Ανταρκτική: το τελευταίο σύνορο της Μεγάλης Βουλγαρίας

Μεταφράζουμε το άρθρο της Jana Tsoneva με τίτλο Antarctica: the Last Frontier of Bulgaria’s Colonialist Dream από το LeftEast. Η Tsoneva αναδεικνύει το ρόλο του εθνικισμού και τα δομικά στοιχεία του σε σχέση με τις επιδιώξεις της βουλγαρικής αστικής τάξης. . Στο άρθρο, η σύμπτυξη βαλκανικού αλυτρωτισμού και υπο-ιμπεριαλιστικών ονειρώξεων καταλήγουν να συμπυκνώνονται σε ημι-αποικιακές επιχειρήσεις στην Ανταρκτική υπό τη βουλγαρική σημαία και την ονοματοδοσία παγόβουνων με βάση “μυθικούς, εθνικούς” ήρωες, των οποίων η ιστορική ύπαρξη επιχειρείται να επιβεβαιωθεί με μόνο σκοπό τη διεύρυνση της ιστορικής υπόστασης του βουλγαρικού Κράτους.

Κι αν η Jana Tsoneva γράφει έχοντας στο στόχαστρο τον εθνικισμό της δικής της χώρας, εμείς μεταφράζουμε ενάντια στο δικό μας εθνικισμό πρώτα απ’ όλα. Όσα αναφέρονται για την βουλγαρική αστική τάξη βρίσκουν την αντανάκλασή τους στην πρακτική του εθνικισμού του ελληνικού κράτους, τη «μεγάλη» δύναμη των Βαλκανίων, από την αρχαιοπληξία και τον μεγαλοϊδεατισμό ως την εμμονική προσπάθεια τοποθέτησης της εθνικής σημαίας σε άγονες περιοχές.

Σε κάθε τι – φαινομενικά – συνεχές υπάρχουν όμως ρήξεις. Η ασυνέχεια στον εθνικισμό τους είναι η συνέχεια και αταλάντευτη εμμένειά μας στο διεθνισμό.

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2016,  δημοσιεύτηκε μία ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία στην Ανταρκτική πρόκειται να ανεγερθεί μνημείο για το κυριλλικό αλφάβητο. Πρόκειται για ένα κοινό έργο της Βουλγαρίας και της Μογγολίας. Όταν έγινε γνωστή η είδηση για το μνημείο, τέθηκε το ερώτημα για το κατά πόσον είναι χρήσιμο ένα μνημείο για το αλφάβητο σε μια περιοχή που πρακτικά κανένας δε θα το δει. Θα ασχοληθώ κάποια άλλη φορά με το ζήτημα των “μεταφυσικών” μνημείων και κτηρίων που δεν έχουν καμία λειτουργία πέρα από μια καθαρή αυτό-αναφορικότητα. Εδώ, θα εστιάσω σε δυο αξιοσημείωτες όψεις του σύγχρονου βουλγαρικού εθνικισμού, οι οποίες αποκρυσταλλώνονται στο μνημείο: την εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ αποικιοκρατίας και αλυτρωτισμού, και αυτής μεταξύ  επίσημου κρατικού και προωθούμενου από την αγορά “αναθεωρητικού” εθνικισμού.

Στην βουλγαρική εθνικιστική ρητορεία υπάρχει ένα γνωμικό το οποίο εκλογικεύει τις εδαφικές φιλοδοξίες που δημιουργούν εντάσεις στις σχέσεις της Βουλγαρίας με τους γείτονές της. Το γνωμικό δηλώνει: «θέλουμε μόνο αυτό που δικαιωματικά είναι δικό μας». Λέγοντας «δικό μας» οι εθνικιστές συνήθως εννοούν τις περιοχές που περιλαμβάνονται (αλλά δεν περιορίζονται) στη “Μεγάλη Βουλγαρία” που δημιουργήθηκε με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878 στο τέλος του Ρωσό-Τουρκικού πολέμου. Περιλαμβάνει την επικράτεια της σημερινής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κάποιες περιοχές της Σερβίας που η Βουλγαρία επανέκτησε αλλά έχασε μετά τον Α’ΠΠ, περιοχές της βόρειας Ελλάδας και της Μακεδονίας τις οποίες η Βουλγαρία απέκτησε όταν μπήκε στο Β’ΠΠ στην πλευρά του Άξονα και στη συνέχεια έχασε. Ένα σημείο αναφοράς είναι επίσης η εδαφική επέκταση στη διάρκεια της “χρυσής βασιλείας” του τσάρου Συμεών Ι  (893-927 μ.χ) όταν η Βουλγαρία εξαπλώθηκε ως τη σημερινή Αλβανία και τη Ρουμανία, ένα γεγονός το οποίο διακηρύσσεται ως σπουδαίο και στα σχολικά βιβλία ιστορίας και στους εθνικιστικούς κύκλους.

