Με το λάβαρο του ταξικού διεθνισμού, όλοι/ες στις συγκεντρώσεις στις 3 και 4 Φλέβαρη – Καμιά σπιθαμή γης στην αντίδραση και το φασισμό

 

Στις 4 Φλεβάρη στην πλατεία Συντάγματος, διοργανώνεται συλλαλητήριο ενάντια «στο ξεπούλημα του ονόματος της Μακεδονίας» με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για το λεγόμενο «Μακεδονικό», οι οποίες κινούνται σε ένα πλαίσιο σύνθετης ονομασίας με χρήση του όρου «Μακεδονία».

Οι ίδιες οι διαπραγματεύσεις γίνονται στα πλαίσια της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, δηλαδή της διαμόρφωσης των νέων όρων των γεωστρατηγικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Αυτός είναι και ο λόγος που προωθείται μια τόσο ταχεία λύση σε ένα ζήτημα που έχει παγώσει για 20 χρόνια. Η πάλη ενάντια σε κάθε ιμπεριαλιστικό μηχανισμό και σχεδιασμό είναι η αφετηρία εκκίνησης μιας ταξικής απάντησης. Στα χρόνια αυτά, όμως ο ελληνικός καπιταλισμός έχει επεκταθεί στη γειτονική χώρα και όπως και στην Ελλάδα προωθεί τις ίδιες πολιτικές εκμετάλλευσης και φτωχοποίησης. Η όποια λύση και το όποιο όνομα για τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ δε θα μειώσει την ανεργία σε καμία από τις δυο χώρες, ούτε θα βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης. Αντίθετα, οι αστικές τάξεις των δυο κρατών θα βγουν κερδισμένες πάνω στις πλάτες μας.

Η παρουσίαση της τωρινής τοποθέτησης του ελληνικού κράτους ως «διαφορετικής» και «φιλειρηνικής» (από το ΣΥΡΙΖΑ) ή «προδοτικής» (από το «πατριωτικό τόξο»  είναι ψευδεπίγραφη. Πρόκειται για διαφορετικές πολιτικές προώθησης του ελληνικού καπιταλισμού με την ίδια επιθετική ένταση αλλά διαφορετική τακτική. Δεν αναιρείται ούτε ο πολεμοκάπηλος ούτε ο επεκτατικός χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού στην ενδοχώρα των Βαλκανίων. Ως εκ τούτου, απόψεις όπως της ΛΑΕ που βλέπουν εθνική υποταγή σε ξένα κέντρα και στηρίζουν υπόρρητα τα συλλαλητήρια απλώς αναπαράγουν τις θέσεις μιας υπεραντιδραστικής πτέρυγας του ντόπιου κεφαλαίου. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπιστούν: ως αντιδραστικές διαβρωτικές απόψεις που προσπαθούν να διεισδύσουν στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και πρέπει να εκδιωχθούν.

Ως προς το ερώτημα αν «ιστορικά» το όνομα Μακεδονία έχει χρησιμοποιηθεί από άλλους λαούς και άλλες γεωγραφικές περιοχές πέραν της επικράτειας του ελληνικού κράτους η απάντηση είναι: ναι. Παρ’όλα αυτά δεν έχει καμία σημασία το ότι γεωγραφικά η Μακεδονία εξαπλώνεται σε 3 χώρες ή το ότι οι πρόγονοι του σημερινού λαού που ονομάζεται «μακεδονικός» ζουν για πολλούς αιώνες σ’αυτό το γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Πέραν λόγων διάψευσης των εθνικιστικών γελοιοτήτων σχετικά με την ιστορική αλήθεια, δεν έχει καμία σημασία αν ονομάζονται Μακεδόνες από τον 16ο ή τον 19ο αιώνα.

Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού δεν προκύπτει ούτε με κριτήρια βιολογικής ταξινόμησης, ούτε με κριτήρια αρχαιολογικής παλαιότητας. Είναι ζήτημα διεθνισμού και αναγνώρισης πως η καθολική χειραφέτηση όλων απαιτεί κανένας λαός να μην επιβάλλει σε κανέναν άλλο πως θα αυτοπροσδιορίζεται. Είναι ζήτημα αναγνώρισης πως κριτήριο Φιλίας ή Έχθρας δεν είναι το όνομα αλλά η ταξική στράτευση και πολιτική ανάμεσα στους εργαζόμενους.

