφάλιση της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης.[1]

Εδώ είναι σημαντικό να επισημανθεί πως το αστικό κράτος δεν είναι ένα «πραγματικό πράγμα», αλλά ένας «ιδανικός συλλογικός καπιταλιστής». Τα ατομικά κεφάλαια που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους μπορούν να διατυπώσουν τα πολιτικά συμφέροντά τους, τα οποία απευθύνονται προς τον κρατικό μηχανισμό, μόνο στη βάση συγκεκριμένων συνθηκών στάθμισης [valorisation], οι οποίες δεν ταυτίζονται με αυτές του κεφαλαίου ως όλο – εκτός από το κοινό συμφέρον τους για την καθυπόταξη της εργατικής τάξης. Συνεπώς, καμία «πολιτική του κεφαλαίου» δεν μπορεί να προκύψει από έναν επιτυχημένο συντονισμό και εναρμόνιση αυτών των συμφερόντων. Επομένως, τα μέτρα που προωθούνται για την διασφάλιση των συνθηκών της αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως όλο συνήθως πρέπει να επιβληθούν εν μέσω αντιστάσεων από πολλά ή όλα τα ατομικά κεφάλαια – για παράδειγμα, η προστασία της εργατικής δύναμης από την σωματική ή ψυχική καταστροφή, η διαφύλαξη των φυσικών πηγών της παραγωγής κλπ. Αντιστρόφως, η επιδίωξη των ατομικών καπιταλιστικών συμφερόντων σε υπέρμετρο βαθμό μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη διαδικασία της αναπαραγωγής του κεφαλαίου στο σύνολο του. Σε αυτό το πλαίσιο, η παραγωγή των προϋποθέσεων της παραγωγής αποκτά κεντρική σημασία.

Για να εκπληρώσει τις λειτουργίες του το αστικό κράτος, πρέπει να είναι σχετικά ανεξάρτητο στη σχέση του με τις μάζες καθώς και στη σχέση του με τα ατομικά κεφάλαια. Επίσης. η διασφάλιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου πάντα σημαίνει τη διασφάλιση της αστικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει πως η αποδοχή των αστικών πολιτικών από τις μάζες, η δυνατότητα της ανακήρυξης τους πως λειτουργούν «για το γενικό συμφέρον» και έτσι ο περιορισμός της ταξικής πάλης στην αδράνεια, πρέπει να προωθείται συνεχώς στο επίπεδο της πολιτικής. Ο μηχανισμός και οι εκπρόσωποί του πρέπει να είναι αποδεκτοί στις μάζες, ή σε κάθε περίπτωση να μην υπάρχει ενεργή εναντίωση απέναντι τους. Το άμεσο συμφέρον του πολιτικού συστήματος για τη διατήρηση της «εμπιστοσύνης των μαζών», της «συμφωνίας» ή έστω μιας σχετικής πολιτικής απάθειας, το ωθεί να αναπτύσσει μόνιμες στρατηγικές για τη σταθεροποίηση της διαδικασίας της συσσώρευσης. Αυτό δημιουργεί μια βασική πολιτική προϋπόθεση για τη δυνατότητα του κρατικού μηχανισμού να προχωρήσει ενάντια στα στενά συμφέροντα των ατομικών καπιταλιστών.

Τα κρατικά μέτρα για την αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων της καπιταλιστικής διαδικασίας στάθμισης και συσσώρευσης είναι γεμάτες με συγκρούσεις: η ανασύνταξη της δύναμης των εργαζόμενων, η «αποκατάσταση», «η προστασία του περιβάλλοντος», κλπ. Ως εκ τούτου, οι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος αναγκάζονται να αναπτύσσουν στρατηγικές που αφορούν τη διαδικασία της αναπαραγωγής του κεφαλαίου στο σύνολό του, οι οποίες [στρατηγικές] δεν μπορούν πια απλώς να είναι ad hoc αντιδράσεις μπροστά στην αναπτυσσόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την πολυπλοκότητα των κοινωνικών πεδίων όπου υπάρχουν συγκρούσεις σχετιζόμενες με αυτήν. Πρέπει να εμπεριέχουν στοιχεία συστηματικής «διαχείρισης κρίσεων» και «πρόληψης κρίσεων».