Θα μπορούσαμε εύκολα να παραλληλίσουμε τη νοσταλγία του βουλγαρικού εθνικισμού για τη μακεδονική “ενδοχώρα” του, με την αυτοκρατορική νοσταλγία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αλλά υπάρχει τουλάχιστον μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις βουλγάρικες και τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Η ρητορεία περί του «δικαιωματικά δικού μας» θεωρεί τους Μακεδόνες και τους βόρειους Έλληνες (τους λεγόμενους “Σλαβόφωνους”) ως “στην πραγματικότητα Βούλγαρους”, των οποίων η ταυτότητα έχει αλλάξει και έχει γίνει σερβική, μακεδονική κλπ. από την κρατική προπαγάνδα των εχθρών. Η κοινή ταυτότητα εκφράζει τουλάχιστον μια κάποια ισότητα, παρά την υποτιμητική ρητορεία που δηλώνει πως «είναι Βούλγαροι, απλά δεν το ξέρουν λόγω της εχθρικής προπαγάνδας». Ενώ η δυτικό-ευρωπαϊκή αποικιοκρατία  έθεσε μια αγεφύρωτη διαφορά μετά των Ευρωπαίων αποικιοκρατών και αποικιοκρατούμενων∙ ήταν μια απόλυτη διαφορά, και η άνοδος των φυλετικών θεωριών ήρθε για να εξηγήσει – αλλά στην πραγματικότητα να δομήσει – την ιεραρχική τάξη μεταξύ πληθυσμών Δούλων και Αφεντών στις αποικίες.

Παρά αυτή την κρίσιμη διαφορά (μεταξύ άλλων πολλών,  την επικυριαρχούμενη θέση της Βουλγαρίας στο διεθνές σύστημα), η Βουλγαρία δρα με έναν τρόπο που συμφιλιώνει τη ρητορεία του «θέλουμε μόνο αυτό που είναι δικαιωματικά δικό μας» με μια πρακτική που θυμίζει την ευρωπαϊκή αποικιακή επέκταση. Το πιο συναρπαστικό απ’ όλα είναι ο γεωγραφικός χώρος όπου αυτό εκφράζεται: η Ανταρκτική.

Τριάντα χώρες στον κόσμο έχουν εγκαταστήσει και λειτουργούν ερευνητικούς σταθμούς σ’ αυτό την απόλυτα αφιλόξενη πλευρά του πλανήτη. Μεταξύ τους βρίσκουμε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, το Βέλγιο, η Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία, η Γερμανία, η Νορβηγία και μερικά περιφερειακά κράτη όπως το Περού, η Ρουμανία και η Βουλγαρία.

Από τα κράτη του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, μόνο η Ουκρανία και η Τσεχία έφτασαν στην Ανταρκτική μετά το 1989∙ η μεγάλη πλειοψηφία των πρώην κομμουνιστικών κρατών εγκατέστησαν τους ερευνητικούς σταθμούς τους στη διάρκεια του Σοσιαλισμού. Η Βουλγαρία ίδρυσε το σταθμό της το 1988. Το 1993 ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος τον ονόμασε “Άγιο Κλημέντιο της Οχρίδας” (Kliment Ohridski), τον πολιούχο άγιο του πανεπιστημίου της Σόφιας. Από το 2005 ο σταθμός περιλαμβάνει την πρώτη ορθόδοξη εκκλησία στην Ανταρκτική.

Το 1993 ιδρύθηκε το Βουλγαρικό Ανταρκτικό Ινστιτούτο ως μη-κερδοσκοπική οργάνωση από διάφορους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Αυτό περιλάμβανε το πανεπιστήμιο της Σόφιας και τη Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, αλλά επίσης και την “Ατλαντική Λέσχη” , έναν ιδιωτικό οργανισμό, ο οποίος προώθησε αδιάκοπα τη συμμετοχή της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ. Το 1998 το Συμβούλιο των Υπουργών έβγαλε ένα διάταγμα με το όποιο έθετε το Βουλγαρικό Ανταρκτικό Ινστιτούτο ως το μόνο διαχειριστή των βουλγαρικών δραστηριοτήτων στην Ανταρκτική. Μπορούμε να εικάσουμε πως μετά τις αλλαγές του 1989, οι βουλγαρικές δραστηριότητες στην Ανταρκτική ήταν πρόδρομος αυτού που αργότερα θα αποτελούσε την εκτόξευση των συνεργασιών μεταξύ δημοσίου και ιδιωτών.