Επομένως, χωρίς αστερίσκους και υπεκφυγές, η μόνη διεθνιστική και ταξική τοποθέτηση είναι αυτή που 1)αναγνωρίζει το δικαίωμα της πλήρους αυτοδιάθεσης του Μακεδονικού λαού να ονομάζει τη χώρα του όπως θέλει, δηλαδή Δημοκρατία της Μακεδονίας 2)παλεύει για την ενότητα των εργατών των δυο χωρών ενάντια και στους δυο εθνικισμούς και τις δυο αστικές τάξεις. Μόνο η διαρκής και αναβαθμισμένη κοινή πάλη και ταξική αλληλεγγύη θα απομονώσει τον διασπαστικό και διαβρωτικό ρόλο που παίζει ο εθνικισμός και στις σημερινές συνθήκες το χαρακτήρα τροφοδότη που έχει προς την άνοδο της φασιστικής απειλής.

Αυτός είναι και ο κύριος κίνδυνος που αναδεικνύεται μέσα από τα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Με επίσημους συνδιοργανωτές φασιστικές ομάδες, την εκκλησίας της Ελλάδος, συλλόγους αποστράτων και εφέδρων, με την επίσημη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής, των ΑΝΕΛ, της Πλεύσης Ελευθερίας και της Ένωσης Κεντρώων, και ομιλητές ακροδεξιούς καριερίστες και θιασώτες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, τα συλλαλητήρια αποτελούν χώρο ζύμωσης αντιδραστικών-φασιστικών ρευμάτων και ισχυροποίησής τους. Μέσω αυτών η Χρυσή Αυγή προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί πολιτικά και οργανωτικά και μέσω αυτών γίνεται προσπάθεια στοχοποίησης του κινήματος και αποπροσανατολισμού των εργαζόμενων.

Η συμμετοχή σε αυτά ανθρώπων που δεν είναι φασίστες, δεν είναι μέλη της Χρυσής Αυγής ή που έχουν αντιφατικές γενικότερες απόψεις δεν αναιρεί το χαρακτήρα τους. Μια συγκέντρωση δεν καθορίζεται από την κοινωνιολογική σύνθεση αυτών που κατεβαίνουν σ’αυτήν, αλλά από την πολιτική που προτάσσει. Η πολιτική έχει τα πρωτεία και αυτά φάνηκαν ολοφάνερα στη Θεσσαλονίκη με τις επιθέσεις στα μνημεία του Ολοκαυτώματος και τον εμπρησμό της κατάληψης Libertatia όπου οι χιλιάδες που πλαισίωσαν τα συλλαλητήρια έδειξαν δεκτικότητα και ανοχή απέναντι στα φασιστικά τάγματα και στους διάφορους ακροδεξιούς ομιλητές όπως ο Φρ. Φραγκούλης του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα.

Δεν μπορούμε να υποτιμούμε τις προσπάθειες ανασυγκρότησης του φασισμού και γενικότερα της ακροδεξιάς. Δεν μπορούμε να υποτιμούμε τον εθνικισμό και την πολεμοκαπηλεία που καλλιεργείται μέσω αυτών. Κι εδώ πρέπει δώσουμε ξεκάθαρη απάντηση διότι τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης ήταν αποτέλεσμα πολιτικής ανεπάρκειας πρωτίστως, η οποία στη συνέχεια εκφράστηκε ως οργανωτική ανεπάρκεια να σταθεί το κίνημα μαζικά και οργανωμένα στις αντισυγκεντρώσεις εκείνης της ημέρας.

Αφενός, ο διεθνισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν «συμπλήρωμα» μιας επαναστατικής στρατηγικής. Αντίθετα, ανήκει στον πυρήνα της. Χωρίς συναδέλφωση έξω και ενάντια από τα σύνορα του έθνους-κράτους με τις εργατικές τάξεις των γειτονικών μας χωρών, χωρίς εναντίωση στο ΝΑΤΟ και κάθε ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό, δεν μπορεί να υπάρξει καμία νέα κοινωνία και καμία ανατροπή της βαρβαρότητας που οδηγεί Έλληνες, Μακεδόνες και όλους τους εργαζόμενους των Βαλκανίων στο δίλημμα «μακροχρόνια ανεργία ή δουλειά σε άθλιες συνθήκες».

Στην ιστορία δεν υπάρχουν μόνο οι  μακεδονομάχοι και οι κομιτατζήδες των εθνικιστών. Υπάρχουν οι εκατοντάδες χιλιάδες σε όλα τα αντιφασιστικά κινήματα των Βαλκανίων που πάλεψαν ενωμένοι ενάντια στους ναζί και το σύστημα που τους γέννησε. Αυτή είναι η δική μας ιστορική παρακαταθήκη και πρέπει να την ανακτήσουμε για να πάρει τη θέση που της αρμόζει στη σύγχρονη εποχή.