Εδώ, αναπόφευκτα έρχονται σε σύγκρουση με τα στενά συμφέροντα των ατομικών κεφαλαίων και όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με τις επακόλουθες συγκρούσεις εντός του κρατικού μηχανισμού, πέφτουν σε προβλήματα που μπορούν να διαχειριστούν μόνο μέσω ελιγμών, χειραγώγησης και περασμάτων μέσα από πολύ μπερδεμένα μονοπάτια.

Ιδωμένο ως όλο, το δίλημμα του κρατικού μηχανισμού βρίσκεται στο γεγονός του ότι στη βάση μαζικών αναγκών, πραγματικά ή δυνητικά διατυπωμένων, και επιπέδων σύγκρουσης, πρέπει να εφαρμόσει μέτρα για να σταθεροποιήσει το σύστημα, το οποίο βρίσκεται τουλάχιστον σε μερική σύγκρουση με τα ατομικά κεφάλαια. Αυτά τα μέτρα είναι ήδη παραμορφωμένα και περιορισμένα στο εύρος τους από τις προσταγές της διαδικασίας στάθμισης. Οι εκπρόσωποι του πολιτικού μηχανισμού, οι κομματικές ηγεσίες, οι γραφειοκράτες κλπ. είναι σε θέση να ενδιαφέρονται για τις σχέσεις αστικής εξουσίας μόνο από τη σκοπιά του ότι αποτελεί τη βάση τους. Έτσι, πρέπει να κινούνται μόνιμα [με βάση] μαζικές ανάγκες, τις οποίες την ίδια στιγμή δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν, δηλαδή οι μαζικές ανάγκες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ως και να υπάρξει κινητοποίηση γι’αυτές αν είναι αναγκαίο, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να τηρούνται στα όρια που θέτουν οι προσταγές της διαδικασίας στάθμισης του κεφαλαίου και της διατήρησης της αστικής εξουσίας.

Αυτό σημαίνει πως η διαχείριση της κρίσης δεν λύνει τις κρίσεις που απορρέουν από τις αντιφάσεις της διαδικασίας στάθμισης και συσσώρευσης, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων, τις μπαλώνει κατά καιρούς, τις αναβάλει και αλλάζει την μορφή της έκφρασής τους.

Συνεπώς, τα κρατικά μέτρα εφαρμόζονται σε μια ιδιαίτερα επισφαλή ισορρόπηση των δυνάμεων που αποκλίνουν με πολλούς τρόπους. Εδώ, η διασφάλιση των γενικών όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου τίθεται υπό αμφισβήτηση με τρείς τρόπους:

  1. Μέσω της δομικής αδυναμίας του πολιτικού μηχανισμού να συλλάβει ή πράγματι να υλοποιήσει ένα συνεπές και μακροπρόθεσμο «σύστημα της πολιτικής» – [αδυναμία η οποία] απορρέει από την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής αγαθών.
  2. Μέσω των μόνιμων αντι-στρατηγικών των ατομικών κεφαλαίων που ακολουθούν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτές οι αντιστρατηγικές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, όσο περισσότερο αναπτύσσονται αφενός «κρατικο-μονοπωλιακά» συμπλέγματα μεταξύ του κρατικού μηχανισμού και των ατομικών κεφαλαίων και αφετέρου «πολυεθνικά» μπλοκ του κεφαλαίου.
  3. Μέσω της αντιμετώπισης των μαζικών αναγκών, η οποία δεν λειτουργεί αν οι εσωτερικοί μηχανισμοί της διοχέτευσης, επιλογής και συγκεκριμενοποίησης αποτυγχάνουν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν τα αιτήματα, δεν μένουν πια περιορισμένα σε επιμέρους ζητήματα, αλλά κατευθύνονται για την ταυτόχρονη επίλυση αλληλοεπικαλυπτόμενων προβλημάτων.

Έτσι, ο κρατικός μηχανισμός και οι τοποτηρητές του πρέπει συνεχώς να αντιμετωπίζουν τις «μη-λειτουργικές» μορφές έκφρασης των δυνάμεων στις οποίες στηρίζονται, μέσω της συγκεκριμενοποίησης, διοχέτευσης, εκτροπής, αναβολής και χειριστικής αποσυμπίεσης των προβλημάτων και των αιτιών τους, ή μέσω της ποινικοποίησης και βίαιης καταστολής πάνω απ’όλα εκεί όπου τα όρια του συστήματος έχουν παραβιαστεί ή όπου η διαδικασία της στάθμισης του κεφαλαίου τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση.

