Ο εργατικός έλεγχος σε μια επαναστατική προοπτική

Αναδημοσιεύουμε απόσπασμα κειμένου του Ιταλού κομμουνιστή Raniero Panzieri από την μετάφραση της ομάδας alertacommunista με τίτλο «Η Καπιταλιστική Χρήση των Μηχανών: Ο Μαρξ Εναντίον των «Αντικειμενιστών»». Στο παρακάτω απόσπασμα αναδεικνύεται πολιτική προοπτική του εργατικού ελέγχου απέναντι στον «παραδοσιακό» συνδικαλισμό και την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και του κράτους.

Για τον Panzieri, οι εργατικές διεκδικήσεις χωρίζονται σε αυτές, των οποίων ο πυρήνας αφορά τους όρους λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και σε αυτές που αμφισβητούν τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στη βάση αυτού του διαχωρισμού, αποδίδει και τα θεμέλια του διαρκούς εκφυλισμού των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών ανεξαρτήτως πολιτικής αφετηρίας. Ξεκομμένη από την πάλη ενάντια στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η πάλη για καλύτερους μισθούς, συνθήκες εργασίας, ελεύθερο χρόνο είναι πάλη εντός του καπιταλισμού για μια πιο εξορθολογισμένη παραγωγική διαδικασία στα όρια του εργασιακού χώρου. Η τομή του εργατικού ελέγχου βρίσκεται στο ότι εντάσσεται στις εργατικές διεκδικήσεις οι οποίες υπερβαίνουν τον στενό, «οικονομίστικο» πυρήνα του παραδοσιακού συνδικαλισμού. Ωστόσο, τονίζει πως ίδια λειτουργία (εξορθολόγισης του συστήματος) μπορεί να έχει και ο εργατικός έλεγχος όταν τίθεται ως συμμετοχή των εργατών στη διοίκηση της καπιταλιστικής επιχείρησης ή και πλήρης ανάληψη της χωρίς πάλη ενάντια στους όρους που θέτει η αγορά. 

Ο συγγραφέας καταλήγει σε έναν εργατικό έλεγχο, ο οποίος αναφέρεται άμεσα στην επαναστατική δυναμική της εργατικής τάξης, ως τάξη της οποίας η νίκη – η διάλυση του Κεφαλαίου –  είναι ταυτόχρονα και η αυτο-κατάργησή της. Έτσι, προτείνει έναν εργατικό έλεγχο ενάντια στους καπιταλιστές και το κράτος, ο οποίος θα λειτουργεί ως πολιτικό αντίβαρο στην καπιταλιστική εξουσία, ως μέσο επαναστατικής πολιτικής παρέμβασης μέσω και έξω απο τους εργασιακούς χώρους – σπάζοντας τον δεσποτικό κατακερματισμό της πραγματικής ζωής σε «ώρες εργασίας» και «ελεύθερες ώρες», ως προετοιμασία των απο κάτω να υπάρξουν ως η πραγμάτωση της κατάργησης της σχέσης Κεφάλαιο-Εργασία.