Αφετέρου, ο χαρακτήρας των συγκεντρώσεων ως χώρο ανασυγκρότησης της πιο μαύρης αντίδρασης απαιτεί και την αντίστοιχη τακτική αντιμετώπισης. Η Χρυσή Αυγή έχει ανάγκη την ύπαρξη ταγμάτων εφόδου και ομάδων κρούσης, και η ακροδεξιά έχει ανάγκη κάποιον να κάνει τη «βρώμικη δουλειά». Είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Αναδεικνύεται λοιπόν η δομική ανάγκη που έχουν οι φασιστικές ομάδες να υπάρχουν με μαζικούς όρους στο δρόμο και να χτυπούν όσους αντιστέκονται. Τα προηγούμενα χρόνια, το αντιφασιστικό κίνημα έδειξε τα απαραίτητα αντανακλαστικά και τους έφραξε το δρόμο και δεν τους άφησε σπιθαμή γης για να κινηθούν από τις κεντρικές πορείες τους όπως αυτή για τα Ίμια ως τις τοπικές εκδηλώσεις των γραφείων τους στις γειτονιές. Στις 3 Φλεβάρη όπου η Χρυσή Αυγή έχει ανακοινώσει πορεία και στις 4 Φλεβάρη στο κεντρικό συλλαλητήριο για το «Μακεδονικό» πρέπει να ξαναγίνει το ίδιο.

Η αναγκαιότητα αυτή ανακύπτει από την ίδια τη φύση του φασισμού ως μικροαστικό αντιδραστικό κίνημα που βασίζεται στην παρουσία του στο δρόμο ως εμπροσθοφυλακή. Στη Θεσσαλονίκη αυτό το στοιχείο υποτιμήθηκε αρχικά για να διαψευστεί στην πράξη από τον εμπρησμό της Libertatia. Στην Αθήνα, δυστυχώς, οι ίδιες απόψεις εκφράστηκαν με τους ίδιους όρους σα να μην είχε προηγηθεί η 21η Γενάρη στη βόρεια Ελλάδα. Οι απόψεις που λένε πως οι αντισυγκεντρώσεις είναι λανθασμένες, εκκινούν από την υποτίμηση της φύσης των συλλαλητηρίων, τα οποία τα αντιμετωπίζουν ως κάποιες απλές, δεξιές «προεκλογικές» συγκεντρώσεις. Ωστόσο, αποδείχτηκε το ακριβώς αντίθετο. Γι’αυτό και τέτοιες θέσεις στην πράξη απλώς δηλώνουν την ηττοπάθεια και την άρνηση των εκφραστών τους, να αντιμετωπίσουν τον υπαρκτό κίνδυνο.

Η άλλη όψη της λανθασμένης εκτίμησης των συγκεντρώσεων είναι η υπερεκτίμηση τους που οδηγεί σε κινηματική παράλυση και το συμπέρασμα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία διεθνιστική απάντηση απέναντι στη δυναμική τους. Τα τωρινά συλλαλητήρια, αν και σε πιο αποσταθεροποιημένες συνθήκες, δεν είναι αυτά του 1992-3 όχι μόνο από τη σκοπιά της υποπολλαπλάσιας μαζικότητας τους (τότε: 1+ εκ. vs. τώρα: 80.000 στη Θεσσαλονίκη), αλλά και υπό το πρίσμα των εμπειριών του κινήματος και της εργατικής τάξης. Όλα αυτά τα χρόνια έχουν δοθεί μάχες επί μαχών ενάντια στο φασισμό, το ρατσισμό και τις πολιτικές της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Αυτά δε διαγράφονται, αλλά αφήνουν τη δική τους ιστορική παρακαταθήκη για τη μάχη που ούτε αρχίζει ούτε τελειώνει με τα συλλαλητήρια του Σαββάτου και της Κυριακή αλλά αποτελούν σημαντικό κόμβο της.

Η παρακαταθήκη και οι αγώνες που έρχονται, επιτάσσουν να είμαστε όλοι και όλες στις διεθνιστικές αντισυγκεντρώσεις του διημέρου:

1) το Σάββατο 3 Φλεβάρη στις 6μμ στην Πλ. Ρηγίλλης με πορεία προς τα γραφεία της Χρυσής Αυγής.

2) την Κυριακή 4 Φλεβάρη στις 12μ στα Προπύλαια.

Γιατί το μέλλον ανήκει στους ενωμένους εργάτες των Βαλκανίων, όχι στους φασίστες και τα πολεμοκάπηλα αφεντικά τους.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+