Ο σταθμός λειτουργεί το καλοκαίρι με μια διεθνή ομάδα διεξάγει έρευνες σχετικές με το κλίμα, τη βιολογία, τη γεωγραφία κλπ. Επιπροσθέτως, οι επιστήμονες συμμετέχουν στην εξερεύνηση της ηπείρου. Οι περιοχές που ανακαλύπτονται, οι παγετώνες, οι κορυφές, οι βράχοι, οι κορυφές των νησιών, ονοματίζονται από τις ερευνητικές ομάδες. Αυτά τα τοπωνύμια συχνά σχετίζονται με τοποθεσίες ή χωριά στη Βουλγαρία∙ όπως οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες μεταχειρίζονταν τα μέρη που κατακτούσαν ως tabula rasa και τα ονομάτιζαν με βάση τις δικές τους πόλεις, βασιλείς, χώρες όπως Νέα Αγγλία, Λουιζιάνα κλπ. Στη Βουλγαρική Ανταρκτική επίσης βρίσκουμε μια ποικιλία τοπωνυμίων από ήρωες της εθνικής απελευθέρωσης, βασιλείς του μεσαίωνα, αρχαίες πόλεις αλλά και τοπωνύμια παρμένα από παραθαλάσσια θέρετρα της σοσιαλιστικής περιόδου όπως η Αλμπένα.[1]

Σύμφωνα με τις τοπωνυμικές οδηγίες της Επιτροπής των Ανταρκτικών Τοπωνυμίων της Βουλγαρίας (αρχικά σχετιζόταν με το Βουλγαρικό Ανταρκτικό Ινστιτούτο αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στο υπουργείο εξωτερικών), η ονομασία πρέπει «να είναι σχετική με τα Βουλγαρικά τοπωνύμια». Παρ’ όλα αυτά, η κομμάτι της βουλγαρικής ονοματολογίας προέρχεται από μεσαιωνικές τοποθεσίες και ήρωες της εθνικής απελευθέρωσης του 19ου αιώνα από την περιοχή που τώρα είναι η Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Με άλλα λόγια, η Βουλγαρία πραγματοποιεί το χαμένο όνειρο της “Μεγάλης Βουλγαρίας” μέσω της αποικιακής ονοματοδοσίας περιοχών της Ανταρκτικής.

Άλλα τοπωνύμια σχετίζονται με τους μυθικούς παγανιστικούς θεούς της “αρχαίας” Βουλγαρίας και της Θράκης. Υπάρχουν 65 ονόματα Θρακών και Βούλγαρων [Bulgars στο αρχικό για να δηλώσει τη διαφορά μεταξύ σύγχρονων και πρώιμων Βούλγαρων, ΣτΜ] (γνωστοί στη Βουλγαρία ως “πρωτο-Βούλγαροι”). Κάποια από τα ονόματα που επιλέχτηκαν και οι επεξηγήσεις που δόθηκαν (στην επίσημη εφημερίδα της Ανταρκτικής) αναδεικνύουν τη λειτουργία ενός ιστορικού αναθεωρητισμού. Για παράδειγμα, η επίσημη βουλγαρική ιστοριογραφία αναγορεύει το 681 μ.χ. ως το ιδρυτικό έτος του (πρώτου) βουλγαρικού κράτους, όταν οι προαναφερθέντες “πρωτο-Βούλγαροι” έφτασαν στην βαλκανική χερσόνησο από την Ασία και κατέκτησαν τις βορειο-ανατολικές περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αλλά υπάρχουν θεωρίες οι οποίες αντικρούουν [τα παραπάνω] και μετατοπίζουν την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους κάπου μεταξύ του 3000 π.χ. και 165 μ.χ. Η Ανταρκτική Επιτροπή αιτιολογεί την ονομασία ενός σημείου στην ακτογραμμή ως εξής: «δίνεται το όνομα του μυθικού Βούλγαρου ηγεμόνα χάνου (khan) Αβιτοχόλ [..] ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της βουλγαρικής κρατικής υπόστασης το 165 μ.χ».