Ο εργατικός έλεγχος σε μια επαναστατική προοπτική

Οι «νέες» εργατικές διεκδικήσεις που χαρακτηρίζουν τους συνδικαλιστικούς αγώνες (οι οποίες μελετούνται στο παρόν τεύχος των Quaderni Rossi) δεν παρέχουν άμεσα ένα επαναστατικό πολιτικό περιεχόμενο, ούτε συνεπάγονται μια αυτόματη εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση. Μολαταύτα, η σημασία τους δεν μπορεί να περιοριστεί στην αξία τους ως μια «προσαρμογή» στις σύγχρονες τεχνολογικές κι οργανωτικές διαδικασίες του σύγχρονου εργοστασίου – προϋπόθεση για μια «συστηματικοποίηση» των εργασιακών σχέσεων γενικά σ’ ένα ανώτερο επίπεδο. Περιέχουν αναπτυξιακούς δείκτες που σχετίζονται με την εργατική πάλη στο σύνολό της και στην πολιτική της αξία. Οι δείκτες αυτοί, ωστόσο, δεν προκύπτουν απλώς απ’ την παρατήρηση ή την άθροιση τέτοιων διεκδικήσεων, όσο διαφορετικές και πιο «εξελιγμένες» κι αν φαίνονται συγκριτικά με τις παραδοσιακές διεκδικήσεις. Οι συμβάσεις που κυβερνούν τον ρυθμό της δουλειάς, το εργατικό δυναμικό, τη σχέση μεταξύ των μισθών και της παραγωγικότητας, κλπ, προφανώς θα τείνουν ν’ αντιτίθενται στο κεφάλαιο στο εσωτερικό του ίδιου του μηχανισμού της συσσώρευσης και στο επίπεδο των «σταθεροποιητικών παραγόντων». Το γεγονός ότι οι συμβάσεις αυτές επεκτείνονται επί ίσοις όροις με την πάλη των εργατικών πυρήνων στις ισχυρότερες και περισσότερο ανεπτυγμένες εταιρείες αποτελούν επιβεβαίωση της πρωτοποριακής, υπονομευτικής τους φύσης. Η προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς μιας γενικής πάλης που αφορά αποκλειστικά τους μισθούς πέφτει στην αυταπάτη της αναζήτησης μιας νέας κι ευρύτερης ενότητας της ταξικής δράσης. Σ’ αυτό το μονοπάτι, αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί στην πράξη θα ήταν ακριβώς αυτό που ο στόχος υποτίθεται ότι προσπαθεί ν’ αποφύγει, δηλαδή, μια υποχώρηση σε καταστάσεις περίφραξης εντός της εταιρείας, μια αναπόφευκτη συνέπεια της παραμέλησης των δυνητικών στοιχείων της πολιτικής πάλης. Η δυνητική γραμμή που μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε αντικειμενικά ως έγκυρη υπόθεση/οδηγό κείτεται στην ενίσχυση κι επέκταση των αιτημάτων αυτοδιαχείρισης. Απ’ τη στιγμή που τα αιτήματα γι’ αυτοδιαχείριση δεν τίθενται απλώς σαν αιτήματα για «πνευματική» συμμετοχή, αλλά επηρεάζουν τη συγκεκριμένη σχέση εξορθολογισμού-ιεραρχίας-εξουσίας, δεν παραμένουν κλεισμένα εντός του πλαισίου της εταιρείας. Αντ’ αυτού, στρέφονται ακριβώς ενάντια στον «δεσποτισμό» που προβάλλει κι ασκεί το κεφαλαίο επί της κοινωνίας στο σύνολό της, σ’ όλα τα επίπεδα, κι εκφράζονται ως ανάγκη για μια συνολική ανατροπή του συστήματος μέσω μιας παγκόσμιας συνειδητοποίησης και μιας γενικής πάλης της εργατικής τάξης ως τέτοιας.

Θεωρούμε ότι, έμπρακτα κι άμεσα, αυτή η γραμμή μπορεί να εκφραστεί στο αίτημα για εργατικό έλεγχο. Ωστόσο, είναι αναγκαίες εδώ μερικές διευκρινήσεις. Το σύνθημα για εργατικό έλεγχο μπορεί σήμερα να κριθεί ως αμφίσημο, αφομοιώσιμο σε μια «κεντρώα» προσέγγιση που μετριάζει τα επαναστατικά αιτήματα που παράγει ένας αγώνας ή που τα συμφιλιώνει με την παραδοσιακή εθνικοκοινοβουλευτικοδημοκρατική γραμμή. Πράγματι, υπάρχουν υποψίες χρησιμοποίησης του συνθήματος μ’ αυτή την έννοια. Για παράδειγμα, η αναφορά στον εργατικό έλεγχο είναι βολονταριστική κι αμφίσημη όταν μ’ αυτό εννοούν τη συνέχιση ή αναβίωση των Διαχειριστικών Συμβουλίων[42]. Στο κίνημα των Διαχειριστικών Συμβουλίων, ένα αυθεντικό αίτημα για εργατικό έλεγχο καθυποτάχθηκε σε σημείο αφανισμού στα «προδοτικά» στοιχεία που το συνέδεσαν με τις ιδεολογίες της εθνικής ανοικοδόμησης, και σε μια προσέγγιση που εργαλειοποίησε το πραγματικό κίνημα για τους σκοπούς ενός θεσμικοεκλογικού σχεδίου. Μπορούμε να διακρίνουμε την ίδια αμφισημία όταν η γραμμή του εργατικού ελέγχου προτείνεται ως μια «αποδεκτή» εναλλακτική, ως «διορθωτική» στον «εξτρεμισμό» της προοπτικής της πλήρους εργατικής αυτοδιαχείρισης. Τώρα, είναι εμφανές ότι μια μη-μυστικοποιημένη διατύπωση του αιτήματος για εργατικό έλεγχο έχει νόημα μόνο αναφορικά μ’ έναν σκοπό επαναστατικής ρήξης και μια προοπτική σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο εργατικός έλεγχος εκφράζει την ανάγκη να γεφυρωθεί το σημερινό χάσμα μεταξύ των πιο προωθημένων εργατικών διεκδικήσεων στο συνδικαλιστικό επίπεδο και της στρατηγικής οπτικής. Έτσι, εκπροσωπεί, ή καλύτερα μπορεί να εκπροσωπήσει, σε μια μη-μυστικοποιημένη εκδοχή, μια πολιτική γραμμή που αποτελεί άμεση εναλλακτική σ’ αυτές που θέτουν τώρα τα εργατικά κόμματα.