Η πραγματική πρόοδος της πολιτικής διαδικασίας και ο συνδυασμός της με την εξουσία, την επιρροή και τα συμφέροντα καθορίζονται από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες όπως το επίπεδο συσσώρευσης κεφαλαίου και η επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων, η δομή της παγκόσμιας αγοράς, το επίπεδο οργάνωσης και η πολιτική ισχύς της εργατικής τάξης, και διαμορφώνονται από έναν μεγάλο αριθμό ιστορικά πιθανών παραγόντων (όπως ο χαρακτήρας του κομματικού συστήματος).

Σε αυτή τη διαδικασία, ανεξάρτητα από τα κίνητρα των εμπλεκόμενων πολιτικών δυνάμεων, λαμβάνει χώρα αυτό το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «διασφάλιση των γενικών όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου», το οποίο όμως στην πραγματικότητα εκφράζει ένα συνονθύλευμα ρύθμισης, επισκευής, κινητοποίησης, και κατασταλτικών μέσων, με μια θεμελιακά απροσδιόριστη μακροπρόθεσμη επίδραση για την διαδικασία της αναπαραγωγής, εν ολίγοις μια συγχυσμένη πορεία [muddling through].

Η κρίση γίνεται το αποφασιστικό μέσο για την εφαρμογή «διοικητικών μέτρων για την προστασία του συστήματος». Στον πολιτικό μηχανισμό της αστικής εξουσίας, οι γενικοί και θεμελιακοί όροι της αναπαραγωγής βασικά μόνο όταν δεν εκπληρώνονται, μετατρέπονται σε πολιτικά «ζητήματα», με αλλά λόγια σε κρίσεις.

Οι δυνάμεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για την πολιτική εφαρμογή των στρατηγικών για τη σταθεροποίηση και απευθύνονται ενάντια στα συμφέροντα μερικών ή πολλών ατομικών κεφαλαίων κινητοποιούνται μέσω διαξιφισμών και διαμαχών, οι οποίες ξεσπούν και οξύνονται ως την ανοιχτή κρίση, μεταξύ διαφορετικών ομαδοποιήσεων και «φατριών» ατομικών κεφαλαίων όπως και μεταξύ των τάξεων.

Όπως ξανά και ξανά έχει επιβεβαιώσει η ιστορική εμπειρία, η οικονομική και κοινωνική κρίση αναδεικνύεται ως ο παράγοντας ο οποίος καθιστά δυνατές και επιβεβαιώνει τις θεσμικές διαδικασίες προσαρμογής του κρατικού μηχανισμού, οι οποίες είναι αναγκαίες για την αναπαραγωγή, το νέο καθορισμό των πολιτικών «προτεραιοτήτων» και την εισαγωγή μέτρων για διοικητικά διαμεσολαβημένη αναδιοργάνωση των συνθηκών της παραγωγής και στάθμισης. Στην ουσία, οι κρίσιμες παύσεις στη διαδικασία συσσώρευσης, οι οποίες τείνουν να οδηγούν στην ανάδυση έντονων αλλαγών στο πολιτικό σύστημα, έχουν εμφανιστεί ή είναι επικείμενες.

Αν έχουμε ως αφετηρία την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και την τάση για διεθνή όξυνση των καπιταλιστικών ανταγωνισμών και τους ταξικούς αγώνες να αναγκάζουν την «αντίρροπη», διοικητικά διαμεσολαβημένη αναδιοργάνωση των όρων της παραγωγής και παραγωγής αξίας να επιταχύνεται όλο και περισσότερο, εδώ θα βρούμε μια σημαντική αιτία της τάσης της σχετικής ανεξαρτησίας του κρατικού μηχανισμού να αυξάνεται.

Αυτό το θέτει σε μια θέση να έρχεται σε μεγάλη σύγκρουση με μεμονωμένες ομάδες κεφαλαίων σε συνθήκες ενισχυμένου ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει τις επιθυμίες και τα συμφέροντα του πληθυσμού που δεν προσαρμόζεται στην παραγωγή αξίας [valorisation στο αρχικό, ΣτΜ].