Επιπρόσθετα [στον ισχυρισμό] για το 165 μ.χ., η χρήση της λέξης “khan” παραπάνω κομμάτι δείχνει μια ακόμα περαιτέρω μετατόπιση από το κυρίαρχο ρεύμα της ιστοριογραφίας. Ο επίσημος τίτλος των μεσαιωνικών Βούλγαρων βασιλέων είναι (και ακόμα προφέρεται ως) “han”. Ο όρος “khan” εξαπλώθηκε μετά το 1989 και την άνθιση των ιδιωτικών εκδοτικών οίκων και συνταξιούχων μηχανικών που αποφάσισαν να γίνουν ιστορικοί βγάζοντας στην επιφάνεια έναν μεταφυσικό ιστορικό αναθεωρητισμό σε σχέση με την επίσημη ιστοριογραφία.

Ωστόσο η διάκριση μεταξύ “αναθεωρητών” (ωθούμενων από μια ενστικτώδη απόρριψη κάθε τι που θεωρούν “ψέμα” της ιστοριογραφίας της κομμουνιστικής εποχής) και των επίσημων θεσμών είναι αρκετά ψευδεπίγραφη. Για παράδειγμα, ο Πέταρ Ντόμπρεβ, ένας αμφιλεγόμενος ιστορικός ο οποίος έκανε γνωστή τη θεωρία για το «165 π.χ.» και του οποίου τα έργα εκδίδονται από τον μεγαλύτερο ιδιωτικό εκδοτικό οίκο “εναλλακτικής ιστορίας”, τον οίκο Τάνγκρα-Ταννάκρα, είναι επίσης μέλος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Παρομοίως, ο εκδότης δεν είναι κάποιο περιθωριακό εγχείρημα κάποιων “διαφωνούντων”  και απόκληρων του τομέα της ιστοριογραφίας, αλλά σεβαστός αποδέκτης ενός τιμητικού βραβείου (2002)  από το Υπουργείο Παιδείας για την “προσφορά του στην ανάπτυξη και εξάπλωση της βουλγαρικής κουλτούρας”. Κρίνοντας και μόνο τον αριθμό των τοπωνυμίων που έχουν παρθεί από την “μαγική” περίοδο πριν το 681, φαίνεται πως η “εναλλακτική ιστορία” από τον εκδοτικό οίκο αυτό έχει εδραιωθεί στην Ανταρκτική σε ισότιμη βάση με τα ονόματα και τα γεγονότα από την κυρίαρχη άποψη που εκφράζεται στα βιβλία ιστορίας όπως αυτά για τον πάνθεον του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα.

Συνεπώς, έχουμε μπροστά μας τη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου, μόνο που τη βρίσκουμε στην Ανταρκτική. Η δημοφιλής εθνικιστική νοσταλγεία για τη Βουλγαρία των «τριών ακτών» (αναφερόμενη στην “χρυσή εποχή» του Συμεών Ι όταν το βασίλειο συνόρευε τη Μαύρη θάλασσα, την Αδριατική και το Αιγαίο) μπορεί εύλογα να διορθωθεί και να γίνει Βουλγαρία των «δυο πόλων» (διπολική). Και επιπρόσθετα στην εξάπλωση της ένδοξης βουλγαρικής ιστορίας και των «χάνων» της, η άσκηση της επιστήμης στην Ανταρκτική πετυχαίνει και το ιδανικό μιας αποικιοκρατίας χωρίς βία. Και με αυτό τον τρόπο στη γεωγραφία της Ανταρκτικής συμπυκνώνονται μαγικά η Βουλγαρική και η Μακεδονική ιστορία και γεωγραφία, η επίσημη όπως και οι εναλλακτικές εκδοχές της.

[1] Κι ο πρόεδρος της Βουλγαρίας έχει την εξουσιοδότηση να δίνει ονόματα και να βαπτίζει μέρη στην Ανταρκτική μέσω διαταγμάτων. Πρόσφατα, ο εξερχόμενος πρόεδρος Πλεβνέλιεβ έδωσε σε έναν κόλπο το όνομα της Γιούλια Γκουρκόβσκα, ναυτικού, εξερευνήτριας και επικεφαλή προγράμματος (1996-2001) του think-tank “Κέντρο Φιλελεύθερων Στρατηγικών” που βρίσκεται στη Σόφια.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+