Προφανώς, η γραμμή του εργατικού ελέγχου προτείνεται εδώ ως ένας παράγοντας ο οποίος μπορεί να επιταχύνει τη χρονική κλίμακα του συνόλου της ταξικής πάλης, ένα πολιτικό όργανο για την επίτευξη μιας «ελάττωσης» της χρονικής κλίμακας για επαναστατικές ρωγμές. Ο εργατικός έλεγχος, μακρυά απ’ το να μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα υποκατάστατο της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, μπορεί να συγκροτήσει μια φάση μέγιστης πίεσης προς την καπιταλιστική εξουσία (ως μια απειλή που κατευθύνεται κατηγορηματικά στις ρίζες του συστήματος). Έτσι, ο εργατικός έλεγχος πρέπει να ειδωθεί ως μια προετοιμασία για καταστάσεις «διπλής εξουσίας», σε σύνδεση με μια ολοκληρωμένη πολιτική κατάκτηση της εξουσίας. Δεν υπάρχει λόγος να εμμείνουμε στις αιτίες που θέτουν τον εργατικό έλεγχο εδώ και τώρα ως μια γενική πολιτική πρόταση. Εκείνο που είναι πραγματικά σημαντικό είναι ότι μια πολεμική ενάντια στα συνθήματα δεν πρέπει να εξυπηρετεί ως άλλοθι για την αποφυγή των γενικών πολιτικών προβλημάτων που τίθενται απ’ τους αγώνες των εργατών· και συγκεκριμένα, είναι σημαντικό ότι πρέπει κανείς να πασχίζει ν’ ανοικοδομεί, στη βάση αυτών των αγώνων, μια νέα πολιτική προοπτική που ν’ αποτελεί εχέγγυο ενάντια σ’ έναν «συνδικαλιστικό» εκφυλισμό της εργατικής δραστηριότητας και την επαναφομοίωσή της στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Σημειώσεις
42. [Σημείωση του Hoare]: Τα Διαχειριστικά Συμβούλια ιδρύθηκαν για τη λειτουργία των εργοστασίων κατά τους τελευταίους μήνες του Β’ ΠΠ καθώς η Αντίσταση εξαπλωνόταν, ιδίως στη βόρεια Ιταλία. Αναγνωρισμένα απ’ όλα τ’ αντιφασιστικά κόμματα με το Διάταγμα της 25ης Απριλίου του 1945, αποτελούσαν, κατά κύριο λόγο, ξεκάθαρα όργανα ταξικής συνεργασίας, κι αντιμετωπίζονταν ως τέτοια απ’ τα μεγάλα εργατικά κόμματα. Το κίνημα των Διαχειριστικών Συμβουλίων έφτασε στο ζενίθ του με το εθνικό συνέδριο τον Νοέμβριο του 1947, και μετατοπίστηκε για λίγο προς τ’ αριστέρα με μια στροφή εκ μέρους του PCI. Μετά απ’ αυτό, ξεκίνησε η ύφεση του κινήματος αυτού.