Η σχετική ανεξαρτησία έχει διαφορετικές πλευρές. Από την οικονομική σκοπιά, τρείς παράγοντες είναι οι κύριοι:

«Πρώτον, η συνεχής προλεταριοποίηση του πληθυσμού όσο το κεφάλαιο επεκτείνει την επιρροή του σε όλους τους τομείς της οικονομίας … Αυτή η τάση προς μια κοινή προλεταριακή θέση έχει σημαντικές συνέπειες ειδικά στο πεδίο της παροχής πρόνοιας. Διότι η ασφάλεια που παρείχε η οικογενειακή παραγωγή και η κατοχή ενός ελάχιστου ποσοστού των μέσων παραγωγής δεν υπάρχει πια … Δεύτερον, η ποιότητα της εργατικής δύναμης πρέπει αναγκαία να αυξηθεί σε όλες τις καπιταλιστικές οικονομίες για να είναι αντίστοιχη της αυξημένης εξειδίκευσης της παραγωγής και των συνακόλουθων κοινωνικών διεργασιών … Τέλος, η διαδικασία αστικοποίησης, στην καπιταλιστική εποχή, είναι μια κύρια συνέπεια των τάσεων της συσσώρευσης και συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σε όλες τις χώρες αστικά κέντρα και άλλες αστικές περιοχές (συμπεριλαμβανομένων των προαστίων τους) συνεχίζουν να μεγαλώνουν, ενώ οι περιφερειακές και υπο-περιφερειακές περιοχές επεκτείνονται και συστέλλονται με έναν ανισομερή τρόπο. Αυτή η ιστορική διαδικασία έχει σημαντικές επιπλοκές για την κρατική παρέμβαση. Καθιστά αναγκαίο αφενός τον κρατικό χωροταξικό σχεδιασμό: τη χρήση γης, σχεδιασμό πόλης και νομού, περιφερειακά προγράμματα κλπ.* αφετέρου μια ραγδαία αύξηση της επένδυσης σε υποδομές …»[2]

Από την πολιτική σκοπιά βλέπουμε, όπως είναι γνωστό, την τάση για την εξουσία να μετατοπίζεται από το κοινοβούλιο στον εκτελεστικό [τομέα], [τάση η οποία] έχει ως αιτίες την είσοδο εκπροσώπων κομμάτων της εργατικής τάξης καθώς και την αναγκαία αυξανόμενη ανεξαρτησία των κρατών απέναντι στα ατομικά κεφάλαια. Στο βαθμό που αφορά τα ευθέως κατασταλτικά τμήματα του κράτους, εδώ υπάρχει μια διπλή εξέλιξη.

Αφενός, υπάρχει πάντα η ανάγκη και η πιθανότητα για βία, όπου το εύρος των οργάνων εκτείνεται από τις «κανονικές» πιθανότητες καταστολής από την αστυνομία μέσω ειδικών σωμάτων για την αντιμετώπιση ανταρτών πόλης κλπ. ως τον στρατό ως το όργανο του εμφυλίου πολέμου. Η μετάβαση ανάμεσα στα διαφορετικά πεδία είναι ολοένα και πιο ρευστή.

Αφετέρου, η δύναμη των διαφορετικών οργάνων καταστολής επίσης αυξάνεται. Έτσι, για παράδειγμα, ο αριθμός των κατοίκων ανά αστυνομικό σε όλες τις σημαντικές καπιταλιστικές χώρες επίσης μειώνεται εδώ και πολύ καιρό.

Όλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν ξεκάθαρη μια μακρά ανάπτυξη: η τάση της σχετικής ανεξαρτησίας του κρατικού μηχανισμού είναι ταυτόχρονα μια τάση ενίσχυσης αυτού του μηχανισμού. Αλλά αυτή η τάση δεν ακολουθεί μια ευθεία γραμμή. Το εργατικό κίνημα και άλλες δυνάμεις που στέκονται ενάντια της μπορούν να την επιβραδύνουν ή και να την αντιστρέψουν προσωρινά. Ακόμη κι έτσι, το κράτος για τους δομικούς λόγους που ήδη έχουν αναλυθεί, πάντα – ειδικά σε κρίσιμες περιόδους – θα κινείται προς την ενίσχυση και περαιτέρω ανεξαρτησία του.[3]

Τώρα ερχόμαστε στο ερώτημα του αν είναι σωστό να ορίσουμε την τάση αυτή ως μια ανάπτυξη προς την κατεύθυνση ενός ισχυρού κράτους. Ο Tim Potter έχει δίκιο όταν γράφει πως είναι πιο φυσικό να σκεφτούμε το «ισχυρό κράτος» ως μια νέα μορφή του αστικού κράτους δηλαδή ως ένα «σταθερό εργαλείο ταξικής εξουσίας με τον ίδιο τρόπο που ήταν τέτοια η αστική δημοκρατία, ο φασισμός, η στρατιωτική δικτατορία, και σε ένα μικρότερο βαθμό ο βοναπαρτισμός».

Μια παρόμοια ερμηνεία προτείνεται κάποιες φορές από εκπροσώπους της Τέταρτης Διεθνούς[4], αν και κατά τη γνώμη μου είναι λανθασμένη. Η τάση του κρατικού μηχανισμού να γίνεται πιο ανεξάρτητο και επίσης ισχυρότερο συμβαίνει σε όλες της μορφές του αστικού κράτους στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είτε είναι αστικές φιλελεύθερες είτε είναι κάτι άλλο. Μια κάποια ανεξαρτησία και ισχύς είναι αναπόφευκτα σε κάθε ύστερο καπιταλιστικό κράτος.

Ίσως, αν δεν οδηγούσε σε νέες σημειολογικές δυσκολίες θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ένα είδος μόνιμου προ-Βοναπαρτισμού είναι ζωτικά αναγκαίος.[5]

Γι’ αυτό το λόγο είναι παραπλανητικό όταν ο Potter γράφει πως η κατάσταση στη Βρετανία των δεκαετιών του 1920 και του 1930 είναι συγκρίσιμη με την σημερινή κατάσταση: στο πως εκδηλώνεται ίσως, αλλά στην ουσία σίγουρα όχι. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού ήταν περιστασιακή και περιορισμένη σε ένα σχετικά σύντομο διάστημα, ΄τωρα αυτή η ενίσχυση έχει γίνει – τουλάχιστον εν μέρει – δομική και μόνιμη.

 

Σημειώσεις

[1] Εδώ βασίζομαι στα έργα του Joachim Hirsch,  Zur Analyse des politischen SystemsGesellschaft 1 (1974), pp. 78–131 και Statesapparat und Reproduktion des Kapitals, Suhrkamp Verlag, Frankfurt 1974, pp. 49–74 και 217–273.

[2] Ian Gough, State Expenditure in Advanced CapitalismNew Left Review 92 (1975), p.67.

[3] Συγκρίνετε τα έργα των Rudiger Pusch, Die Totalisierung der Gewalt, in Albrecht μεταξύ άλλων, Anti-Wehrkunde, Luchterhand Verlag, Darmstadt/Neuwied 1975, pp. 127–167. Για παράδειγμα, η σύγχρονη εντυπωσιακή επέκταση του μηχανισμού καταστολής της Δυτικής Γερμανίας δεν είναι κάτι τυχαίο, αλλά ήδη είχε προετοιμαστεί από τη δεκαετία του 50’. Βλ. Sebastian Cobler, Die Gefahr geht von den Menschen aus, Rotbuch Verlag, Berlin 1976, pp. 9–16.

[4] Για παράδειγμα, ο Ernest Mandel στο Late Capitalism, New Left Books, London 1975. Η έννοια του «ισχυρού κράτους» – μαζί με τις έννοιες της «ισχυρής κυβέρνησης» και «ισχυρής εξουσίας – ήταν ήδη σε χρήση από τον Τρότσκι σε μια πιο ελεύθερη μορφή για να «χαρακτηρίσει» βοναπαρτιστές και φασίστες δικτάτορες.

Από αυτό ήδη φαίνεται πόσο ασαφής η έννοια του «ισχυρού κράτους» ήταν από τη στιγμή της συλληψής της. Το καθεστώς του De Gaulle παραδοσιακά οριζόταν εναλλάξ ως «βοναπαρτισμός» και ως το «ισχυρό κράτος». Συκρίνετε [αυτή την αντίληψη]  στο έργο του Brohm Le Gaullisme, etapres? Etat fort et fascisation, Maspero, 1974 μεταξύ άλλων.

[5] H έννοια του μόνιμου προ-βοναπαρτισμού προτάθηκε από τον Denis Berger στο άρθρο του De Napoleon le petit aux bonapartes manchots – Remarques sur l’etat et le bonapartisme a notre epoque, Critique Communiste 3 (1975), pp. 3–31.